Ο Λιονέλ Μέσι ευλόγησε το ποδόσφαιρο για 22 χρόνια. Έχασε τον τελευταίο του τελικό Μουντιάλ και πλάνταξε στο κλάμα ακούγοντας τον κόσμο να φωνάζει το όνομά του. Πριν λίγα χρόνια, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά…

Ημέρα 1

Είχε γίνει 17 πριν σχεδόν τέσσερις μήνες. Ήταν ένα παιχνίδι για την έβδομη αγωνιστική της Πριμέρα Ντιβιζιόν. Θα ήταν αδιάφορο αν δεν ήταν πάνω στον λόφο του Μονζουί κι αν απέναντι δεν ήταν η μοναδική πραγματική τοπική αντίπαλος της Μπαρτσελόνα, η Εσπανιόλ. Ο Πορτογάλος Ντέκο είχε πετύχει το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης μ’ ένα φιλόδοξο σουτ έξω από την περιοχή.

Αν δεις το βίντεο, μπορεί να μπερδευτείς. Το ισπανικό κανάλι έγραφε πάνω αριστερά «36’», μα αν κοιτάξεις καλύτερα θα προσέξεις πως στο πλαίσιο έγραφε «Segunda Parte». Τότε ο Ντέκο είδε τον αριθμό του και μετά το «30». Μ’ ένα χαμογελάκι βλέπει τον αγχωμένο πιτσιρικά που χάζευε τα κορδόνια του, του δίνει τα δύο χέρια και τον φιλά στον αέρα. Ίσως ο Φρανκ Ράικαρντ να ήθελε να τον ευλογήσει, βάζοντάς τον στη θέση του μοναδικού σκόρερ του ντέρμπι.

Ήταν ο πρώτος επαγγελματικός αγώνας του Λιονέλ Μέσι κι η πρώτη πράξη του μικρότερης κλίμακας «κλάσικο» που θα έπαιζε στο έπος που κυνικά λέγεται καριέρα. Δεν πρόλαβε να κάνει πολλά ούτε σ’ εκείνο το οκτάλεπτο ούτε σ’ εκείνη τη σεζόν. Μονάχα την ημέρα 197 θα έφερνε τον ουρανό στο κεφάλι του γκολκίπερ της Αλμπαθέτε, Ραούλ Βαλμπουενά, ο οποίος σίγουρα τότε θα ντρεπόταν που είχε δεχθεί τη λόμπα του νεαρότερου σκόρερ στην Ιστορία της Μπαρτσελόνα, μα σήμερα έχει να λέει αυτή την ιστορία πριν από οποιαδήποτε άλλη της δεκαετούς πορείας του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Κι ας είχε πάρει εκείνο το Κύπελλο με τη Σαραγόσα λίγους μήνες πριν. 

Ημέρα 305

Ο Ζοσέ Πέκερμαν, προπονητής της Αργεντινής, είχε δει τον πολυσυζητημένο πιτσιρικά από το Ροζάριο να παίρνει στις πλάτες του τους άλλους πιτσιρικάδες της Αλμπισελέστε πριν περίπου έναν μήνα και να κατακτά ως πρώτος σκόρερ το Παγκόσμιο Κύπελλο των νέων. Σ’ ένα φιλικό με την Ουγγαρία, τον έβαλε στη θέση του Λισάνδρο Λόπεζ. 28 χρόνια μετά τον Ντιέγκο Μαραντόνα, έπαιρνε κι εκείνος το διεθνές βάπτισμα του πυρός απέναντι στους Μαγυάρους. Στον πάγκο του «Φέρεντς Πούσκας» καθόταν μάλιστα ο «καλύτερος αντίπαλος της καριέρας του Ντιέγκο», μάλιστα σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου. Εκείνος με τον οποίον μοιράστηκαν παρτίδες το ‘86 και το ‘90, ο σκληρός Γερμανός Λόταρ Ματάους. 

