Συνέντευξη Τάκης Λεμονής: «Ο Ολυμπιακός που απέκλεισε τον Άγιαξ, έπρεπε να γράψει ιστορία στην Ευρώπη»

Ο Τάκης Λεμονής, ο άνθρωπος με τα… χίλια πρόσωπα των μεγαλύτερων θρυλικών στιγμών του Ολυμπιακού σε μια συνέντευξη-σταθμό για τη μοναδική του διαδρομή στο χορτάρι και τους πάγκους!

Πόσο περίεργα παιχνίδια παίζει καμιά φορά η ποδοσφαιρική μοίρα; Ιούλιος του 1978 και η αθλητική Ελλάδα συγκλονίζεται από την «αρπαγή του αιώνα»! Ο Παναθηναϊκός του «πατριάρχη» Απόστολου Νικολαϊδη, αποσπά την υπογραφή του Γιώργου Δεληκάρη μετά από οκτώ μαγικά χρόνια του «βιρτουόζου» της «στρογγυλής θεάς» με την ερυθρόλευκη φανέλα του Ολυμπιακού!

Πειραιάς και Αθήνα, Λεωφόρος Αλεξάνδρας και Καραϊσκάκη… βρίσκονται στα χαρακώματα. Στα παρασκήνια της μεγάλης μεταγραφής μαίνεται ένας «πόλεμος» ανάμεσα σε δύο από τους πιο έξυπνους και χαρισματικούς παράγοντες που γνώρισε ποτέ ο ελληνικός αθλητισμός: Στον Λεωνίδα Θεοδωρακάκη και τον Αντώνη Μαντζαβελάκη.

Ο μετέπειτα επί σειρά ετών πρόεδρος του Ερασιτέχνη Ολυμπιακού, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο δικός του Θρύλος είχε υποστεί τέτοια μεταγραφική ήττα από τον «αιώνιο αντίπαλο». Έπρεπε να απαντήσει! Και η απάντησή του, ήταν ένας 18χρονος μπαλαδόρος που χάζευε εκείνον τον καιρό τους αντιπάλους του στα χωμάτινα γήπεδα της Αθήνας με τη φανέλα του Αττικού.

Ο Τάκης Λεμονής σε ιστορική φωτογραφία από το γήπεδο του Αιγάλεω την 1η Οκτωβρίου 1978, όταν σε αναμέτρηση του Ολυμπιακού με την τοπική ομάδα για την 4η αγωνιστική της σεζόν 1978-79 της Α’ Εθνικής, σημείωσε το πρώτο του γκολ με την ερυθρόλευκη φανέλα.

Εκείνος ο πιτσιρικάς θα εξελισσόταν με την πάροδο των ετών σε έναν από τους μεγαλύτερους «εφιάλτες» του Παναθηναϊκού απ’ όποιο πόστο κι αν συναντούσε τους «πράσινους». Είτε φορώντας εξάταπα, είτε κρατώντας ένα πινακάκι προπονητή στο χέρι.

Μαζί του ο Ολυμπιακός έμελλε να πανηγυρίσει ορισμένες από τις πιο ένδοξες στιγμές της ιστορίας του, εντός και εκτός ευρωπαϊκών συλλόγων και να ταξιδέψει σε ουρανούς δόξας που δεν είχε πετάξει ποτέ στο παρελθόν. Το όνομά του; Τάκης Λεμονής!

Και μόνο με την αναφορά του ονόματος… κάθε άλλος πρόλογος περιττεύει! Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με νύχτες «ερυθρόλευκων» θριάμβων έρχεται σήμερα να πάρει τη δική του ξεχωριστή θέση στη βίβλο των αναμνήσεων του sportday.gr.

Ο Τάκης Λεμονής πανηγυρίζει με τον Πέτρο Μίχο και τους συμπαίκτες του την ιστορική πρόκριση του Ολυμπιακού επί του Άγιαξ τον Σεπτέμβριο του 1983.

