Συνέντευξη Τάκης Περσίας: «Ποιος Μπάγεβιτς; Ο Καστίγιο έφερε τη ρήξη με Ριβάλντο και Ζιοβάνι»

Ο Τάκης Περσίας στην… εξομολόγηση της ζωής του, αποκαλύπτει τα μυστικά μιας ξεχωριστής διαδρομής στον Ολυμπιακό, την Α’ Εθνική και εξιστορεί απίθανες ιστορίες που έζησε στο πλευρό του Ντούσαν Μπάγεβιτς.

To όνομα Μελέτης μπορεί να γνωρίζει μεγάλες δόξες τα τελευταία χρόνια εξαιτίας των… Άγριων Μελισσών, ωστόσο μια φορά έναν καιρό στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 και του 90’ μόνο ένας ήταν ο πιο διάσημος Μελέτης σε ολόκληρη τη χώρα: Ο Μελέτης Περσίας!

Ο θρυλικός Μελέτης του Ολυμπιακού, ο αγαπημένος της «ερυθρόλευκης» εξέδρας, Τάκης Περσίας, ο μέσος με την αστείρευτη δύναμη που συνέβαλε τα μέγιστα στην κυριαρχία της ομάδας του μεγάλου λιμανιού στα πρώτα χρόνια της θέσπισης του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.

Ωστόσο, η ξεχωριστή και ιδιαίτερη διαδρομή του Τάκη Περσία στο ελληνικό ποδόσφαιρο δεν έμελλε να ολοκληρωθεί ένα απόγευμα του 1989, τη μέρα που κρέμασε τα παπούτσια της σπουδαίας του καριέρας φορώντας πλέον τη φανέλα του Εθνικού.

Κατά πολλούς ο γεννημένος πρωταθλητής του Ολυμπιακού, αποτέλεσε τον αθόρυβο πρωταγωνιστή πίσω από τη γιγάντωση του μύθου των πάγκων που ακούει στο όνομα Ντούσαν Μπάγεβιτς.

Δεξί χέρι του Ντούσκο, επί σειρά ετών, ο 64χρονος πλέον Έλληνας τεχνικός συνέβαλε τα μέγιστα – από διαφορετικό πόστο – προκειμένου οι «ερυθρόλευκοι» να ξορκίσουν τα «πέτρινα χρόνια» τους και να σαρώσουν ξανά τους τίτλους στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Σήμερα, 46 ολόκληρα χρόνια μετά από τη μέρα που φόρεσε για πρώτη φορά την ερυθρόλευκη φανέλα του Ολυμπιακού (πίσω στο μακρινό 1976), ο Τάκης Περσίας έρχεται στο sportday.gr και σε μια από τις σπάνιες δημόσιες εξομολογήσεις του, αποκαλύπτει απίστευτες ιστορίες από την ξεχωριστή του διαδρομή στο χορτάρι και τους πάγκους!

«Όταν είδα τα μάτια του Υφαντή, κατάλαβα ότι κάτι αξίζω. Ήμουν μόλις 13 ετών...»

«Η συντριβή από τον ΠΑΟΚ στο Καραϊσκάκη με 4-0 με... έφερε βασικό στον Ολυμπιακό»

-Κύριε Περσία διαγράψατε μια μεγάλη καριέρα και ως παίκτης και ως προπονητής. Πώς και πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το ποδόσφαιρο;

-Όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τότε, έτσι κι εγώ ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο στις αλάνες. Εκεί με είδε ένας φίλος μου, που ήταν και ανιψιός του Ηλία Υφαντή και μου είπε να πάμε, επειδή έπαιζα καλά, να με δει ο θείος του στον Ολυμπιακό. Εγώ έμενα στην Αγία Σοφία στα Μανιάτικα και από εκεί βρέθηκα στον Ολυμπιακό.