Πέρασαν κάπου στα 44 ή 45 δευτερόλεπτα για να βρει το πρώτο του θύμα. Ήταν ο Βίλμος Βάντσακ, ένα ταλαιπωρημένο στόπερ που εκείνα το χρόνια έπαιζε στην Ουίπεστ. Όπως κι εκατοντάδες συνάδελφοί του μέσα στα επόμενα χρόνια, είχε την ιδέα να τον τραβήξει από τη φανέλα. Ο μικρός προσπάθησε να τον αποφύγει κάνοντας το χέρι του προς τα πίσω κι ο διάσημος Μάρκους Μερκ, μετέπειτα Γερμανός διαιτητής της χρονιάς, νόμισε πως είδε αγκωνιά. Επηρεασμένος από το σπάνιο ξύλο για τα δεδομένα ενός φιλικού, τον απέβαλε μετά από 47 δευτερόλεπτα. Μεταξύ αυτών που έτρεξαν να αντιμετωπίσουν την παράνοια, ένας συνονόματός του: ο Λιονέλ Σκαλόνι. 

Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ο Βάντσακ εργαζόταν ως βοηθός προπονητή στην Πούσκας Ακαντέμια και με χαμόγελο φανταζόταν πως ίσως έβαλε το λιθαράκι του σ’ αυτό που ακολούθησε και επαναπροσδιόρισε τα όρια του ποδοσφαίρου. «Ξέραμε πως η Αργεντινή ήταν πολύ δυνατή, αλλά θέλαμε να δούμε αυτόν τον παίχτη. Όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν», θυμήθηκε μιλώντας στο Athletic. 

Ημέρα 501

Κάποιους μήνες αργότερα θα ξεκινούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο κι η Αργεντινή προετοιμαζόταν στην κεντρική Ευρώπη. Αντιμετώπιζε την Κροατία σ’ ένα φιλικό που η μεν ομάδα του Κράνιτσαρ αγωνιούσε να δει για πρώτη φορά με το εθνόσημο έναν πιτσιρικά, ονόματι Λούκα Μόντριτς, και το δε σύνολο του Πέκερμαν ήθελε να διαπιστώσει πόσο θα λειτουργούσε στην πράξη μια ομάδα με τους Κρέσπο, Τέβεζ, Καμπιάσο, Ρικέλμε, αλλά και μ’ εκείνον τον πλέον καθιερωμένο μικρό, τον Λίο. 

Το ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του για την ιστορικότητα του αγώνα. Σε έξι λεπτά, ξέρασε τρία γκολ. Το πρώτο κροατικό, από τον Ιβάν Κλάσνιτς, το δεύτερο αργεντίνικο, από τον Τέβεζ, το τρίτο Μεσικό. Ο πλανήτης θα καταλάβαινε στην πορεία τι σήμαινε αυτό. Ο Λίο έκλεψε, πλησίασε την περιοχή, έστριψε και από μέσα του γέλασε μ’ εκείνον τον καημένο αμυντικό της Γαλατά, τον Στιέπαν Τόμας, που του έδωσε ένα μέτρο χώρο στο αριστερό. 

Εκατό ημέρες και μια βδομάδα αργότερα, η πρεμιέρα του τρίτου ομίλου του Μουντιάλ της Γερμανίας περιλάμβανε δυο διασυρμούς. Στον έναν, ο Σεφτσένκο κι ο Ρεμπρόφ χόρευαν απέναντι στη Σαουδική Αραβία. Στον άλλον, ο Ερνάν Κρέσπο, ο Κάρλος Τέβεζ κι ο Χαβιέ Σαβιόλα είχαν ανοίξει διάλογο με τη μπάλα. Οι είκοσι χρόνια δίχως διάκριση Αργεντίνοι πανηγύριζαν σα να ‘χαμε 2022 για κάθε ένα από τα έξι γκολ που έβαζαν στους Γιούγκους. Στο 88’, ο Τέβεζ της έβαλε μια φωνή και την έστειλε στον Μέσι. Φρεσκαδούρα ο σπόρος, την κόλλησε στο δεξί και έκανε ποδαρικό σε Μουντιάλ. 

