Nίκος Γκάλης: Τα γενέθλια του άχρονου θεού της Ελλάδας, που γίνεται 65 ετών!

Στο Νιου Τζέρσεϊ, την πατρίδα του Φρανκ Σινάντρα, γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου 1957 ο μεγαλύτερος μάστορας στην Ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Ο Νίκος Γκάλης μόνο κατ’ επίφαση κλείνει τα 65: στην περιπτωσή του, ο χρόνος δεν μετράει.

Τι δεν έχει γραφτεί; Τι δεν έγραψαν οι μουσικοί, οι λογοτέχνες και οι δημοσιογράφοι, τι δεν αφηγήθηκαν προπονητές και συμπαίκτες, σε ποια υπερβολή (ο Νίκος Γκάλης ήταν, άλλωστε, μόνος του τέτοια) δεν ολίσθησαν αυτόπτες, αυτήκοοι, πατεράδες και παππούδες;

Ο Νίκος Γκάλης έχει τα γενέθλιά του, τα 65α, και τα κατορθώματά του ωχριούν μπροστά στο ίδιο το περίγραμμά του. Η ίδια η παρουσία του έχει υπογράψει μια αέναη σύμβαση με το άχρονο και το υπερανθρώπινο. Ο Γκάλης της εθνικής ομάδας και του Άρη, η καλαθομηχανή, ο Γκάλης των αδόκητων τελευταίων στον Παναθηναϊκό, ο Γκάλης της σιωπής και της συγχώρεσης, ο επαγγελματίας, ο «φονιάς», ο βραχύσωμος τιτάνας που στερεωνόταν στον αέρα. Ο σεσημασμένος των Άρης-ΠΑΟΚ, ο τύπος που για χάρη του ο Αμερικανός της Μπαρτσελόνα, κατά κύριο λόγο, Όντι Νόρις έβγαλε το γιο του Νίκο, που ο Μπομπ ΜάκΑντου δήλωσε ότι «τέτοιο ρεζιλίκι δεν μου έχουν κάνει ούτε οι Σέλτικς όταν έπαιζα στους Λέικερς», μετά το 98-67 με το οποίο ο Άρης νίκησε την Τρέισερ Μιλάνο στον πρώτο γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1986. Ο Γκάλης που έπαιξε με σπασμένο χέρι στο δεύτερο ημιτελικό του Κυπέλλου Κόρατς το 1985 με τη Βαρέζε, αλλά και εκείνος που έμεινε άυπνος μετά την ήττα του Σίτον Χολ, του κολεγίου του, από το Μίσιγκαν στον τελικό του NCAA το 1989 με τις δύο βολές του Ρουμίλ Ρόμπινσον και που αυτή η ήττα κόστισε στον Άρη, που την ίδια μέρα αντιμετώπισε τη Μακάμπι Τελ Αβίβ στον ημιτελικό του Final 4 του 1989 στο Μόναχο.

Ο τύπος που πήρε οκτώ πρωταθλήματα, έξι Κύπελλα και ένα Super Cup με τον Άρη και ένα Κύπελλο με τον Παναθηναϊκό, που έπαιξε σε τέσσερα Final 4 χωρίς να νικήσει σε κανένα, που υπήρξε σκληρός στις διαπραγματεύσεις του και ανένδοτος όταν δεν συνέβαινε ό,τι του είχαν υποσχεθεί, πρέπει να λογίζεται ως ο ιεράρχης του ελληνικού αθλητισμού.

Δεν είναι ότι δεν υπήρχαν σπουδαίοι ολυμπιονίκες και υπέροχοι αθλητές, αλλά μετά το Ευρωμπάσκετ του 1987, της μίας χρονιάς που ο Ανδρέας Παπανδρέου έχασε τον τίτλο του πιο δημοφιλούς Έλληνα, μια πλημμύρα από παιδιά κατέλαβε όλους τους αθλητικούς χώρους. Το μπάσκετ ήταν το πιο εύκολο, διότι βρισκόταν εκεί, μπροστά στα μάτια τους, αλλά προφανώς δεν ήταν για όλους. Κόκαλα και γόνατα έστειλαν πιτσιρικάδες στις πισίνες, κάποιοι προτίμησαν το βόλεϊ, άλλοι κατέληξαν στο στίβο. Ο Γκάλης προσυπέγραψε την άνοιξη του ελληνικού αθλητισμού, που επειδή ήταν ελληνικός ήταν έμπλεος επιτήδευσης (όπως ανέφερε ο Γκύσταβ Φλωμπέρ στην «Αισθηματική αγωγή»), αλλά που τα ίχνη του ακόμη είναι διακριτά και ουδέποτε πρόκειται να σβήσουν.