Ωστόσο η συνάντησή μαζί του δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μόνο στον ποδοσφαιριστή Τάκη Λεμονή. Αφού, λοιπόν, κολλήσει το αυτοκόλλητο του δίπλα σε αυτά του Θωμά Μαύρου, του Νίκου Τσιαντάκη, του Νίκου Καρούλια, του Κώστα Μαυρίδη, του Πέτρου Ξανθόπουλου και όλων των υπόλοιπων θρυλικών μορφών που κοσμούν ήδη το άλμπουμ μας, κι αφού ξετυλίξει τις αναμνήσεις μιας σπουδαίας ποδοσφαιρικής καριέρας, θα ακολουθήσει και το δεύτερο μέρος της συνέντευξης με τον… προπονητή Τάκη Λεμονή.

Το πρώτο μέρος, όμως, είναι ολοκληρωτικά αφιερωμένο σε εκείνον τον άγνωστο μπόμπιρα, που αποκτήθηκε από τον Ολυμπιακό ως απάντηση στην απώλεια του Γιώργου Δεληκάρη το 1978 και έμελλε να χαρίσει στους «ερυθρόλευκους» φιλάθλους στιγμές που θα ταξιδεύουν στα βάθη των αιώνων και των «μαγικών» ποδοσφαιρικών αναμνήσεων…

 

«Την πρώτη φορά που πήγα να δοκιμαστώ στον Ολυμπιακό τσαντίστηκα και έφυγα από το γήπεδο»

Το μικρόβιο του ποδοσφαίρου, φαντάζομαι το είχατε από μικρός.

Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, κλωτσούσα μια μπάλα. Ο πατέρας μου και ο θείος μου συνέχεια με πήγαιναν στο γήπεδο. Ουσιαστικά ήμασταν μόνιμοι θαμώνες στο Καραϊσκάκη. Παράλληλα και η πλατεία δίπλα στο σπίτι στον Κολωνό ήταν το “γήπεδό” μας και παίζαμε μπάλα.

Λογικό και επόμενο ήταν να πάτε στον Αττικό για να ξεκινήσετε την καριέρα σου.

Δεν έγινε ακριβώς έτσι. Ουσιαστικά λόγω και των… φρονημάτων, είχα ξεκινήσει και πήγαινα και στα τσικό του Ολυμπιακού. Σε ηλικία 14 ετών είχα πάει να δοκιμαστώ για την παιδική ομάδα. Μάλιστα θα γινόταν και ένας φιλικός αγώνας, Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ και μάλιστα βραδινός.

Ο Τάκης Λεμονής σε αναμέτρηση του Ολυμπιακού στη Λάρισα τον Φεβρουάριο του 1979.

Τότε υπήρχε η συνήθεια να παίζουν πριν από τους μεγάλους, οι μικρές ομάδες. Μιλάμε για το 1974. Ήμουν ήδη 20 μέρες με ένα μήνα στις προπονήσεις.

Περίμενα σαν “τρελός” να παίξω εκείνο το βράδυ, όμως ξαφνικά ένας έφορος της ομάδας έφερε έναν ανιψιό του και αντί για μένα, ο προπονητής έβαλε αυτόν. Εγώ φυσικά τσαντίστηκα και πήρα τα παπούτσια μου αμέσως και έφυγα από το γήπεδο.

Μετά τι έγινε;

Γύρισα σπίτι και είπα του πατέρα μου: “Τέρμα, θα πάω κι εγώ στον Αττικό”. Είχε πάει ο κολλητός μου φίλος και είχε υπογράψει εκεί και πήγα κι εγώ τελικά.

«Μέχρι τη μέρα που υπέγραψα στην ομάδα, ο Ολυμπιακός δεν είχε ενδιαφερθεί για μένα»

Η μοίρα όμως είχε “γράψει” Ολυμπιακός και έτσι ήρθε η στιγμή για τη μεταγραφή, αλλά με “περιπέτεια”.

Μεγάλη περιπέτεια. Ο Ολυμπιακός μέχρι την ημέρα που υπέγραψα δεν είχε ενδιαφερθεί για μένα. Εγώ από τα 17,5 έπαιζα στην Εθνική Νέων και παρά το γεγονός ότι ήμουν στον Αττικό, στο Πανευρωπαϊκό που είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά, είχα παίξει δύο παιχνίδια ως βασικός.