Αυτή η λέξη, το Μουντιάλ, το Γουόρλντ Καπ και το Κόπα ντελ Μούντο θα τον κυνηγούσαν για χρόνια σα φάντασμα. Θα κοιτούσε το μετάλλιο από το Παγκόσμιο των Νέων κι από το Πεκίνο και θα τον πονούσαν σα να βλέπει τις ρυτίδες στον καθρέφτη. Μια ιστορία που ξεκίνησε με θριάμβους μικρής κλίμακας αλλά πολλά υποσχόμενους, συνέχιζε ως τα ποδοσφαιρικά γεράματα με νύχτες που τα μάτια δάκρυζαν όσο τα χέρια ήταν στη μέση. Ο Μέσι της Μπαρτσελόνα κι εκείνος της Αλμπισελέστε ήταν δύο διαφορετικοί άνθρωποι, όχι διότι ο δεύτερος δεν άγγιζε τη μπάλα με τον ίδιο τρόπο που την άγγιζε ο πρώτος. Απλά όταν έφτανε στην πηγή, έφευγε διψασμένος, θλιμμένος, στοχευμένος από ένα ποδοσφαιρικό έθνος που ξέρει να αγαπά μα ξέρει και να μισεί. 

«Δεν είσαι Θεός. Εκείνος τα κατάφερνε. Κοιτούσε ψηλά. Ήταν αγέρωχος. Μιλούσε. Αν χρειαζόταν θα κλωτσούσε τον Μπατίστα από τα νεύρα του. Για τον ήλιο θα χτύπαγε τη ρημάδα με το χέρι κι ο καργιόλης λίγο αργότερα θα πέρναγε ένα έθνος για να σκοράρει. Πέρασε μόνος του κοτζάμ Αγγλία, ρε. Εσύ χάνεις από τη Γερμανία, απ’ τη Χιλή, ξανά, ξανά, ξανά».

Ημέρα 1.473

Το 2008, ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν είχε γίνει ακόμα μέτρο σύγκρισης. Για τον Μέσι, ήταν ό,τι και για κάθε άλλο παιδί που γεννήθηκε το 1987 κι απ’ την κούνια του άκουγε για τον άνθρωπο που «Llevé alegría a mi pueblo». Που έφερε τη χαρά στην πόλη. Ο Χούλιο Γρονδόνα είχε αναλάβει τα ηνία της Ομοσπονδίας της Αργεντινής το 1979 και τα κατείχε ακόμα όταν έστηνε το πλάνο του για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. Όταν το ποτήρι με τον Αλφιό Μπασίλε έσπασε μετά από μία ήττα στα προκριματικά, η γεροντάρα που αποτελούσε την παραγοντική ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, έκανε πραγματικότητα ένα όραμα 29 ετών. «Απ’ το ‘79 ανυπομονούσα να τον δω προπονητή της εθνικής», ισχυρίστηκε και γιατί να μη τον πιστέψεις, όταν για να εκπληρώσει το όνειρό του, επανέφερε στους πάγκους έναν προπονητή που είχε ως τότε στο βιογραφικό του δύο δίμηνα περάσματα από τις Μαντιγιού και Ρασίνγκ στα μέσα της δεκαετίας του ‘90.

Η Αργεντινή βίωσε περιπέτεια μα προκρίθηκε. Στο γκολ του Παλέρμο κόντρα στο Περού, που έκρινε το εισιτήριο, η εικόνα του Ντιεγκίτο ήταν μια αληθινή παραλλαγή εκείνης της ιστορίας που έλεγε «αν φοράω ένα λευκό σακάκι και έρθει προς τα πόδια μου μια λασπωμένη μπάλα, θα τη σηκώσω και θα την κοντρολάρω με το στήθος». 

Οι βουβουζέλες από το Γιοχάνεσμπουργκ, απ’ το Ντούρμπαν και κυρίως από το Κέιπ Τάουν είχαν αρχίσει να ηχούν. Η νέα δεκαετία μόλις έμπαινε, ο Λίο ήταν 23 κι ο Μαραντόνα δήλωνε πως «ο Μέσι παίζει μπαλίτσα με τον Ιησού». Ήταν 23, γαμώτο, και ο δεύτερος όρος του προπατορικού διλήμματος «Πελέ ή Μαραντόνα» δήλωνε πως αν ο μικρός σήκωνε το Μουντιάλ, θα τελείωνε η κουβέντα για τον καλύτερο όλων. 