-Έτσι σας επέλεξαν;

-Το είχα καταλάβει όταν είδα τα μάτια του Υφαντή, αλλά και τις αντιδράσεις των υπολοίπων ανθρώπων του Ολυμπιακού. Κατάλαβα ότι αξίζω. Μάλιστα ήμουν μόνο 13 χρονών και έκαναν σαν τρελοί να υπογράψω συμβόλαιο.

-Οι γονείς σας τι σας είπαν;

-Το έκανα κρυφά, γιατί φοβόμουν ότι η μητέρα μου δεν θα με άφηνε, καθώς δεν ήθελε να αφήσω το σχολείο. Αντίθετα ο πατέρας μου ήταν και παλιός ποδοσφαιριστής, αλλά και φιλοολυμπιακός, οπότε δεν θα είχε τόσο μεγάλο πρόβλημα. Κατάφερνα να βρίσκω χρόνο και να πηγαίνω στις προπονήσεις και να κάνω αυτό που ήθελα και με ευχαριστούσε. Βέβαια δεν άφησα και τους φίλους μου και πήγαινα και στις αλάνες και έπαιζα μαζί τους.

-Πότε το κατάλαβαν οι γονείς σας;

-Από μια κάρτα που μας είχαν δώσει, ως μέλη της ομάδας των εφήβων, για να μπαίνουμε δωρεάν να βλέπουμε τα παιχνίδια της πρώτης ομάδας. Αυτή την κάρτα την βρήκε η μητέρα μου και τότε το κατάλαβαν ότι έπαιζα στον Ολυμπιακό.

-Ξεκινήσατε λοιπόν να είστε μέλος της οικογένειας του Ολυμπιακού.

-Εκείνη την περίοδο έφυγε ο Υφαντής και ανέλαβε την ομάδα των εφήβων ο Μπαρμπαλιάς που ήταν και αυτός παλιός ποδοσφαιριστής. Αυτός με βοήθησε πάρα πολύ και το ευτύχημα ήταν ότι μέναμε πολύ κοντά. Το πατρικό μου σπίτι και το δικό του ήταν σε μικρή απόσταση.

Ο Τάκης Περσίας στους… ώμους του αείμνηστου Γιάννη Κυράστα, σε προπόνηση του Ολυμπιακού τον Ιούλιο του 1978, υπό το βλέμμα του Τάκη Λεμονή

-Σιγά σιγά λοιπόν κάνατε τα βήματα μέχρι την πρώτη ομάδα.

-Τότε ξεκίνησα από τους έφηβους και το επόμενο βήμα ήταν οι ερασιτέχνες. Τότε υπήρχε και ένα πρωτάθλημα του ΟΠΑΠ που έπαιζαν οι ερασιτέχνες, αλλά και παίκτες υπό δοκιμή. Εγώ εκεί πήγα καλά και από κει και πέρα ασχολήθηκε ο Ολυμπιακός μαζί μου.

-Ποιος ήταν ο προπονητής που σας έκανε επαγγελματία;

-Ο Τόζα Βεσελίνοβιτς το 1977. Εγώ βέβαια είχα ξεκινήσει από το 1976 ως ημιεπαγγελματίας. Τότε οι ομάδες είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δύο παίκτες με αυτό το καθεστώς. Αγωνίστηκα λοιπόν με τη μεγάλη ομάδα του Γουλανδρή, με τους παικταράδες που είχε. Δεν αναφέρω κανέναν για να μην ξεχάσω κάποιον. Το 1977 όμως έγινε η ανανέωση.

-Γιατί έγινε κάπως ξαφνικά;

-Γιατί είχαμε χάσει από τον ΠΑΟΚ στο Καραϊσκάκη με 0-4 και πάρθηκε η απόφαση να φύγουν σχεδόν όλοι και να γίνει ανανέωση. Μέσα σε αυτούς ήμουν και εγώ και άρχισα να παίζω στην ομάδα.

-Μου έχουν πει κι άλλοι παίκτες της γενιάς σας ότι ο Βεσελίνοβιτς ήταν διορατικός και τους βοήθησε να κάνουν καριέρα.