Έτσι άρχισα να “κάνω όνομα” και στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο και στις μικρές εθνικές ομάδες. Ο Ολυμπιακός όμως από λάθος είχε δοκιμάσει έναν Λεμονή, ο οποίος ήταν αμυντικός. Είχαν την εντύπωση ότι ήμουν εγώ και γι αυτό το λόγο δεν είχε ενδιαφερθεί για μένα.

«Παίρνει τηλέφωνο τσαντισμένος ο Θεοδωρακάκης τον πατέρα μου και άρχισε να τον βρίζει… Θέλεις να πας το παιδί στον Παναθηναϊκό;»

Ενδιαφέρθηκε όμως ο Παναθηναϊκός.

Ναι και ήμουν έτοιμος να υπογράψω εκεί. Μάλιστα όταν το ανακάλυψε ο συγχωρεμένος ο Θεοδωρακάκης, πήρε τηλέφωνο τον πατέρα μου και τον έβριζε. “Θέλεις να πας το παιδί στον Παναθηναϊκό” και τέτοια.

Νωρίτερα είχε πάρει τον Πετρίτση τηλέφωνο που ήταν προπονητής της Εθνικής και του είχε πει: “Αυτός ο Λεμονής που δοκιμάζουμε είναι πολύ αργός αμυντικός”. Ο Πετρίτσης τότε του απάντησε ότι κάνει λάθος και ότι ο παίκτης που του είχε πει δεν είναι αμυντικός.

Έτσι ανακαλύφθηκε το λάθος και με το που είπε ο Θεοδωρακάκης να πάμε στα γραφεία του Ολυμπιακού, δεν συζητήσαμε τίποτε άλλο.

Ο Τάκης Λεμονής πανηγυρίζει με τον Μιχάλη Κρητικόπουλο και τον Τάκη Περσία τη νίκη επί του Άρη στο Καραϊσκάκη την Πρωταπριλιά του 1979.

Πήγατε λοιπόν στον Ολυμπιακό και από μια ερασιτεχνική ομάδα μπήκατε στα αποδυτήρια της μεγαλύτερης στην Ελλάδα.

Μπαίνοντας σε αυτά τα αποδυτήρια και μάλιστα ως μικρός, ήταν πολύ δύσκολο ακόμα και να μιλήσεις. Δεν είναι όπως είναι τώρα τα πράγματα. Υπήρχαν οι παλιοί παίκτες. Εγώ πάντως δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα και ίσα ίσα που οι μεγάλοι παίκτες, κατά κάποιο τρόπο, με αποδέχτηκαν αμέσως.

Να πούμε ποιοι ήταν αυτοί οι μεγάλοι παίκτες;

Μεγαλύτερους δεν μπορούσες να συναντήσεις εκείνη την εποχή. Κελεσίδης, Γαλάκος, Κυράστας, Καραβίτης, Κρητικόπουλος, Συνετόπουλος, Αντωνιάδης, Ρόρμπαχ, Αρβανίτης. Οι τρεις τελευταίοι ήταν και οι καινούργιες μεταγραφές.

Είχε φύγει ο Δεληκάρης και τον βρήκα ως αντίπαλο, αλλά κατά κάποιο τρόπο και η δική μου μεταγραφή στον Ολυμπιακό ήταν σαν ρελάνς στη μεταγραφή του Δεληκάρη. Έμπαινες σε κάτι αποδυτήρια όπου ο καθένας από τους παίκτες είχε πάρει 4-5 τίτλους.

Γι’ αυτούς τους παίκτες για παράδειγμα, η ισοπαλία στη Λεωφόρο ήταν αποτυχία. Οπότε και εμείς οι μικροί, όταν μπήκαμε στην ομάδα, έπρεπε να ακολουθήσουμε αυτή τη νοοτροπία και αυτό το πνεύμα.

Ο Τάκης Λεμονής με τον Νίκο Αναστόπουλο και τον Τάσο Μητρόπουλο στα αποδυτήρια του Καραϊσκάκη, γιορτάζουν την κατάκτηση του πρωταθλήματος της σεζόν 1982-83 από τον Ολυμπιακό

Θέλοντας και μη, μπαίνοντας σε τέτοια αποδυτήρια “έχτιζες” χαρακτήρα.