Ο Τσαμπαλάλα σκόραρε και το Παγκόσμιο Κύπελλο όλης της Αφρικής ξεκίνησε. Για όποιον το βίωσε, δεν ήταν παρά μία ακόμα απόδειξη πως ο καλύτερος παίκτης στον πλανήτη απείχε μίλια από τον επόμενο. «Δεν έχω δει κανέναν να παίζει έστω στο 30% του», έλεγε ο άνθρωπος που δε μπορεί να αναφερθεί ως «Αργεντίνος τεχνικός» καθώς δεν ήταν πραγματικά τεχνικός, όμως η πλούσια γλώσσα του ποδοσφαίρου δεν εφήυρε μέχρι και σήμερα την κατάλληλη λέξη για να τον περιγράψει. 

Ο κοντός έκανε τη χάρη στους ρεβιζιονιστές και δε σκόραρε ούτε ένα γκολ. Με τη Νιγηρία, τα κάστανα από τη φωτιά τα έβγαλε ο Χάινζε, με τη Νότια Κορέα ο τραγικός ήρωας με τον σκεμπέ, Γκονζάλο Ιγκουαΐν, που τότε δεν ήταν ούτε τραγικός ήρωας ούτε παχουλός, με την Ελλάδα ο Ντεμικέλις και στο τέλος ο Παλέρμο. Με το Μεξικό, τα δύο γκολ του Τέβεζ και το ένα του Ιγκουαΐν έκαναν την υπόθεση εύκολη, αλλά στα προημιτελικά ο Ντιεγκίτο ξέχασε τα κάστανα στην πυρά κι αυτά έκαναν πίσα το προβληματικό οικοδόμημα της Αλμπισελέστε που υποτάχθηκε στην ανωτερότητα των Γερμανών και αποχαιρέτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο με μια βαριά τεσσάρα πάνω στην πλάτη του. 

Ο Μαραντόνα αποχώρησε, ο «διάδοχος», όπως τον αποκαλούσε ο Ντιέγκο και ο ίδιος αρνούταν, παρέμεινε μα απογοητευμένος. «Ήλπιζα πραγματικά να μείνει».

Ημέρα 3.557

Κόντευε μια δεκαετία επαγγελματίας και ήταν τουλάχιστον πέντε τα χρόνια που ήταν κοινώς αναγνωρισμένος ως ο καλύτερος στον πλανήτη. Όσο φωτεινή ήταν η ζωή με τα μπλε και τα γκρανά, άλλο τόσο αγχωτική ήταν με τα χρώματα της εθνικής. Η παιδική του αφίσα θα τον κυνηγούσε, το καλοκαίρι του ‘86 θα στραφόταν εναντίον του και το μαρτύριο θα ξεκινούσε από μία υπέρβαση. 

Το 2011, η AFA είχε δώσει τα κλειδιά στον Αλεχάνδρο Σαμπέγια, αποφασίζοντας να επιστρέψει στην οργάνωση μετά τα αμφιλεγόμενα αποτυχημένα περάσματα των Μαραντόνα και Μπατίστα. Στο Παγκόσμιο της Βραζιλίας ήταν 60 ετών μα έβλεπε μπροστά. Αναγνώρισε τι είχε στα χέρια του και έφτιαξε μια ομάδα προσαρμοσμένη στον -αρχηγό πλέον- Μέσι, που εκτίμησε το πλαίσιο και μπήκε μπροστά για να φτάσει την Αλμπισελέστε ως τον τελικό. 

Η συζήτηση μεταξύ των δύσπιστων μετατοπίστηκε όπως θα συνέβαινε πολλάκις και στο μέλλον. Ο Μέσι δεν ήταν πια εκείνος που δε μπορεί να αποδώσει με την Αργεντινή. Ήταν εκείνος που δε μπορούσε να πάρει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το έχασε στον τελικό. Για χρόνια, το όνομα «Μάριο Γκέτσε» θα ξυπνούσε την ανάμνηση εκείνης της φωτογραφίας που δείχνει τον αρχηγό της Αργεντινής να περνά δίπλα απ’ το χαμένο κύπελλο και να το χαζεύει με πόνο. Η φήμη του χασογκόλη Ιγκουαΐν, άλλαξε για πάντα. 

