Ο Ντέμης Νικολαΐδης είναι ένας σταρ εξ ορισμού

Μια διαφορετική ματιά στο διαζύγιο των “Μπέκαμς” της Ελλάδας, του Ντέμη Νικολαϊδη και της Δέσποινας Βανδή

Ως υπεύθυνη όλων των WAG’s, η Δέσποινα Βανδή κρατούσε ανά χείρας το μικρόφωνο το απόγευμα της 5ης Ιουλίου 2004. Ήταν τα προεόρτια του μεγάλου event, της εισόδου των πρωταθλητών Ευρώπης σε μια Αθήνα που ζούσε μια άνευ προηγουμένου ειρηνική τρέλα. Στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου, η ζωή ήταν δύσκολη, η δίοδος για ένα μπουκάλι νερό δύσβατη, ο κόσμος κολλημένος. Η Βανδή έπιασε το μικρόφωνο και φώναξε μελωδικά: «Σήκωσέ το…»

Όταν ψάχνεις την εικόνα που δείχνει τη σόουμπιζ να συναντά τον ελληνικό ήλιο, έναν ανθυγιεινό αέρα και μια βαλκανική τρέλα, δεν υπάρχει κάτι ποιο ταιριαστό από εκείνο το απόγευμα στο Καλλιμάρμαρο. Είναι η σύζυγος του Ντέμη Νικολαΐδη, στο απόγειο της καριέρας της. Ο Ντέμης έχει, ούτως ή άλλως, όλα τα στοιχεία του ποπ σταρ, δεν έφτανε μόνο η κεφαλιά που ανέσυρε από το συρτάρι του Ούβε Ζέελερ στο Αμβούργο, η δύναμη και η καντονική μαγκιά, που έκανε επιτρεπτό, σχεδόν απαιτητό, να παίζει με σηκωμένο το γιακά του. Είναιοι δικοί μας Μπέκαμ και εκείνο το απόγευμα ο Ντέμης, που είχε ήδη αποφασίσει και ανακοινώσει ότι θα σταματούσε το ποδόσφαιρο, για να βάλει την κεφαλή του σε μια λαιμητόμο που δεν είχε ακόμη καταλάβει και να μην την… έχει πού κλίνη, λάμπει διά της προσωρινής απουσίας του.

Είναι σταρ.

Αλλά όλα τελειώνουν. Τα ωραία, δε, κάνουν πολύ θόρυβο.

 

Το… ένα χνώτο και η σύγκριση

Σπάνιες κοινές εμφανίσεις

Έτυχε, ο υπογράφων, σε συζήτηση αστεϊσμού για τον Κάρλες Πουγιόλ, προ δεκαετίας. Φίλος της Μπαρτσελόνα, που είχε τον «Πούζι» κορόνα στο κεφάλι του, ρώτησε: «Έχεις δει τη γυναίκα του;» Προφανώς, τα γουρλωμένα μάτια υπονοούσαν μια εκπάγλου καλλονής, η οποία ερχόταν σε μια κάποια αντίθεση με τον εμβληματικό αρχηγό των «μπλαουγκράνα». Και κάπου εκεί, η σκέψη, δίχως να είναι σεξιστική, έγινε φαεινή. Δεν υπάρχει καμία αρκετή για τον Πουγιόλ.

Μεταξύ τύρου και αχλάδου, και βεβαίως υπερβολής απερίγραπτης, υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό. Στην περίπτωση του διαζυγίου, την Πέμπτη, τα gossip Μέσα έπαιζαν αφειδώς Βανδή και Νικολαΐδη, τη στιγμή που τα αθλητικά είχαν αναλύσεις για Ολυμπιακό και φρόντιζαν να πιάσει το θέμα ένα χώρο στην πρώτη σελίδα, παρ’ όλα αυτά να μην είναι κάτι βασικό. Αυτό, κιόλας, θα μπορούσε να αποτελεί μια ένδειξη για τον παραλληλισμό του ενδιαφέροντος σε ό,τι αφορά το γάμο και, βέβαια, δίχως οποιαδήποτε αμφιβολία, τη φύση του γεγονότος. Η ποπ τραγουδίστρια, άλλωστε, μια από τις πιο διάσημες σε αυτήν τη χώρα, έγινε… ποδοσφαιρικό πρόσωπο.