Δεν το συζητάμε. Έχτιζες έναν χαρακτήρα και μάθαινες να σέβεσαι τους μεγάλους παίκτες. Αν έκανες κάτι, δεν υπήρχε περίπτωση να μη σε πιάσει ένας μεγάλος παίκτης από το αυτί και να σε βάλει στη θέση σου. Είναι πολύ σημαντικό αυτό.

Αυτός ο “σεβασμός” υπάρχει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο;

Είναι δύσκολο να υπάρξει. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα γενικά στη λειτουργία των αποδυτηρίων. Δεν ξέρω εάν έχετε διαβάσει…

Στη Γιουνάιτεντ ο Φέργκιουσον, επειδή είχε μια γενιά νέων και καλών παικτών από το ξεκίνημά τους, είχε βάλει έναν κανόνα. Έπρεπε να φτάσουν στα 23 τους χρόνια, για να πάρουν από την εταιρεία που ήταν χορηγός της ομάδας, καλό και ακριβό αμάξι. Μέχρι τότε κυκλοφορούσαν με απλά αυτοκίνητα. Τι σημασία έχει αν ήσουν ο Μπέκαμ ή ο Γκιγκς, θα πάρεις αυτό το αυτοκίνητο.

Έχει και αυτό τη σημασία του, στο πως λειτουργεί δηλαδή μια ομάδα, για να εμπνέει η ίδια το σεβασμό. Είναι δύσκολο πλέον να υπάρξει ένας κορμός 12 παικτών και δεν σου λέω για παραπάνω, που να μείνουν στην ίδια ομάδα για πέντε χρόνια για παράδειγμα.

Παλιά εκεί που υπογράφαμε, ξέραμε ότι τα επόμενα χρόνια της ζωής μας θα είναι εκεί., εκτός αν γίνει κάτι άλλο.

Για εσάς το “κάτι άλλο”, ήταν μια πρόταση από τη Νυρεμβέργη, όμως ο Νταϊφάς δεν σας άφησε να πάτε.

Πιστεύω οτι ο Ολυμπιακός ζήτησε τότε υπερβολικά λεφτά. Ο Χάιντς Χεερ ήταν προπονητής εκεί και με ήξερε φυσικά από την θητεία μας στον Ολυμπιακό.

Με είχε πάρει το καλοκαίρι τηλέφωνο να βρεθούμε γιατί με ήθελε στην ομάδα του. Εγώ φυσικά τα βρήκα σε πέντε λεπτά μαζί του, γιατί ήταν δελεαστική η πρόταση, αλλά ο Ολυμπιακός ζήτησε πολλά λεφτά τότε.

Το θεωρήσατε αυτό σαν μια “χαμένη ευκαιρία”, σας έμεινε κάποια πίκρα;

Ναι φυσικά και ήθελα να πάω. Δεν μπορώ να την πω “χαμένη ευκαιρία”, αλλά τότε δεν έβγαινες εύκολα στο εξωτερικό. Ήταν κάτι που ήθελα.

«Ο Τόζα ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του, ο Σενέκοβιτς ήθελε να ελέγχει… και το νερό που πίναμε»

Πήγατε λοιπόν στον Ολυμπιακό το 1978 και ζήσατε από την αρχή το χτίσιμο της ομάδας που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια.

Ο Τόζα Βεσελίνοβιτς είχε βάλει τότε τις βάσεις. Τώρα που τα σκέφτομαι κι εγώ ως προπονητής, κάποια πράγματα που έκανε εκείνη την εποχή, ήταν πολύ μπροστά.

Σε θέματα φυσικής κατάστασης ήταν πολύ σκληρός. Κάναμε υπερβολικά σκληρή προπόνηση, χωρίς να υπάρχει επιστημονική υποστήριξη. Σε θέματα όμως τακτικής ήταν μπροστά από την εποχή του, στο θέμα του πρέσινγκ.

Ήταν η πρώτη φορά που οι αμυντικοί έμαθαν αυτή τη λέξη και οι επιθετικοί μάθαμε ότι υπάρχει και αμυντικό παιχνίδι. Μέχρι τότε μας ενδιέφερε το τι θα κάνουμε από τη μέση και μπροστά. Όταν αρχίσαμε να πιέζουμε στην αντίπαλη περιοχή, ήταν κάτι που δεν… υπήρχε.