Η πίεση εντεινόταν και έγινε αφόρητη. Το 2015, έφερε μηδενική ευθύνη για τον χαμένο τελικό του Κόπα Αμέρικα από τη Χιλή, μα αυτό δε σήμαινε τίποτα για όσους ήθελαν να τον καταδικάσουν. Κυρίως για τους Αργεντίνους που έψαχναν μια αφορμή, δυσκολευόμενοι να κατεβάσουν την παλιά αγιογραφία από το σαλόνι. 

Έναν χρόνο αργότερα, το κοντέρ θα μηδένιζε. Ο Μέσι θα πλάνταζε στο κλάμα λίγο αφού έχανε τον δεύτερο συνεχόμενο τελικό από τη Λατινοαμερικάνικη «Ρόχα», έχοντας αστοχήσει στη διαδικασία των πέναλτι. «Η εθνική δεν είναι για μένα, προσπάθησα, πονάει, δεν υπάρχει γυρισμός». Εκείνη τη στιγμή, η φανέλα ήταν τόσο βαριά από τις απαιτήσεις που ήθελε να την πετάξει κάτω και να μην αναγκαστεί ποτέ ξανά να τη φορέσει. Γιατί να φέρει ένα βαρίδι σε μια τόσο υπέροχη ζωή; Μέχρι κι ο Ντιέγκο πια αμφισβητούσε τις ηγετικές του ικανότητες. 

Δεν είχε ακόμα αντιληφθεί ποιος ήταν. Σκεφτόταν σαν κοινός. «Έχασα τέσσερις τελικούς», τότε σήμαινε «δε θα κατακτήσω τίποτα ποτέ». Ενάμιση μήνα αργότερα, ο τότε Πρόεδρος της Αργεντινής, παλιός ισχυρός άνδρας της Μπόκα, Μαουρίσιο Μάκρι, θα του είχε ζητήσει να επιστρέψει. Χιλιάδες οπαδοί θα είχαν διαδηλώσει για εκείνον. Θα ένιωθε επιτέλους αναγκαίος, θα επέστρεφε στην εθνική, θα ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση.

Οι γενναίες αποφάσεις δεν είναι όπως στα παραμύθια. Το καλοκαίρι του 2018, το επόμενο σημαντικό, πήγε κατά διαόλου. Τρία δικά του γκολ στο Εκουαδόρ είχαν στείλει την Αργεντινή στη Ρωσία, μα ποιος νοιάζεται; Το Μουντιάλ της Ρωσίας τελείωνε και ο κοντός… λίγα πράματα. 

Ο Χόρχε Σαμπάολι είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία μα κάπου στου δρόμου τα μισά την έχασε. Όχι τυπικά, μα πρακτικά, με τους ποδοσφαιριστές να πηγαίνουν μόνοι τους το βαρύ καράβι που μοιραία συγκρούστηκε με έναν βράχο στο Καζάν. Με έναν βράχο που είχε όνομα, είχε επίθετο, ακόμα δεν είχε μουστάκι, και μόλις έγραφε το πρώτο κεφάλαιο μιας αντιπαλότητας που θα καθόριζε το διεθνές ποδόσφαιρο τα επόμενα χρόνια. Ήταν ο Κιλιάν Εμπαπέ, μετέπειτα πρωταθλητής κόσμου, και αντικαταστάτης του Κριστιάνο Ρονάλντο στο μυαλό όσων ποτέ δεν κατάφεραν να παρακολουθήσουν ποδόσφαιρο χωρίς δύο πόλους.

Ημέρα 5.038

Ο άλλος Λίο είχε κόψει το ποδόσφαιρο πριν τρία χρόνια στο Μπέργκαμο. Μέτριος, μα πετυχημένος ποδοσφαιριστής με εμπειρία από μεγάλα κλαμπ, ο Λιονέλ Σκαλόνι δεν άφησε κενό. Μια που αποσύρθηκε, μια που κάθισε στον πάγκο της Σεβίλλης πλάι στον Σαμπάολι, τον οποίον και ακολούθησε μετέπειτα στην Αργεντινή. Τον Ιούλη του ‘18 του προσφέρθηκε η Κ20 και την πήγε εκπληκτικά. Έναν μήνα αργότερα, η Ομοσπονδία του ζήτησε να κρατήσει τα ηνία της πρώτης ομάδας μέχρι να πει το «ναι» ο Σιμεόνε, ο Γκαγιάρδο ή ο Ποτσετίνο. 