-Ήταν πάρα πολύ καλός προπονητής και ήθελε πάρα πολύ να δουλεύει με τους νέους. Γι’ αυτό και όσα παιδιά ήμασταν νέοι τότε, επωφεληθήκαμε με την παρουσία του Βεσελίνοβιτς και πήραμε πολλά πράγματα από αυτόν. Ήταν μεγάλος προπονητής, αλλά δεν ξέρω ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους σταμάτησε τόσο νωρίς την καριέρα του.

«Τα... πήρε με Σαργκάνη, Βαμβακούλα ο Νταϊφάς και... πήρε κι εμένα η μπάλα!»

-Πάμε τώρα στην «εποχή Νταϊφά» και την ομάδα που πήρε τα συνεχόμενα πρωταθλήματα.

-Ο Ολυμπιακός μετά το 1974-75 ήταν σε παρακμή. Οι μεγάλες ομάδες μπορεί να έχουν προβλήματα για 2-3 χρόνια, όμως κάποια στιγμή παίρνουν και πάλι μπροστά. Εκείνη την εποχή ο Νταϊφάς εκμεταλλεύτηκε και την απραγία των άλλων ομάδων, έκανε μεταγραφές.

-Πώς ήταν ως πρόεδρος;

-Πάρα πολύ καλός. Ξύπνιος άνθρωπος και κυρίως κρατούσε το λόγο του. Δεν υπήρχε περίπτωση να σου πει κάτι και να μην το κάνει. Ήταν μεγάλη υπόθεση για έναν ποδοσφαιριστή να συνεργάζεται και να έχει έναν πρόεδρο σαν τον Νταϊφά.

-Εκείνη η ομάδα είχε παίκτες που έμειναν στη συνείδηση του κόσμου ως «ιερά τέρατα». Εσείς πώς νιώθατε;

-Όλα είναι θέμα ψυχολογίας. Εμείς είχαμε τέτοια ψυχολογία και νοοτροπία που πραγματικά πιστεύαμε ότι είμαστε καλύτεροι απ’ όλες τις ομάδες. Όπου παίζαμε θέλαμε να κερδίζουμε. Βέβαια είχαμε και μεγάλους παίκτες. Παίκτες όπως ο Κουσουλάκης, ο Σαργκάνης, ο Βαμβακούλας, ο Κυράστας, ο Παπαδόπουλος, ο Νοβοσέλατς, ο Γαλάκος, ο Αναστόπουλος, ο Μητρόπουλος… Παίκτες που δεν υπάρχουν πλέον. Όλοι αυτοί οι παίκτες δημιούργησαν μια δυνατή ομάδα.

-Εκείνη η ομάδα που πραγματικά ήταν καλή, γιατί δεν μπόρεσε να κάνει κάτι παραπάνω στην Ευρώπη;

-Η αλήθεια είναι ότι παίζαμε μεν με μεγαθήρια, αλλά και οι διαφορές ήταν τεράστιες. Και τώρα υπάρχουν διαφορές, όμως θεωρώ ότι η ψαλίδα έχει κλείσει και δεν είναι το ίδιο.  Τότε παίζαμε με ομάδες όπως η Μπάγερν και τους βλέπαμε ως… θεούς.

-Από εκείνη την εποχή, σίγουρα θα έχετε ωραίες ιστορίες να μας πείτε.

-Τι να πρωτοπώ; Για τον Βαμβακούλα που κατάφερνε να μιμηθεί το σφύριγμα του διαιτητή και να σταματάει τις επιθέσεις των αντιπάλων; Σφύριζε σαν να είχε πραγματικά σφυρίχτρα. Ανεπανάληπτα πράγματα και ήταν και ο ίδιος πηγή γέλιου.

-Εκείνη την εποχή είχαν γίνει και οι μεγάλες αποχωρήσεις από τον Ολυμπιακό.

-Ναι και μάλιστα έφυγα και εγώ από την ομάδα, παρά το γεγονός ότι δεν το ήθελα. Ήμουν γέννημα-θρέμμα της ομάδας και είχα σπάσει και τα πόδια μου γι αυτήν. Ο Νταϊφάς μου είχε πει ότι δεν θα έφευγα ποτέ από την ομάδα γι αυτό το λόγο.