Οι παίκτες του Ολυμπιακού… χαζεύουν τον θρυλικό Τόζα Βεσελίνοβιτς σε προπόνηση του Ολυμπιακού τον Ιούλιο του 1978, στην πρώτη καλοκαιρινή προετοιμασία των «ερυθρόλευκων» που πήρε μέρος και ο Τάκης Λεμονής.

Μου έχουν πει αρκετοί, ότι στήριζε τα νέα παιδιά.

Είχε αυτή την τόλμη. Εγώ την πρώτη μου χρονιά έπαιξα 20 παιχνίδια ως βασικός. Έμεναν στον πάγκο παίκτες όπως ο Λοσάντα, ο Ρόρμπαχ, ο Αντωνιάδης, ο Κρητικόπουλος και έπαιζα εγώ.

Πως νιώθατε εκείνη την εποχή, που από τα ξερά γήπεδα βρεθήκατε βασικός στο Καραϊσκάκη;

Ένιωθα φανταστικά, αλλά παράλληλα το θεωρούσα και νορμάλ κατά κάποιο τρόπο, τώρα που το σκέφτομαι. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ήταν αφύσικο.

Από το πρώτο φιλικό που παίξαμε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ο Βεσελίνοβιτς με είχε βάλει βασικό. Εγώ όταν το άκουσα δεν το πίστευα, αλλά παράλληλα κατάλαβα ότι με υπολόγιζε και ότι μπορώ να την κάνω καλά τη δουλειά.

Ο Τόζα δεν το έκανε μόνο με εμένα αυτό. Το έκανε και με τον Κοκολάκη, τον Ξανθόπουλο, το είχε κάνει και με τον Βαμβακούλα την προηγούμενη χρονιά. Μάλιστα ο κόσμος τον “έβριζε” την πρώτη χρονιά γιατί έβαζε τον Βαμβακούλα.

Ήταν αυτός που επέμενε να παίξει αριστερό μπακ και όπως όλοι ξέρουμε, δικαιώθηκε στον απόλυτο βαθμό. Το “μάτι” που είχε για τους νέους παίκτες ήταν φανταστικό. Έκανε δοκιμαστικά και αυτοί οι παίκτες είχαν αποκτηθεί από αυτά τα δοκιμαστικά.

Πάμε στις μεγάλες βραδιές της Ευρώπης τώρα.

Φτάσαμε πολύ κοντά στην υπέρβαση στην Ευρώπη. Πραγματικά εκείνη η ομάδα είχε όλες τις προϋποθέσεις για να φτάσει πολύ ψηλά στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Λίγο καλύτερα να μας πήγαιναν τα ματς με την Μπενφίκα, νομίζω ότι θα πηγαίναμε μακριά. Εκείνη η ομάδα ήταν σούπερ. Είχαμε αποκλείσει τον Αγιαξ και εδώ έπρεπε να έχουμε κερδίσει 4-0. Αυτά τα ματς μου έχουν μείνει κι εμένα ως απωθημένο.

Η βραδιά με τον Αγιαξ;

Κάναμε πολύ καιρό να συνειδητοποιήσουμε ότι είχαμε αποκλείσει αυτή την ομάδα. Ήταν τόσο καλή ομάδα. Κούμαν, Ράικαρντ, Βαν Μπάστεν…

Βέβαια από την πρώτη στιγμή που μάθαμε την κλήρωση, ο Χέερ ξεκίνησε και μας ανέλυε τον Άγιαξ και παράλληλα δουλεύαμε μόνο γι αυτό το ματς. Κάναμε φοβερή δουλειά σε όλα τα επίπεδα. Βέβαια είχαμε και την τύχη μαζί μας όποτε τη χρειαστήκαμε, αλλά κυρίως είχαμε σπουδαία ομάδα.

Μια χρονιά νωρίτερα προπονητής σας ήταν ο Σενέκοβιτς. Τι είχε συμβεί με αυτόν;

Ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να ελέγχει τα πάντα. Ακόμα και το νερό που πίναμε. Νιώθαμε ότι μας “έπνιγε”. Έκανε πολύ καλή προπόνηση, αλλά ήταν εκτός της ελληνικής πραγματικότητας. Κάπου αυτό μας “έπνιξε” ως ομάδα.