Οι πόροι της AFA ήταν συγκεκριμένοι και τα προβλήματα τεράστια. Ο Μέσι είχε κουραστεί, είχε αποσυρθεί ξανά, μα έχοντας μάθει από τα λάθη του, δε μιλούσε στον Τύπο. Ο Σκαλόνι χειρίστηκε το ζήτημα με έναν τρόπο που ίσως του εξασφάλισε την μονιμοποίηση. Μιλούσε με απεριόριστο σεβασμό για τον πιτσιρικά που κάποτε υποστήριζε όταν ο Μερκ απέβαλε για κάτι που φαντάστηκε. Τον προστάτευσε: «μιλήσα-ΜΕ και αποφασίσα-ΜΕ» να μην είναι στην αποστολή. 

Ο Μέσι επέστρεψε στην Αλμπισελέστε την άνοιξη του 2019. Νόμιζε έναν χρόνο πριν το Κόπα Αμέρικα, το οποίο έμελλε να αναβληθεί γιατί οι ρυθμοί του πλανήτη θα άλλαζαν από την παγκόσμια πανδημία. 34 ετών, η κλεψύδρα άδειαζε, ε;

Πήγαιναν σχεδόν τρεις δεκαετίες από την προηγούμενη επιτυχία της Αργεντινής. Ο Σκαλόνι την είχε δέσει, είχε φέρει νέα πρόσωπα και μια αισιοδοξία. Ο Ντιέγκο είχε πεθάνει. Λίγες μέρες αργότερα και ο Σαμπέγια. Η πορεία στη διοργάνωση ήταν εντυπωσιακή και ο ημιτελικός με την Κολομβία, σταθμός. Πάντα η Αλμπισελέστε χρειαζόταν κάποιον να συμπεριφέρεται μπάσταρδα σα τον Εμιλιάνο Μαρτίνες, που μιλούσε σε όλους τους εκτελεστές των Κολομβιανών και νίκησε τους τρεις. 

Ιούλης στο Μαρακανά και ο πλανήτης φανταζόταν πως ο Λίο ψάχνει τον τίτλο με τον οποίον θα μπορούσε να κλείσει την καριέρα του έχοντας πετάξει τη ρετσινιά. Πράγματι, η Αργεντινή νίκησε τη Βραζιλία με 1-0 σ’ ένα παιχνίδι άλλης εποχής και η Σκαλονέτα έγραψε το πρώτο της κεφάλαιο. Πως κινούταν μια ζωή τόσο αέρινα μ’ αυτό το βάρος στην πλάτη; 

Λίγες ώρες νωρίτερα, οι Ιταλοί είχαν ανοίξει και κλείσει μια παρένθεση στη θλιβερή τους εποχή, νικώντας τους Άγγλους στον τελικό του Ευρωπαϊκού. Την 1η Ιούνη του 2022 οι δύο πρωταθλήτριες συναντήθηκαν στο «Φιναλίσιμα» και οι Αργεντίνοι θριάμβευσαν. Τους χώριζαν λίγοι μήνες από τον Κόλπο. 

Ημέρα 6.611

Το κλίμα ήταν καλό κι ήταν η πρώτη φορά που αυτό περνούσε προς τα έξω. Ήταν χειμώνας κι ο πλανήτης παρακολουθούσε με ανοιχτό το στόμα την πρεμιέρα, στην οποία οι Σαουδάραβες ένιωσαν πως κατέτκησαν τον πλανήτη, νικώντας 3-2 την παρέα του Μέσι και κάνοντας τον κόσμο να πιστέψει πως θα επαναληφθεί η κόλαση του ‘18. 

Κανείς δεν καταλάβαινε πως ο διακόπτης είχε πατηθεί. Τα πόδια δε του επέτρεπαν να κινείται όπως στα 25, όμως το μυαλό κι ο χαρακτήρας του είχαν αναπτυχθεί τόσο που τον καθιστούσαν πιο τρομαχτικό από ποτέ. «Να έχει ο κόσμος εμπιστοσύνη, δεν πρόκειται να τον απογοητεύσουμε».