Ωστόσο, το διαμέτρημα του Ντέμη, όπως κάθε διάσημου ποδοσφαιριστή, είναι εκείνο που υπερτερεί στην κατάσταση. Οι κοινές φωτογραφίες του ζευγαριού ήταν σπάνιες και οι δημόσιες εμφανίσεις, επίσης. Ο Νικολαΐδης ενδιαφέρει παρ’ ότι, ως Έλληνας βετεράνος που σέβεται τον εαυτό του (όπως, παραδείγματος χάρη, είναι ο Γιώργος Σιδέρης, ο Γιώργος Δεληκάρης και ο Νίκος Γκάλης), μοιάζει με… ένα χνώτο, δεν χαριεντίζεται δίχως αιδώ, αν δεν έχει όντως μια δουλειά να κάνει. Επιπροσθέτως, δεν την διαφημίζει, ακόμα κι όταν υπάρχει, όπως έγινε στην τελευταία, σχετικά πρόσφατη, τηλεοπτική απόπειρά του.

Υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό.

 

Ο σταρ εξ ορισμού

Μέσο αναγνώρισης και λατρείας

Ο καλός ποδοσφαιριστής είναι εξ ορισμού σταρ. Όταν ο Τζόνι Ντεπ έκανε τον… con-man του Άλις Κούπερ και έκανε τα πάντα για να γνωρίσει τον Ίγκι Ποπ, μπορούσες να αντιληφθείς πως επρόκειτο για συγκεκριμένες διαφορές, ανάμεσα στο μουσικό και τον ηθοποιό, που έφερναν τον πρώτο στην πλέον περίοπτη θέση σε ό,τι αφορά το τι σημαίνει η παραγωγή έργου και ποια είναι η απήχηση. Ενώ κάποιος θα περίμενε πως ο Ντεπ δεν θα είχε τέτοιο κώλυμα, ως μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες του Χόλιγουντ και πριν το επεισοδιακό διαζύγιο με την Άμπερ Χερντ, η ενασχόλησή του με τη μουσική ήταν αρκετή για να τον κάνει να μετατοπίσει την ίδια τη ματαιοδοξία του.

Κι ενώ η Βανδή απευθύνεται σε χιλιάδες, ενδεχομένως και εκατομμύρια, ανθρώπους κατά τη διάρκεια της παρουσίας της σε μια συναυλία ή μια τηλεοπτική εκπομπή, σαν τον Ντέμη… δεν έχει. Αν και δεν υπάρχουν ειδοποιοί διαφορές σε ό,τι αφορά την απήχηση, μάλιστα από τότε που ο Νικολαΐδης αποχώρησε των ποδοσφαιρικών δρωμένων άμα τη παραιτήσει του από πρόεδρος της ΑΕΚ, η λεπτή απόχρωση περισσότερο αφορά στη μαζική λατρεία και, κυρίως, το μαζικό μίσος.

Αυτό, ακριβώς, είναι που κάνει ισοϋψή κάποιον που εμφανίζεται κάθε Κυριακή με εκείνον που εμφανίζεται κάθε μέρα, αν και ο παραλληλισμός στο ταλέντο δεν βγάζει έκαστον εκ των δύο υποδεέστερο. Παρόμοια ήταν η κατάσταση, δίχως, βεβαίως, την τριβή από τις «εξελίξεις», η οποία αναπαράγεται καθ’ εκάστην, στην περίπτωση του Μίμη Δομάζου και της Βίκυ Μοσχολιού, ακόμα και, ας ειπωθεί έστω και με ένα… εύρος, του Μίμη Στεφανάκου και της Μάρθας Καραγιάννη.

Πρόκειται απλώς για κάτι αυτονόητο: Το ποδόσφαιρο είναι άλλο.

 

Η lifestyle διαφοροποίηση

Δεν ισχύει για όλους τους αθλητές

Γι’ αυτό, κιόλας, δεν υπήρξαν τίτλοι ότι «χώρισε η Βανδή» σκέτοι, ακόμα και στα πιο σκληροπυρηνικά gossip. Το δράμα στην είδηση είναι ο Ντέμης.

Δεν ισχύει για τους υπόλοιπους αθλητές. Ακόμα και για εκείνους του μπάσκετ, η διαφορά δεν είναι τόσο μεγάλη. Οι σχέσεις τους, ούτως ή άλλως, έχουν μια lifestylίδικη υφή, η οποία προσδίδει έναν κάποιο ρομαντισμό στους ίδιους και τις φιλενάδες τους. Ο μπασκετμπολίστας, ένας αθλητής σάλας, είναι πολύ δύσκολο να βάλει το διάσημο πρόσωπο στην άκρη και να μονοπωλεί το ενδιαφέρον όποτε χρειάζεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρόκειται για μια αμοιβαία αναγνώριση, στην οποία, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, το θηλυκό στοιχείο υπερτερεί. Δηλαδή, οι παγαποντιές του Τρίσταν Τόμπσον δεν είναι ευνομούμενες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κοινό αίσθημα, καθώς απέναντί του βρίσκεται η Κλόι Καρντάσιαν.