Ξεκινήσαμε πολύ άσχημα, δεν είχαμε ψυχολογία, δεν ήρθαν και τα αποτελέσματα και παρά το γεγονός ότι είχαμε καλή ομάδα, τα αποτελέσματα έπαιξαν ρόλο. Υπήρχε βέβαια σεβασμός, αλλά μπορώ να σου πω για μένα για παράδειγμα ότι με εκνεύριζε…

Αν εγώ έκανα κοντρόλ με το τακουνάκι και έφευγα, αυτός μπορεί αν το θεωρούσε λάθος και ήθελε να με βάζει να κάνω κοντρόλ με το αριστερό για παράδειγμα. Το θέμα όμως είναι ότι εγώ με αυτή την ενέργεια μπορεί να έκαναν και ντρίμπλα παράλληλα…

Σε περιόριζε πάρα πολύ στο παιχνίδι. Μετά ήρθε ο Γκόρσκι, ο οποίος ήταν εντελώς άλλο στυλ και η ομάδα ελευθερώθηκε και άρχισε να αποδίδει.

«Ποια social media; Τα… αληθινά social media ήταν να πηγαίνεις στου Ρέντη μετά το 4-0 από τον Παναθηναϊκό στον τελικό κυπέλλου και να βλέπεις 5.000 κόσμο έτοιμο να σε πνίξει!»

Πάμε τώρα σε ένα άλλο θέμα. Λέμε όλοι ότι είναι “εκρηκτικά” τα αποδυτήρια του Ολυμπιακού, ήταν και στην εποχή σας;

Βέβαια. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Πρόκειται για μια ομάδα που έχει κατά μέσο όρο πάντοτε 20 πρωτοκλασάτους παίκτες. Όλοι παλεύουν για 11 θέσεις. Δεν είναι απλά τα πράγματα. Και τότε υπήρχε η πίεση από τον κόσμο και τις εφημερίδες…

Δεν υπήρχαν τα social media, αλλά υπήρχαν τα… αληθινά social media. Έχουμε δει στο Ρέντη, 5.000 κόσμο έτοιμους να μας πνίξουν μετά το 4-0 με τον Παναθηναϊκό στο κύπελλο. Μετά από μια ήττα ή ισοπαλία δεν θυμάμαι, με τον Άρη στο Καραϊσκάκη.

Δυνατό σημείο δικά σας ως ποδοσφαιριστής ποιο ήταν και ταυτόχρονα ποιο ήταν αυτό που θέλατε να διορθώσετε;

Μου άρεσαν πολύ τα εκτός έδρας παιχνίδια και ειδικά στην Τούμπα, τη Λεωφόρο, τη Φιλαδέλφεια. Μου έδιναν κίνητρο. Αντίθετα το μειονέκτημα ήταν ότι σε κάποια παιχνίδια, πιο εύκολα ήμουν πιο χαλαρός και δεν μου άρεσε αυτό.

Ήθελα πριν τα ματς να μην μπορώ να κλείσω μάτι και να τα σκέφτομαι συνέχεια. Να παθιάζομαι. Τεχνικά αυτό που έπρεπε να βελτιώσω πάρα πολύ και το προσπαθούσα ήταν το να είμαι πιο δυνατός μέσα στην αντίπαλη περιοχή.  Ένα ακόμα καλό στοιχείο που είχα είναι ότι έβγαζα καλές κάθετες πάσες.

Με ποιον συμπαίκτη σας νιώθατε ότι συνεργάζεστε καλύτερα στο γήπεδο;

Με τον Αναστόπουλο. Ήξερα από πριν τι θα κάνει και που πρέπει να του στείλω την μπάλα. Ήταν αυτό που λέμε “βρισκόμασταν με κλειστά μάτια”. Φυσικά και με τον Τάσο Μητρόπουλο, που ήξερα που να του κάνω τη σέντρα. Στον αέρα ήταν ανίκητος.

Να μιλήσουμε και για κάποιους άλλους προπονητές που είχατε. Νίκος Αλέφαντος.