-Τι έγινε και φύγατε τελικά;

-Δημιουργήθηκε όλη αυτή η ιστορία με τον Βαμβακούλα και τον Σαργκάνη και πήρε και μένα η μπάλα. Ο Νταϊφάς «τα πήρε» επειδή είχαν φύγει οι παίκτες και αποφάσισε να φύγουμε όλοι, όσων τα συμβόλαια έληγαν. Έτσι πήρε η μπάλα κι εμένα. Μάλιστα μου το είπαν τελευταία στιγμή, ότι ήθελαν να γίνει ανανέωση στην ομάδα. Έτσι βρήκα τον ΟΦΗ και πήγα εκεί.

-Σας εξήγησε ποτέ ο Νταϊφάς γιατί το έκανε;

-Δεν ξαναμίλησα μαζί του ποτέ. Δυσανασχέτησε όμως γιατί του είχαν πει οι παίκτες ότι θα μείνουν στον Ολυμπιακό, αλλά είχαν κλείσει στον Παναθηναϊκό. Έτσι με πήρε κι εμένα η μπάλα, όπως λέμε.

-Εσείς θέλατε να μείνετε;

-Φυσικά αφού ήμουν Ολυμπιακός από τα γεννοφάσκια μου. Δεν ήθελα να φύγω και μάλιστα ονειρευόμουν να κλείσω και την καριέρα μου στον Ολυμπιακό.

«Όταν έχεις Γκώνια και Καραπιάλη σε μια ομάδα, δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο»

-Πήγατε λοιπόν στον ΟΦΗ.

-Εκεί γνώρισα τον Γκέραρντ. Εξαιρετικός προπονητής το οποίο θεωρώ μαζί με τον Μπάγεβιτς, τους καλύτερους προπονητές που υπήρξαν στην Ελλάδα. Έμεινα πολύ ευχαριστημένος στον ΟΦΗ και από τον κόσμο, αλλά και από τις επιτυχίες που είχαμε. Πήραμε το κύπελλο, πήραμε καλές θέσεις στο πρωτάθλημα και φυσικά παίξαμε και στην Ευρώπη.

-Πείτε μου λίγα πράγματα ακόμα για τον Γκέραρντ.

-Ήταν ο άνθρωπος που άλλαξε όλη την ιστορία του ΟΦΗ. Πήγαμε τότε παίκτες που είχαμε περάσει από μεγάλες ομάδες και αλλάξαμε την νοοτροπία της ομάδας. Δημιουργήσαμε ένα καλό σύνολο και κερδίζαμε όπου παίζαμε.

Ο αρχηγός του ΟΦΗ, Τάκης Περσίας, δέχεται τις οδηγίες του αξέχαστου Ευγένιου Γκέραρντ, πριν από την έναρξη της παράτασης του ιστορικού τελικού κυπέλλου με τον Ηρακλή το 1987

-Μετά τον ΟΦΗ πήγατε στον Λεβαδειακό.

-Δεν έπαιξα πολύ όμως, γιατί είχα ένα πρόβλημα με το πόδι μου και έμεινα ουσιαστικά δύο μήνες. Έκατσα ένα χρόνο έξω με ρήξη αχίλλειου και μετά από δύο χρόνια πήγα στον Εθνικό και προπονητής ήταν ο Κυράστας και ως πρώην συμπαίκτες μου ζήτησε να βοηθήσω την ομάδα. Πήγα ένα χρόνο εκεί και από την Β’ Εθνική πήραμε την άνοδο στην Α’ και εγώ σταμάτησα.

-Έκλεισε λοιπόν το κεφάλαιο «ποδοσφαιριστής» και άνοιξε αυτό του προπονητή.