Ο παίκτης του μπάσκετ δεν έχει απλώς αυτό το διαμέτρημα. Ακόμα και στην περίπτωση του συγχωρεμένου του Κόμπε Μπράιαντ, η Βανέσα είχε από την αρχή το εκτόπισμα που απαιτείτο ώστε να λογίζεται ισότιμο μέλος για το… κοινό αίσθημα, εν πάση περιπτώσει, μια και μια τέτοια σχέση είναι πολύ πιο ισορροπημένη από ό,τι, φερ’ ειπείν, της Ντάνι Κοστέρ με τον Γιόχαν Κρόιφ, ο οποίος, για να σατιριστεί και λίγο η κατάσταση με ένα ειδεχθές στερεότυπο, έτρωγε… ξύλο με ό,τι τσόκαρο υπήρχε.

Ανεξαρτήτως, όμως, πώς περνά στο σπίτι, ο ποδοσφαιριστής στη συνείδηση του κόσμου είναι ο κατακτητής, ο Αττίλας. Ένας άνθρωπος με αξίωμα, που ο περίγυρός του πρέπει να μπαίνει στην άκρη. Ένας Πούτιν, που αν θέλει μπορεί να πει στην Αλίνα Καμπάεβα, που λατρεύεται σαν θεά στη Ρωσία, να εξαφανιστεί για δύο χρόνια.

Κρατάει, ακόμη, αλλά πιθανώς όχι για πολύ, όσο η προσωπικότητα δεν αναδεικνύεται, τη μυρωδιά της αυτή η επίγευση στο συνειδητό.

 

Ένας και μοναδικός

Ο ανεπανάληπτος επιθετικός, που τραγουδούσε Σινάτρα

Σε ό,τι αφορά το ελληνικό ποδόσφαιρο, ο Ντέμης ήταν μονόκερος είτε παικτικά είτε στυλιστικά. Αν πήγαινε ένας δίχως γνώση Γερμανός στη Ριζούπολη το 1995, παρακολουθούσε τους παίκτες του Απόλλωνα να προπονούνται και τον ρωτούσες «ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης της ομάδας», θα σου απαντούσε σίγουρα τον Νικολαΐδη.

Δεν προκύπτει, λένε, κάτι από παρθενογένεση, αλλά ο Ντέμης ούτε αναπαραγόμενος ήταν ούτε αναπαρήχθη. Η απόφασή του, δε, να ακολουθήσει το δρόμο της καρδιάς του και να διαλέξει την ΑΕΚ από τον Ολυμπιακό το επόμενο καλοκαίρι δημιούργησε τέτοια ένταση, που η επιτυχία της ισοδυναμεί με… 20 πλατινένιους δίσκους. Όταν, πάλι, τον απείλησε ο Ψωμιάδης, πήγε στην Ατλέτικο Μαδρίτης και ανέλαβε την ΑΕΚ, η έκταση που πήραν τα ζητήματα έφτανε ως τον Κόκκινο Πλανήτη. Επιπροσθέτως, εκείνη η κίνηση να «δώσει» τους ταραχοποιούς έμοιαζε με γροθιά σε μηχάνημα του λούνα παρκ, που εκτόξευσε το δείκτη στην κορυφή και τον άφησε εκεί.

Ήταν απλώς δύσκολο να αντιγραφούν τα πάντα, ήταν απίθανο να περάσει αδιάφορος, δημιουργούσε μόδες ακόμα και με το αντιαισθητικό πορτορικανό που άφηνε γύρω από το στόμα. Ήταν ο Ντέιβιντ Μπέκαμ και η Βικτόρια, αν ο πρώτος ήταν απλώς κάποιος που είχε αποσυρθεί και δεν φαινόταν κάπου. Και πάλι, δύσκολα θα τολμούσες να συγκρίνεις την επιρροή της «Posh Spice» με εκείνη του παιδιού που κάποτε η «Sun» προσέφερε μια αφίσα με βελάκια και στο κέντρο το πρόσωπό του. Με εκείνον που έκανε μοϊκάνα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, για να έχουν δουλειές με φούντες τα κομμωτήρια σε Ιαπωνία και Κορέα.

Ο Ντέμης τραγουδούσε το «My Way», ήταν ένας από αυτούς, ήταν θρύλος και καταδότης και σάρκα από τη σάρκα και αίμα από το αίμα, παικταράς και άχρηστος ανά δεκάλεπτο, μοιραίος στη Μόσχα και ωραίος απέναντι στον Ελευθερόπουλο, φονιάς και χασογκόλης, και κάθε Κυριακή άλλαζε μορφές, λες και επρόκειτο για τραγοπόδαρο θεό με ικανότητες χαμαιλέοντα. Κι αυτήν την επιρροή αντιλαμβάνεσαι κάθε φορά που ακούγεται το όνομά του, για όποιον λόγο.