Εγώ έπαιζα βασικός σε όλα τα ματς με τον Αλέφαντο. Είχε κάποιες ιδιορρυθμίες, αλλά η προπόνηση που κάναμε ήταν καλή. Στον Ολυμπιακό δεν έδειξε κάποια πράγματα που μπορεί να έδειξε σε άλλες ομάδες, ή σε άλλες εποχές που δεν ήμουν.

Μετά με τον Γεωργιάδη, δεν παίξατε πολύ.

Ο Γεωργιάδης έκανε πολύ καλή προπόνηση. Αλλά οι ομάδες του επιπέδου του Ολυμπιακού, δεν δίνουν πίστωση χρόνου και χρειάζονται τα αποτελέσματα. Αυτά είναι και ο καθοριστικό παράγοντας για έναν προπονητή.

Όλα αυτά έπαιξαν ρόλο και στο τελευταίο πρωτάθλημα είχατε λίγες συμμετοχές;

Όλα παίζουν ρόλο. Ίσως έφταιγα κι εγώ. Κάπου με είχε κουράσει ψυχολογικά η τελευταία περίοδος και είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι ίσως πρέπει να φύγω. Είχαν γίνει και αλλαγές στη διοίκηση και παρά το γεγονός ότι είχα συζητήσει με τον κ. Ευθυμίου και είχα μια καλή πρόταση στα χέρια μου, είχα ίσως κουραστεί από την 8ετία.

«Φεύγοντας για τον Λεβαδειακό, είπα στον Νταϊφά… του χρόνου θα με ζητήσεις πίσω»

Πήρατε λοιπόν μια απόφαση που δημιούργησε αίσθηση. Από τον Ολυμπιακό στον Λεβαδειακό.

Εγώ έφυγα με πολύ όρεξη να παίξω μπάλα. Φεύγοντας είχα πει στον Νταϊφά: “Του χρόνου θα με ζητήσεις πίσω”. Πήγα αποφασισμένος να παίξω μπάλα στη Λιβαδειά γιατί που είχε λείψει τον τελευταίο χρόνο.

Τότε ο Λεβαδειακός έκανε σπουδαίες μεταγραφές και μου έδειξαν ότι με θέλουν και μου το έδειξαν και στον οικονομικό τομέα, όπου τα λεφτά ήταν απίστευτα. Πήρα την απόφαση και πήγα, ενώ πριν από ένα μήνα ούτε καν το σκεφτόμουν.

Η πορεία σας στο Λεβαδειακό, αποτέλεσε και “απάντηση” για εσάς;

Πιστεύω ότι στον Λεβαδεικό τα χρόνια που έμεινα εκεί, αδικήθηκα. Αυτό μου το είπε και κάποια στιγμή αργότερα ο Αλκέτας Παναγούλιας, ότι έκανε λάθος που δεν με πήρε στην Εθνική. Τη δεύτερη χρονιά μου στον Λεβαδειακό, ψηφίστηκα από τον ΠΣΑΠ καλύτερος Έλληνας παίκτης. Κάτι το πρωτόγνωρο για παίκτη που δεν έπαιζε σε μεγάλη ομάδα.

Μόνο από τον Λεβαδειακό υπήρχε πρόταση;

Υπήρχε ενδιαφέρον από τον Τόζα Βεσελίνοβιτς, ο οποίος τότε ήταν στην ΑΕΚ. Οι συνθήκες όμως δεν ήταν και τόσο καλές. Υπήρχε διαφορετικό δέσιμο τότε των παικτών με τις ομάδες και δεν ήταν εύκολο να πάρεις την απόφαση να πας σε μια άλλη μεγάλη ομάδα.

Το λέτε αυτό παρά το γεγονός ότι είχατε ζήσει την εποχή των μεγάλων μετακινήσεων από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό για παράδειγμα.

Ναι υπήρχαν, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και η αντίδραση του κόσμου, όταν γίνονταν κάτι τέτοιο, αλλά ήταν κάτι που δεν μου άρεσε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατακρίνω κάποιον από τους παίκτες που πήραν την απόφαση να αλλάξουν ομάδα.

