Παγκόσμιο Κύπελλο: Το «χαρτάκι» του Γκέρετς και το στάδιο των... Ατζέκων
Πώς βιώνει ένα παιδί εννέα ετών που αγαπάει το ποδόσφαιρο την πρώτη του επαφή με το Παγκόσμιο Κύπελλο; Τι μπορεί να προσδοκά από τη φετινή διοργάνωση, που αρχίζει στο ίδιο γήπεδο, σαράντα χρόνια αργότερα; Γράφει (και θυμάται) ο Ευάνθης Γκόγκουλης.
Θυμάμαι ότι βρισκόμασταν έξω από το ψιλικατζίδικο του κύριου Κώστα, απέναντι από το 6ο Δημοτικό της Νέας Σμύρνης. Μόλις είχαμε σχολάσει και φεύγαμε μαζί με τους δύο συμμαθητές μου, τον Κώστα και τον Δημήτρη, οι οποίοι ξαφνικά έπιασαν κουβέντα με ένα άγνωστο σε μένα παιδί που κρατούσε στο χέρι του ένα μάτσο με «χαρτάκια» που επίσης έβλεπα για πρώτη φορά.
Είχε μπει ο Μάιος, το πρωτάθλημα είχε τελειώσει ασυνήθιστα νωρίς κι εγώ ακόμα πάσχιζα να συμπληρώσω το άλμπουμ «Ποδόσφαιρο ’86» της Carousel («αγοράζοντας τα αυτοκόλλητά μας στηρίζετε 300 ελληνικές οικογένειες»). Μάλλον γι’ αυτό είχα πάει να καταθέσω λίγο ακόμα απ’ το χαρτζιλίκι μου στον κύριο Κώστα, όμως τα πιο μικρά σε μέγεθος αυτοκόλλητα με τα λατινικούς χαρακτήρες που κρατούσε ο φίλος των φίλων μου, μού είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον. Αναγνώρισα και το σήμα της Panini, που είχε βγάλει το ελληνικό άλμπουμ του ’85. «Πώς μου είχαν ξεφύγει;».
Παραξενεύτηκα ακόμα περισσότερο επειδή ήξερα τον παίκτη στο αυτοκόλλητο που είχε πάνω-πάνω στο μάτσο. Ήταν ο Έρικ Γκέρετς της Αϊντχόβεν (sic), τον είχα δει στην τηλεόραση, αλλά απ’ την κουβέντα που είχαν πιάσει οι υπόλοιποι τρεις, κατάλαβα ότι το άλμπουμ αφορούσε εθνικές ομάδες. «Ολλανδία», είπα για να μπω στη συζήτηση και να κάνω μια μικρή επίδειξη γνώσεων. «Βέλγιο ρε», με διόρθωσε αμέσως ο Κώστας. Τι το ‘θελα να κάνω τον έξυπνο; Ύστερα από λίγο ο άγνωστος φίλος έφυγε, χωρίσαμε με τους συμμαθητές μου και γυρίσαμε ο καθένας σπίτι του, αλλά το «χαρτάκι» του Γκέρετς μού είχε κινήσει την περιέργεια.
Όταν είσαι εννιά ετών και δεν το έχεις ξαναζήσει, δυσκολεύεσαι να συλλάβεις την έννοια «Παγκόσμιο Κύπελλο». Πολύ περισσότερο τότε που ήταν πραγματική ποδοσφαιρική πανδαισία, μια και η τηλεόραση δεν μετέδιδε ζωντανά παρά ελάχιστους αγώνες όλον τον χειμώνα. Τις μέρες που ακολούθησαν δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου κάτι που θα μπορούσε να με προϊδεάσει γι’ αυτό που ερχόταν, ενώ ακόμα κι αν είχα πετύχει κάπου τον τυπάκο με το σομπρέρο και τη λέξη «Μουντιάλ», θα τα είχα προσπεράσει. Δεν μου έλεγαν κάτι. Ούτε μου είχαν πει τίποτε τα δύο μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, δηλαδή τα παιδιά της θείας μου στην Κυψέλη που μας φιλοξενούσε (εμένα και τα δυο αδέλφια μου) τα Παρασκευοσαββατοκύριακα, μια και ο μπαμπάς μας βρισκόταν στο νοσοκομείο με σπασμένο πόδι ύστερα από εργατικό ατύχημα.