-Δούλεψα σε ομάδες σε ερασιτεχνικές κατηγορίες και στη Δ’ Εθνική. Όμως επειδή εμείς είχαμε μάθει στα «σαλόνια» της Α’ Εθνικής, πήγαινα σε γήπεδα χωρίς υποδομές, αλλά και συναντούσα συμπεριφορές από άτομα που δεν μου άρεσαν καθόλου.

Αποφάσισα λοιπόν να ζητήσω από τον Μιχάλη Φωτίου, εάν μπορώ να πάω στις ακαδημίες του Ολυμπιακού. Πήγα λοιπόν εκεί και στους τρεις μήνες έφυγε ο Λίμπρεχτς που ήταν προπονητής στην πρώτη ομάδα. Ανέλαβε την ομάδα ο Σταύρος Διαμαντόπουλος το 1995 και εγώ πήγα ως βοηθός του.

Ο Διαμαντόπουλος δεν πήγε καλά όμως και τον Δεκέμβριο έφυγε. Τότε ο πρόεδρος ο Κόκκαλης μου ανέθεσε την ομάδα για 2-3 παιχνίδια. Είχα καλά αποτελέσματα και έτσι πάρθηκε η απόφαση να μείνω μέχρι το τέλος της σαιζόν.

Τάκης Περσίας, Σταύρος Διαμαντόπουλος και Άρης Ποϊλας στον πάγκο του Ολυμπιακού κατά τη διάρκεια του αγώνα με τη Σεβίλλη το 1995

-Γιατί δεν συνεχίσατε ως πρώτος προπονητής;

-Θα πήγαινα πολύ καλά, αλλά είχαμε μια ατυχία με έναν τραυματισμό του Γκώνια. Ο Τάκης τότε πήγαινε πάρα πολύ καλά κι εγώ είχα στήσει την ομάδα γύρω του. Μια Κυριακή που δεν θα έπαιζε λόγω καρτών, μου ζήτησε να πάει στο χωριό του να δει τους δικούς του.

Εγώ προσπάθησα να τον κρατήσω για να είναι δίπλα στην ομάδα, αλλά με έπεισε να φύγει. Τότε όμως είχε το ατύχημα, που τον άφησε μεγάλο διάστημα εκτός ποδοσφαίρου κι εγώ έχασα έναν παίκτη κλειδί που είχα χτίσει την ομάδα πάνω του. Όταν έχεις Γκώνια-Καραπιάλη δεν θέλεις τίποτε άλλο. Από τότε όμως, μας εγκατέλειψε και η τύχη.

-Μείνατε όμως στην ομάδα.

-Περίπου το Μάρτιο – Απρίλιο μου είπε ο Κόκκαλης ότι θα έρθει νέος προπονητής κι εγώ θα μείνω ως βοηθός του. Ήρθε τότε ο Μπάγεβιτς κι εγώ έμεινα μαζί του όλα τα χρόνια μετά.

«Άλλα έλεγε ο Μπάγεβιτς, άλλα μετέφερε ο Καστίγιο σε Ριβάλντο, Ζιοβάνι. Το παιδί ήταν πληγή!»

«Ο Μπάγεβιτς είναι απαιτητικός, απόμακρος, αλλά αν μπεις στην καρδιά του γίνεσαι αδελφός του»

-Με τον Μπάγεβιτς ταιριάξατε από την πρώτη στιγμή;

-Ναι από την πρώτη στιγμή γιατί είμαστε και οι δύο «τοξότες» (γέλια).

-Κι εγώ «τοξότης» είμαι.

-Άρα είσαι καλό παιδί (γέλια). Δεν έχω δει τοξότη να μην είναι καλό παιδί. Ταιριάξαμε με τον Μπάγεβιτς, αλλά βέβαια είναι απαιτητικός, απόμακρος, αλλά όσο τον γνωρίζεις και σε συμπαθεί και μπαίνεις στην καρδιά του, γίνεσαι αδελφός του.

-Φαντάζομαι ότι ακόμα και σήμερα είναι τέτοια η σχέση σας.

-Φυσικά, δεν αλλάζει αυτό και δεν πρόκειται να αλλάξει.