Εμένα προσωπικά αυτά δεν μου άρεσε και δεν ήθελα να το ζήσω. Βέβαια είχα και κάποιο άλλο “δέσιμο” για τον Ολυμπιακό που ήταν η ζωή μου όλη. Μάλιστα να σου πω ότι πρόσφατα είδα το ντοκιμαντέρ για τον Φίγκο. Ήταν συγκλονιστικό αυτό που έζησε αυτός ο τύπος. Αλλά τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας με φανέλα άλλης ομάδας και εννοώ ΑΕΚ ή Παναθηναϊκού;

Όχι και αυτό έχει να κάνει με το σεβασμό που τρέφω σε αυτές τις ομάδες. Είναι οι μεγάλοι αντίπαλοι του Ολυμπιακού. Ο Παναθηναϊκός σε πρώτο πλάνο και ακολούθως η ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ. Πρέπει να υπάρχει ένας σεβασμός. Δεν μπορώ εγώ να “κολλήσω” σε αυτές τις ομάδες. Κακά τα ψέματα. Έτσι όπως έχει γίνει η πορεία μου.

Μετά το Λεβαδειακό η καριέρα σας συνεχίστηκε σε διάφορες ομάδες.

Πρώτα πήγα στον Ιωνικό, όπου είχε αναλάβει ο Αλέφαντος και με ήθελε να πάω στην ομάδα. Τελικά ήρθαμε σε προστριβή. Συνέχισα στον Πανιώνιο, όπου με τον Γιάννη Κυράστα που ήταν τότε προπονητής, πήραμε την άνοδο και συνέχισα στον Εθνικό. Όλες οι ομάδες στις οποίες αγωνίστηκα πήραν την άνοδο.

Ως ποδοσφαιριστής, ζήσατε αυτά που ονειρευτήκατε;

Έχω ζήσει εκπληκτικά πράγματα. Ένα Ολυμπιακό στάδιο με 80.000 κόσμο. Θυμάμαι, έχω μια φωτογραφία που βγαίνουμε στον αγωνιστικό χώρο εμείς και ο Άγιαξ και εμείς κοιτάμε τις εξέδρες. Από αυτή τη φωτογραφία καταλαβαίνεις ότι ο Άγιαξ είχε χάσει εκείνη τη βραδιά από την είσοδο ακόμα στον αγωνιστικό χώρο.

Ποια περίοδο απολαύσατε το ποδόσφαιρο;

Η περίοδος αυτή του Ολυμπιακού το 1982-83 που ήταν καταπληκτική. Στο Λεβαδειακό άλλαξα και θέση και έκανα για εκείνη την εποχή πολύ ωραία και σπουδαία πράγματα. Μου άρεσε πολύ και το πέρασμά μου από τον Πανιώνιο, που εκεί συνάντησα άλλο είδος αποδυτηρίων και άλλη κουλτούρα.

Ο Τάκης Λεμονής γυρίζει το χρόνο πίσω στα χρόνια της ποδοσφαιρικής του δόξας με τη βοήθεια του συντάκτη του sportday.gr, Γιώργου Μπιτσικώκου

Συνήθως σε κάθε ομάδα είσαι πιο κοντά με 7-8 παίκτες που έχει κοινά ενδιαφέροντα… Στον Πανιώνιο δεν γινόταν αυτό. Όλοι οι παίκτες ήταν μια παρέα. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση.

Μάλιστα θυμάμαι στα γενέθλιά μου, που συνήθως αλλού καλούσα ορισμένους παίκτες, στον Πανιώνιο κάλεσα όλη την ομάδα. Μου άρεσε πάρα πολύ και η δουλειά με τον Γιάννη τον Κυράστα. Ήταν ένας προπονητής που δυστυχώς δεν πρόλαβε να κάνει αυτά που μπορούσε να κάνει.

  • Με την αναφορά στον αείμνηστο Γιάννη Κυράστα ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος της συνέντευξης του Τάκη Λεμονή, ακολουθεί το δεύτερο του προπονητή που έγραψε ιστορία στον πάγκο του Ολυμπιακού! 

Κείμενο: Γιώργος Μπιτσικώκος
Φωτογραφίες: Θανάσης Δημόπουλος | Eurokinissi