Μέχρι που έφτασε εκείνο το Σάββατο. Όταν είδα τον Νέστορα, το μικρότερο απ’ τα δύο ξαδέρφια (αλλά μεγαλύτερό μου κατά πέντε χρόνια) να διαβάζει με λαιμαργία τα αθλητικά του «Έθνους», να ανακοινώνει λεπτομέρειες για τους πρώτους αγώνες του Μουντιάλ και ποια από τις δύο ΕΡΤ θα τους μεταδώσει, συνειδητοποίησα ότι αναφερόταν σε κάτι που δεν γινόταν να είναι συνηθισμένο. «Στο στάδιο των Ατζέκων (sic) θα παίξουν», είπε αργότερα ο θείος Γιάννης, που στο μεταξύ είχε πάρει στα χέρια του την εφημερίδα. Κατάλαβα ότι το είχε προφέρει λάθος όταν ήρθε η σειρά μου να τη διαβάσω, απέτυχα όμως και πάλι να συνειδητοποιήσω ότι από εκείνο το βράδυ θα είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθούμε ποδόσφαιρο κάθε μέρα, επί έναν ολόκληρο μήνα.
Μόνο όταν είδα με τι προσμονή είχαν καθίσει οι άνδρες του σπιτιού στην τηλεόραση εκείνο το βράδυ, άρχισα να νιώθω τη βαρύτητα του γεγονότος. Η πρώτη ατάκα του Γιάννη Διακογιάννη αμέσως μετά τη σέντρα του αγώνα Ιταλία-Βουλγαρία, επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι επρόκειτο για κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον τελικό Στεάουα-Μπαρτσελόνα (αυτόν με τον Ντουκαντάμ), που είχα παρακολουθήσει μερικές εβδομάδες νωρίτερα στο ίδιο δωμάτιο, με την ίδια παρέα. «Το Μουντιάλ του 1986 αρχίζει». Το Μουντιάλ. Όχι μόνο το συγκεκριμένο ματς.

Μία από τις αθλητικές σελίδες της εφημερίδας «Έθνος» της 31ης Μαΐου 1986, ημέρα κατά την οποία άρχισε το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργάνωσε το Μεξικό (πηγή: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής).
Θυμάμαι να βλέπω το γκολ του Αλτομπέλι, πόσο περίεργο μου φαινόταν που τον τερματοφύλακα της Ιταλίας τον έλεγαν… Γκάλη (έστω και χωρίς το «ς» στην ονομαστική) κι ότι υπήρχαν βασικοί παίκτες με νούμερα μεγαλύτερα από το «11» στην πλάτη. Δεν άντεξα να κάτσω μέχρι το τέλος κι έχασα την ισοφάριση των Βούλγαρων (δεν παραξενεύτηκα που όλα τα επώνυμά τους τελείωναν σε -οφ, όντας θαυμαστής του Μπαρζόφ του Πανιωνίου), περίμενα όμως με ανυπομονησία τη συνέχεια. Βραζιλία-Ισπανία, Γαλλία-Καναδάς και πάει λέγοντας.
Τη Δευτέρα κάναμε διαγωνισμό στο σχολείο για το ποιος θυμόταν καλύτερα τα γκολ, κάθε καινούρια μέρα όμως ήταν και μία αποκάλυψη. Η οθόνη γέμιζε με γήπεδα πλημμυρισμένα στο φως του ήλιου, το «Αρχίζει το ματς» του Κηλαηδόνη ακουγόταν κάθε τρεις και λίγο και εθνικές ομάδες από χώρες που ούτε είχαμε ακουστά, παρήλαυναν από τις οθόνες μας. Αλγερία, Παραγουάη, Μαρόκο. Και το Ιράκ, που το ξέραμε από τον πόλεμο με το Ιράν για τον οποίο έλεγαν καθημερινά οι ειδήσεις. Είδα και τον Γκέρετς, μόνο που δεν περίμενα ότι το Βέλγιο θα έχανε από το Μεξικό του Ούγκο Σάντσες, ο οποίος πανηγύρισε με τούμπα το γκολ που πέτυχε, όπως έκανε και στους αγώνες της Ρεάλ Μαδρίτης.
Ο πόλεμος εναντίον του υπαρκτού σοσιαλισμού
Ο Γαλλοβρετανός δημοσιογράφος Σάιμον Κούπερ γράφει πολύ εύστοχα στο βιβλίο του «Στον Πυρετό του Μουντιάλ» ότι κάθε καινούρια διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου λειτουργεί σαν τις μαντλέν του Προυστ. «Σου θυμίζει τα περασμένα και τους ανθρώπους με τους οποίους τα παρακολούθησες». Ιδίως όσους δεν βρίσκονται πια εδώ – συμπληρώνω.