Ο ποιητής εκ του προχείρου δεν θέλει να αρκεστεί στον πεζό λόγο. Θέλει να πει τάχιστα -γι’ αυτό παρακαλεί για την επιείκεια, εκεί που είναι δυνατόν, του αναγνώστη για τον άντρα που γιορτάζει και που μαζί του γιορτάζουν οι κρυστάλλινες εικόνες που πότε τον δείχνουν να καταστρατηγεί τους νόμους της φυσικής και πότε να πανηγυρίζει με ένα τρόπαιο ανά χείρας.

Με φουντωμένο το μαλλί, της εποχής της ντίσκο,

έμοιαζε στις αποσκευές βαρύτατο το ρίσκο,

έφτασες, αστειευτήκαμε πως μπήκες στο ταξίδι,

η οδοντοστοιχεία σου πονούσε κι αλυχτούσες,

για φρονιμίτες, γέφυρες και ούλα ανησυχούσες,

στα έφτιαξαν και στο παρκέ μπήκες χωρίς οδύνη,

ποιος είναι ο κοντοπίθαρος, να δούμε τι θα γίνει,

και έτσι ο Αλεξανδρής σε μάρκαρε στην πρώτη,

στον Πεταλίδη γύρισε, «μου βγαλε το συκώτι»,

του είπε με λαχάνιασμα βαρβάτο και ιδρώτα,

από τις προσποιήσεις σου διάλεγε άλλη ρότα,

«πού βρήκατε τον τσόγλανο, με διέλυσε Ανέστη,

μια από ‘δώ μια από ‘κει, έσκασα απ’ τη ζέστη».

Τριάντα με τον Ηρακλή, οι πόντοι στο ντεμπούτο,

αλφάδι ο Άρης διάλεξε, αυτός είν’ άλλο φρούτο,

σκηνές από τα προσεχώς Πέμπτη, Σαββάτο βράδυ,

πάντοτε από πίσω τους σαν ίσκιος στο σκοτάδι,

πότ’ από ‘δω πότ’ από ‘κει και πάντα παραπέρα,

όσοι νωρίς τον λάτρεψαν αδράξανε τη μέρα.

 

Ο Καίσαρας της Αθήνας

Ο ποιητής θα ήταν αδύνατον να μη μιλήσει για το Ευρωμπάσκετ του 1987. Ο Γκάλης υπήρξε μέγας μάγιστρος, ο νεφεληγερέτης που γέμιζε τα κλειστά γυμναστήρια ανά τη χώρα, αλλά δίχως τα υπεράνω πάσης φαντασίας κατορθώματα εκείνου του Ιουνίου, ο λόγος δεν θα γινόταν τώρα για ένα κοινωνικό φαινόμενο. Δεν υπήρξε μόνος. Οι συμπαίκτες του υπήρξαν περιωπής, οι περισσότεροι είναι άξιοι κοινωνικής αναλύσεως. Η συμπυκνωτική προσέγγιση στην πρόταση δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τη συμβολικότητα του Γιαννάκη, του Φάνη και του Φασούλα. Δεν εμποδίζει την ανάπτυξη του φαρσοειδούς του Φιλίππου, του πρωτογενούς του Καμπούρη, του μειλίχιου των Ιωάννου και Ανδρίτσου, του σωστού χωροχρόνου των Σταυρόπουλου, Ρωμανίδου, Λινάρδου και Καρατζά. «Αλλά» στην προσφορά δεν γίνεται να υπάρξει. Και το φωτοστέφανο που περιέργως ακολουθούσε το νούμερο «4», σαν σε μια αποστολή έρωτα από τον Παράδεισο, δεν γίνεται να αμφισβητηθεί. Βρισκόταν στο «σβήσιμο» κάθε αριστερής ντρίμπλας, ακριβώς πάνω στο ιδεατό τζαμπ στοπ, πριν το σήκωμα για ακόμα ένα πολύ παράλογο καλάθι.