 

Έτσι είναι η ζωή

Ένα ελάχιστα επιχειρηματολογικά δομημένο, αλλά πανίσχυρο συμπέρασμα

Είναι, δυστυχώς (επειδή είναι άσχημο να τελειώνουν οι σχέσεις) και ευτυχώς (διότι οι γυναίκες μπορούν, πια, να παίρνουν την απόφαση να φύγουν δίχως να τους στέλνουν στο πυρ το εξώτερον), ένα διαζύγιο. Δεν το λες λομβαρδιανή μπουκιά, απλώς με ένα παιδί 18 χρόνων και ένα 14, αποφάσισαν να χωρίσουν τα τσανάκια τους.

Και, προς Θεού, με τα άνωθεν δεν επιχειρείται να αφαιρεθεί οτιδήποτε έχει καταφέρει μια σταρ του διαμετρήματος της Δέσποινας Βανδή. Απλώς γίνεται κατανοητή, ή εν πάση περιπτώσει επιχειρείται, η επίδραση που έχει το ποδόσφαιρο στις ζωές όλων μας.

Οι ηθικολόγοι από καιρού εις καιρόν επιθυμούν, θέλοντας να εντάξουν εαυτόν σε μια ανώτερη πνευματική τάξη, να θέσουν το εξής ερώτημα: Για ποιο λόγο ένας επιστήμονας που ανακαλύπτει το εμβόλιο κατά του καρκίνου πρέπει να υπερκερνάται από τον τραγουδιστή μιας μπάντας, έναν ράπερ ή μία influencer.

Η απάντηση είναι εύκολη: Έτσι είναι η ζωή. Δεν υπάρχει δημοφιλής επιστήμονας, επειδή η ίδια η λέξη υπονοεί ότι αφορά στην ψυχαγωγία και επειδή… δουλεύει μακριά από το κοινό, για να απαντήσει σε πελώρια ερωτήματα. Το άρτος και θεάματα είναι τόσο σίγουρο όσο οι φόροι, ακόμα και τώρα, που οι ποδοσφαιριστές δεν έχουν τη δυνατότητα, εξ εντολών και από αυτήν την απόγνωση της κούρασης, να «βγάζουν» προσωπικότητα εκτός τερέν.

 

Παγκόσμιο πένθος

Πού οδηγεί το ποδόσφαιρο

Κι όπως η απάντηση είναι τόσο απλοϊκή στην ύφανσή της για αυτό το ζήτημα, είναι αντίστοιχη για το τι συμβαίνει με έναν ποδοσφαιριστή σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον. Ας μην πάει κάποιος μακριά: στις 25 Νοεμβρίου 2020 πέθανε ο Ντιέγκο Μαραντόνα και, παρά την πανδημία και τη ζοφερή δυστοπία που ζούσε το ανθρώπινο είδος, ο πλανήτης πνίγηκε στα δάκρυα εκατοντάδων χωρών, οι υπήκοοι των οποίων είδαν ένα πραγματικό ίνδαλμα, το οποίο δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να είναι τέτοιο, εκτός από την ιδιοφυΐα του σε ένα συγκεκριμένο χώρο, να φεύγει από τη ζωή.

Η έκφραση «παγκόσμιο πένθος» απέκτησε υπόσταση, με τρόπο που, σε ό,τι αφορά τη μουσική, μόνο με τη δολοφονία του Τζον Λένον θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι πλησίασε το νόημα.

Κι ακόμα κι αν η βλακεία είναι ο κανόνας σε αυτήν την περίπτωση, η επαρκέστερη απάντηση είναι ότι πρόκειται για ένα αξίωμα. Αυτό συμβαίνει. Ό,τι προσιδιάζει στη θρησκεία, παράγει αντιδράσεις θρησκευομένων και θρησκόληπτων. Ο οπαδός δεν έχει κάτι διαφορετικό από τον φανατισμένο πιστό: ενώνονται με την ίδια κλωστή και έχουν εχθρούς, τους οποίους αντιπαθούν ή μισούν με τον ίδιο τρόπο.

Σε κάθε χώρα που το ποδόσφαιρο είναι το νούμερο ένα σπορ, οι κορυφαίοι του είδους αποκτούν κατευθείαν θεϊκή υπόσταση. Είναι λάθος, ενδεχομένως όχι πάντα ωραίο, αλλά ο άνθρωπος κατακτάται από τα συναισθήματά του. Η μουσική αναμφισβητήτως τού τα βγάζει, αλλά σαν ένα γκολ στο 90’ δεν έχει.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News