-Έχετε ζήσει μεγάλες και ιστορικές στιγμές μαζί.

-Τα τρία πρώτα χρόνια στον Ολυμπιακό ήταν πάρα πολύ καλά. Είχαμε μεγάλες επιτυχίες και στο πρωτάθλημα, αλλά και στην Ευρώπη και κυρίως στο Champions League. Προπονήσαμε παίκτες μεγάλης αξίας. Για παράδειγμα παίκτης σαν τον Ριβάλντο δεν πρόκειται να ξαναέρθει στην Ελλάδα. Για μένα είναι ο κορυφαίος ξένος που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα.

Το προπονητικό και ιατρικό επιτελείου του Ολυμπιακού τη σεζόν 1996-97 που σηματοδότησε την επιστροφή των «ερυθρόλευκων» στην κορυφή του ελληνικού πρωταθλήματος

-Απαντάτε έτσι στο ερώτημα Ζιοβάνι ή Ριβάλντο.

-Εγώ απαντάω Ριβάλντο.

-Το λέτε για την συνολική εικόνα;

-Ναι. Να σας πω κάτι; Ζιοβάνι και Ριβάλντο για μένα ήταν παρεξηγημένοι παίκτες. Ο Καστίγιο ήταν η «πληγή». Αυτός τους έβαζε με τον τρόπο του και τους επηρέαζε και έφτασαν να είναι παρεξηγημένοι με τον Μπάγεβιτς. Μετέφερε τα πράγματα διαφορετικά επειδή ήξερε ελληνικά και αυτοί δεν ξέρανε και τους έλεγε άλλα από αυτά που έλεγε ο Μπάγεβιτς.

-Γιατί το έκανε;

-Δεν ξέρω. Αυτό το παιδί εάν είχε μυαλό θα άφηνε εποχή στο ποδόσφαιρο.

-Άρα λοιπόν με αυτό που μου λέτε, ο Μπάγεβιτς δεν είχε ποτέ πρόβλημα με τον Ζιοβάνι ή τον Ριβάλντο.

-Ποτέ. Άλλοι δημιουργούσαν τα προβλήματα. Ο Μπάγεβιτς με τον Ζιοβάνι ειδικά, δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα. Και γενικά ποτέ δεν είχε με τους μεγάλους παίκτες, που όλοι έλεγαν ότι έχει πρόβλημα για να μην του κλέψουν τη δόξα ή τη λάμψη. Καμία σχέση. Ο Μπάγεβιτς ήθελε να κάνει τη δουλειά του και να κερδίζει τα παιχνίδια.

«Αν δεν σκόραρε ο Τζέραρντ στο Άνφιλντ, κανείς δεν θα θυμόταν την αλλαγή του Ρέζιτς»

-Σας έχει μείνει η πίκρα ότι τότε κερδίζατε μεγάλους αντιπάλους εντός έδρας, αλλά δεν μπορέσατε να κάνετε ποτέ το «διπλό»;

-Το αγγίξαμε πολλές φορές, αλλά δεν τα καταφέραμε. Το πέτυχε ο Λεμονής όμως, που είναι πολύ καλό παιδί και εξαιρετικός προπονητής.

-Ποιο ματς σας έχει μείνει στην μνήμη περισσότερο από τα άλλα; Αυτό με τη Γιουβέντους.

-Εννοείται αυτό. Εάν το παίρναμε θα πηγαίναμε στους «4» και μετά κανείς δεν ξέρει τι θα μπορούσαμε να κάνουμε. Στεναχωρηθήκαμε πάρα πολύ. Η μπάλα κατέβηκε «από το Θεό»  και με 100 χιλιόμετρα και δεν μπόρεσε ο Δημήτρης (Ελευθερόπουλος) να το πιάσει.

Είχαμε και δοκάρι με την κεφαλιά του Αμανατίδη που εάν είχαμε κάνει το 2-0 θα είχαμε περάσει. Αυτή ήταν η μεγάλη μας πίκρα και φυσικά ανάλογη πίκρα και με τη Λίβερπουλ.