«Βιτάλι, Βάλντις, Ανατολί και Βλαντίμιρ,

Γκεόργκι και Έπι, Ρισάρ κι Αντονέλο,

μες στην Ευρώπη άναψες μονάχος το φουρνέλο,

ποιος άνθρωπος γινότανε εσέ να σταματήσει,

ποιος Ζόραν, ποιος Χουάν, ποιος Γκυ, Νίκο να σε κρατήσει,

εκεί που επιτίθεσο τύρρανος στο καλάθι,

που έγραφες και έσβηνες μονάχος σου τα λάθη,

σε ποιο λυκόφως είσδυσες, ποια μοίρα σε φιλούσε,

όταν σον κόσμο έδειχνες ο Τέσλα τι ποθούσε,

ενέργεια ακράτητος μες στο κενό να μένεις,

πότε ζερβά πότε δεξιά, οπούθε να πηγαίνεις.

Κι αν λογική επιστράτευσαν, νόμους κι αν επιστέψαν,

μέσα απ’ τις βόλτες στο άβαρες το νου τους αχρηστέψαν.

Και ξωτικο, μα και θεριό κι αρίσταρχος και εραστής,

της μπάλας (σου) ήσουν δόκτορας, της δόξας θεριστής.

Κι όταν σου κλώτσησαν την μπάλα, κι όταν την έψαχνες πολύ,

η Αθηνά σου μήνυσε,

γυαλί, μαλλί και χαϊμαλί και μπάσκετ με τον Γκάλη.

Ήτανε 14 του Ιούνη στο χαρτί

Το ημερολόγιο έσφαλε σάμπως κατατί,

Όπως και μέχρι σήμερα το ίδιο λάθος κάνει,

τα 65 έκλεισες, λέει, και δεν λανθάνει,

Μα λάθος μέγιστο, μεμιά, τους αριθμούς να πέμπει,

σε ό,τι χρόνο δεν μετρά, σε ό,τι νωρίς δεν φέγγει.

Αθάνατος αθάνατος, φωνάξαν στις κοιλάδες,

γενέθλια γιορτάζουμε, όλγουεϊς και με χάρη,

να μη μας καλοπιάσετε, δεν θέμε τεμενάδες,

ούτε επιβεβαίωση για δείκτες και μονάδες.

Γιατί είσαι άχρονος θαρρώ, ο χρόνος δεν σε πιάνει,

το ονοματεπώνυμο μας σώνει και μας φτάνει.

Μία Νίκος. Μία Γκάλης.

Άλλο πόντο δεν θα βάλεις.

Όμως μοναδικός, στον κόσμο όλον είσαι

κι αν η Χαρούλα τραγουδά, είσαι θεός, κι αν είσαι,

τι απομένει ν’ αγροικάς, τι απομένει να ‘χεις

στην αισιοδοξία μας υπήρξες ο μονάρχης,

κι όπως ο Νιόνιος έγραψε, στο μέτρο του φωτός μας,

στεκόσουν όντως λαμπερός, το ροκ του μέλλοντός μας.

 

Η ελπίδα του Γκάλη απέναντι στην κρίση

Εκ φύσεως και εξ ιδιοσυγκρασίας, ο Γκάλης ουδέποτε μιλούσε. Ακόμα και τώρα, που θα περίμενε κάποιος να μακρηγορεί, δίνοντας συμβουλές στους νέους και βγάζοντας εμπνευστικούς λόγους, μόνο ανά ιδιαίτερες περιστάσεις εμφανίζεται. Μια θεωρία πολύ βασική, που τον κράτησε σχεδόν 15 χρόνια μακριά από τα δρώμενα, είναι ότι ο Γκάλης κλήθηκε όταν η Ελλάδα προσγειώθηκε στον κόσμο της οικονομικής κρίσης, που ήταν κυρίως και πρωτίστως ανθρωπιστική. Από τις αρχές του 1994, που σταμάτησε το μπάσκετ, σαν να γινόταν μια προσπαθεια να τον εξαφανίσουν. Εν τη απουσία του από την εκδήλωση των δέκα χρόνων από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 1987, έφερε αντίποινα, αφού στο βίντεο που μεταδόθηκε δεν εμφανίστηκε παρά μία φορά, στα επινίκια (και, ναι, αυτό ήταν δυνατόν). Ο Γκάλης απάντησε όπως ο Γκάλης πάντα απαντά, με τη σιωπή του. Αλλά τα ανεμομαζώματα ακολούθησαν διαβολοσκορπίσματα. Τι άραγε περίμεναν εκείνοι που με τόση άνεση υποκρίνονταν ότι δεν υπήρξε.