Κάθε τετραετία, τέτοιες μέρες, το μυαλό γυρίζει στο ’86 και τον θείο μου τον Γιώργο, ιδεολόγο κομμουνιστή, τον οποίο επισκεφτήκαμε την επομένη του αγώνα Βέλγιο-Σοβιετική Ένωση 4-3 και ήταν έξαλλος με τη διαιτησία. «Ο αλήτης ο επόπτης σήκωσε το σημαιάκι κι όταν είδε ότι μπήκε το γκολ το κατέβασε!». Παραξενεύτηκα εκείνο το πρωί με το πάθος του, αλλά μερικά χρόνια αργότερα κατάλαβα ότι είχε δίκιο να πιστεύει ότι ο Σουηδός διαιτητής Φρέντρικσον λειτουργούσε ως «δάκτυλος» της Δύσης που ήθελε να πλήξει τον υπαρκτό σοσιαλισμό.
Θυμάμαι τον νονό μου που υποστήριζε την Αγγλία και αντέδρασε πολύ πιο κόσμια όταν ο Μαραντόνα έβαλε το γκολ με το χέρι, αλλά ανέκτησε τις ελπίδες του όταν μείωσε ο Λίνεκερ. Ο χρόνος που απέμενε, όμως, δεν έφτασε. Θυμάμαι επίσης τον Χρήστο, τον φίλο του πατέρα μου που είχε έρθει σπίτι μας για τον τελικό και θύμωσε όταν ο Μπεκενμπάουερ έβαλε αλλαγή τον Ντίτερ Χένες (για κάποιον λόγο όλοι υποστήριζαν τους αντιπάλους της Αργεντινής). «Μα χάνεις 2-0 και βάζεις τον παππού;». Να όμως που κάτι ήξερε ο «Κάιζερ»…
Μα πιο πολύ θυμάμαι τον πατέρα μου, που βγήκε απ’ το νοσοκομείο ύστερα από το πρώτο μουντιαλικό Σαββατοκύριακο και καθόταν με το πόδι στον γύψο να παρακολουθεί τα παιχνίδια. Αυτός ήταν κι ο λόγος που δεχόμασταν συχνά επισκέψεις, οι οποίες έδωσαν άλλο χρώμα στις αναμνήσεις. Ο μεγάλος μου καημός, βέβαια, ήταν ότι ο μπαμπάς δεν με άφηνε να κάτσω να δω αγώνα που άρχιζε στη 1 τη νύχτα. Μού είχε βάλει όρο ότι θα με άφηνε και μένα να ξενυχτήσω αν είχα κοιμηθεί το μεσημέρι, όμως το κατόρθωσα (να κοιμηθώ το μεσημέρι) μόνο την ημέρα του Ισπανία-Δανία. Τουλάχιστον χάρηκα το 5-1 με τα τέσσερα γκολ του Μπουτραγκένιο, αφού σε κάθε παιχνίδι υποστήριζα αυθόρμητα όλα τα αουτσάιντερ (ναι, μικρά μου παιδιά, η Δανία του Έλκιερ και του Λάουντρουπ ήταν σούπερ φαβορί εκείνη τη μέρα).
Ευτυχώς τα ξαδέλφια μου με τα οποία παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα του ’86 στην Κυψέλη είναι καλά, όπως κι ο πατέρας τους, τον οποίο έτυχε να συναντήσω πριν λίγες μέρες σε μια δυσάρεστη υποχρέωση. Σκέφτηκα κάποια στιγμή να του πω ότι τον θυμάμαι να λέει «το στάδιο των Ατζέκων», για να ευθυμήσουμε. Κι ότι σαράντα χρόνια αργότερα το φετινό Μουντιάλ ανοίγει την αυλαία του στο ίδιο γήπεδο, μπας και καταφέρω να ξαναμπώ στο mood του μαγικού καλοκαιριού του ’86, ενόψει της αποψινής πρεμιέρας ανάμεσα στο Μεξικό και τη Νότια Αφρική.
Δεν το έκανα. Κατάλαβα ότι δεν θα είχε νόημα, διότι αυτά τα πράγματα τα ζεις μόνο μία φορά. Κι όσο μεγαλώνεις (γερνάς;) και απομακρύνεσαι από την πρώτη σου μουντιαλική εμπειρία, τόσο κοροϊδεύεις τον εαυτό σου όταν επιχειρείς να αναβιώσεις εκείνη την αγνή, ανόθευτη λαχτάρα για μπάλα που είχε το παιδί που κάποτε ήσουν. Ας μην τρέφετε αυταπάτες, λοιπόν, όσοι πλησιάζετε τα πρώτα «ήντα». Τίποτε δεν θα είναι ίδιο με το ’86 (ή με το ’94, για όσους βιώσατε ως πρώτο Μουντιάλ εκείνο των ΗΠΑ).
Ακόμα και το «Azteca» λέγεται πλέον «Banorte».