Ντούσαν Μπάγεβιτς, Τάκης Περσίας και Χρήστος Δάρρας πανηγυρίζουν την κατάκτηση του νταμπλ του Ολυμπιακού το 1999

-Στο Άνφιλντ;

-Εκεί πάνε μεγάλες ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα η Ρεάλ, η Παρί και πάει λέγοντας και τρώνε 3-4 γκολ. Πόσο μάλλον εμείς ως Ολυμπιακός που το γήπεδο έγερνε εκείνη την μέρα.

-Μετά από τόσα χρόνια, θέλω να ρωτήσω για εκείνη την αλλαγή του Ρέζιτς και το σκεπτικό με το οποίο έγινε.

-Τον βάλαμε τότε δεξί μπακ γιατί είχαμε «ρήγματα» από τη δεξιά πλευρά. Είχαμε δεχθεί πολλές σέντρες από εκείνη την πλευρά. Το κάναμε για να συγκρατήσουμε την κατάσταση. Έτυχε να μπει το γκολ του Τζέραρντ, γιατί εάν δεν είχε μπει, κανένας δεν θα μιλούσε για εκείνη την αλλαγή. Μετά το ματς η κριτική είναι πάντα εύκολη. Εάν είχαμε όμως προκριθεί δεν θα μιλούσε κανείς.

-Ανάλογο παράδειγμα ήταν και το παιχνίδι με τη Μόλντε που ουσιαστικά αποτέλεσε και την αντίστροφη μέτρηση για το διαζύγιο Ολυμπιακού – Μπάγεβιτς.

-Μεγάλη πίκρα και το παιχνίδι με την Μόλντε. Ίσως να φταίει και η νοοτροπία των ποδοσφαιριστών ότι τελείωσε το παιχνίδι. Άλλωστε αυτά τα βλέπουμε και σε μεγάλες ομάδες, όπως η Παρί Σεν Ζερμέν που την έπαθε από τη Ρεάλ. Εάν δεν είσαι σοβαρός σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, είναι λογικό τελικά να χάνεις και το παιχνίδι.

«Σταμάτησα την προπονητική γιατί επέλεξα το συμφέρον του παιδιού μου»

-Αποτέλεσε δικαίωση για εσάς, η κατάκτηση του κυπέλλου με τον ΠΑΟΚ, κόντρα στον Ολυμπιακό;

-Βέβαια, γιατί όλοι ξέρουν τι σημαίνει Μπάγεβιτς. Άλλωστε δεν καταλάβαμε ποτέ γιατί φύγαμε από τον Ολυμπιακό το 2005. Ίσως επειδή ο Μπάγεβιτς δεν έκανε τα χατίρια των οπαδών και είχε και μια παρεξήγηση μαζί τους, ίσως αυτή να επηρέασαν και τον Κόκκαλη και να φύγαμε από τον Ολυμπιακό.

-Κάνατε την πορεία σας ως συνεργάτης του Μπάγεβιτς, αλλά ως προπονητής δεν συνεχίσατε μόνος σας. Γιατί;

-Ήθελα να συνεχίσω αλλά δεν μπορούσα. Ο γιός μου είχε ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ και υπήρχε το ασυμβίβαστο ότι ο πατέρας του δεν μπορούσε να ασχολείται με την μπάλα και ειδικά ως προπονητής.

Έτσι εγώ επέλεξα το συμφέρον του παιδιού μου και αποσύρθηκα από την προπονητική για να μην του δημιουργώ πρόβλημα. Άλλωστε εγώ είμαι και στο υπουργείο Παιδείας ως γυμναστής. Έτσι αποφάσισα να σταματήσω την προπονητική.

Ο Τάκης Περσίας ξεφυλλίζει το βιβλίο της ζωής του στον συντάκτη του sportday.gr, Γιώργο Μπιτσικώκο

ΚΕΙΜΕΝΟ: Γιώργος Μπιτσικώκος
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Αργυρώ Αναστασίου