 Εμφανίστηκε ξαφνικά στο Ευρωμπάσκετ του 2007, σε μια συνάντηση με τον Παναγιώτη Γιαννάκη που ήταν άκρως συγκινητική, βρέθηκε στο Αλεξάνδρειο ένα φαντασμαγορικό απόγευμα του Μαΐου του 2013, το ΟΑΚΑ το 2016 πήρε το όνομά του και ο Νικ μπήκε στο Hall of Fame τον Σεπτέμβριο του 2017. Πλέον, τα ανδραγαθήματά του στο Ευρωμπάσκετ μπήκαν στο βιβλίο της Νεοελληνικής Γλώσσας της Α’ γυμνασίου. Το χρέος της αδιαφορίας και της απάθειας προς το πρόσωπό του μοιάζει να εξοφλήθηκε, αλλά ο κύκλος χωρίς εκείνον, σε κάθε διάσταση, δεν ήταν ανώδυνος. Τα προβλήματα δεν λύθηκαν, τουναντίον έχουν διογκωθεί, αλλά η αναφορά στον Γκάλη αποτελεί εξ ορισμού και αφ’ εαυτού ένα δυνατό σύμμαχο.

Ο ποιητής εκ του προχείρου παίρνει το βλοσυρό ύφος του και τινάζει απότομα την πένα του. Ένα χνούδι από το φτερό χήνας εκτοξεύεται, πριν πέσει αργά στο πάτωμα. Ο φαντασιόπληκτος το κοιτάζει και παρατηρεί σκωπτικά, «χάνει τρίχες το πτηνό». Έπειτα, συγκεντρώνεται στο γραπτό του.

Εκκλήσεις πια οι ναυτικοί δεν έκαναν Νικόλα,

στον άγιο προστάτη τους, στις Νύμφες του Αιόλου,

μπουνάτσα απλωνότανε, δεν είδαν πως, καθ’ όλα,

στο τέλος τούς περίμεναν τα νύχια του Διαβόλου.

Καύσιμα δεν εβάλανε, σωσίβια ξεχάσαν,

εφάγανε καλά καλά και ήπιαν το Αιγαίο,

στα λυσσασμένα κύματα ενώπιον τα ‘χάσαν,

από το Καστελόριζο πνιγμένοι ως το Παγγαιό.

Κι έτσι πριν τη στερνή πνοή αφήσουν βυθισμένοι,

στη θάλασσα των στεναγμών, στο κύμα τ’ αγριεμένο

τότε σ’ ενεθυμήθησαν και φόλα απελπισμένο,

φωνάξαν σε με λάρυγγα απόηχου στυμένο.

«Νίκο, Νικόλα άγιε, Νίκο με τον αέρα,

γαλήνεψε τη θάλασσα, σώσε μας, μη θυμώνεις,

δεν είν’ πως σε ξεχάσαμε, μας πλάνεψε η μέρα,

τι άλλο καταντήσαμε από ναύτες της συγγνώμης;»

Έτσι ο μεγαλόθυμος Νικόλας του Αιόλου

χάρη μεγάλη ζήτησε, μα χάρη τελευταία,

χαμήλωσε την ένταση, μείωσε τον αέρα,

ο άνθρωπος στην πλησμονή και η ένδεια στη φροσύνη

ζουν και καθίστασαι αφελής,

αν θες ευγνωμοσύνη.

Ο Αίολος τον κοίταξε με βάθος μες στα μάτια

και είδε ό,τι έθαψε ο κόσμος με το χρόνο

που τώρα το αναζητά, σπάζοντας τα κομμάτια,

που έφτιαξε νομίζοντας πως τέλειωσε τον πόνο.

Δεν θα σβηστεί το βάσανο, Νικόλα, με μπουνάτσα,

είπ’ ο θεός στον άγιο και έπιασε το σάκο,

συγχωροχάρτι παίρνουνε, μα όχι αμνηστία

κι αν σε ξεχάσουνε ξανά, άμα σε λησμονήσουν,

προσωπικά θα φροντιστεί να πέσουν σ’ αχρηστία.

Έτσι οι ναυτικοί σχεδιές βρήκαν σαν από θαύμα

κι η θάλασσα γαλήνεψε, έπεσε ο αέρας, 

μόλις σωθούμε άγιε, δικό σου θα ν’ το τάμα

και δεν θα σε ξεχάσουμε, στο ιστίο της παντιέρας

το πρόσωπό σου σχέδιο θα γίνει να θυμίζει,

πως ο δικός μας ήρωας σε όλους μας αξίζει.

Και πράγματι οι ναυτικοί το τάμα κανονίσαν,

κάθε πρωί τον άγιο μέσα τους αναφέρουν

μόλο που τα προβλήματα ουδέποτε λυθήσαν,

μόνο με την ενθύμιση λιγότερο υποφέρουν.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News