Κόντρα στο Μεξικό, η Αργεντινή ήταν με την πλάτη στον τοίχο και φυσικά εκείνος την ξεκόλλησε όπως παραλίγο να ξεκολλήσει και το στόμα του από τη θέση του στον πανηγυρισμό. 

Ο νέος Μέσι τσαμπουκαλευόταν. Το «Τι κοιτάς, ανόητε» στον Φέκχορστ έμεινε στα χρονικά, ενώ για πρώτη φορά στην καριέρα του στάθηκε μπροστά από έναν προπονητή και πανηγύρισε εκδικητικά.  Μετά την Ολλανδία, η Κροατία ήταν μια βόλτα στο πάρκο. Και η Γαλλία, μόνο που εκεί τα σκυλιά δεν ήταν δεμένα αλλά λυσσασμένα. 

Είχαν περάσει 6.637 ημέρες από εκείνη που ο Φρανκ Ράικαρντ τον είχε συστήσει στο ποδόσφαιρο και μια ολόκληρη καριέρα με ό,τι επιτυχία θα μπορούσε να φανταστεί ένα παιδάκι ενός μέτρου και λίγων εκατοστών στο σπίτι του στο Ροζάριο. Οτιδήποτε, πέρα από το χρυσό κύπελλο που κάνει τους θνητούς, αθάνατους.

Τελευταίο εμπόδιο ήταν ο άνθρωπος που πριν τέσσερα χρόνια είχε χρησιμοποιήσει την Αργεντινή για να συστηθεί στο ευρύ κοινό. Εκείνο το Μέσι – Εμπαπέ ήταν μια μοναδική μονομαχία στο πλαίσιο ενός αδιανόητου ποδοσφαιρικού πολέμου. Ήταν το σπουδαιότερο παιχνίδι στην ιστορία του αθλήματος και στο τέλος πανηγύριζε ο σπουδαιότερος που το έπαιξε ποτέ. 

Είχε τερματίσει κάθε πίστα. Μία μέρα, κάπου κοντά στην «7.000», κάποιος, κάπου σε μια χώρα της νότιας Ευρώπης θα έπεφτε τυχαία στις καλύτερες στιγμές ενός αγώνα της Ίντερ Μαϊάμι και θα τον έπαιρναν τα ζουμιά. Την ίδια εποχή αν τον ρωτούσες θα σου έλεγε πως ο κοντός πρέπει να σταματήσει από την εθνική για να ολοκληρώσει παραμυθένια το ταξίδι του. 

Ποτέ δεν είχες το δικαίωμα να αμφισβητήσεις τον Μέσι. Πόσο μάλλον τον Μέσι που είχε μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά το ποδόσφαιρο. Τον Μέσι που πια ήξερε πως ήταν ο Μέσι. 

Το 2024 η Αργεντινή κατέκτησε ξανά το Κόπα Αμέρικα. Ο Λίο αντιμετώπιζε προβλήματα τραυματισμών κι έτσι αυτή ήταν η πρώτη επιτυχία που δεν είχε τόσο φαρδιά την υπογραφή του. Στο μυαλό του κόσμου, πέρασαν δύο υποσυνείδητες πληροφορίες: «Ο Μέσι πέφτει, η Αργεντινή μπορεί και μόνη της». 

Ημέρα 7.914

Αποφάσισε να εμφανιστεί ξανά. Λίγους μήνες νωρίτερα, προβλημάτιζε λέγοντας πως θα παίξει μόνο αν είναι σε άριστη κατάσταση. Ήταν. Και έβαλε τρία γκολ στην πρεμιέρα. Ο Λιονέλ Μέσι δεν άφησε χώρο και χρόνο. Όταν είναι παρών σε ένα μεγάλο ραντεβού, τα υπόλοιπα αστέρια χάνουν τη λάμψη τους. Κι ας είναι ετών 39. 

Αντίθετα, η εικόνα της ομάδας δεν ήταν αυτή του αυτόνομου συνόλου που κανείς θα περίμενε έχοντας προϊδεαστεί από το Κόπα Αμέρικα. Ο όμιλος ολοκληρώθηκε και η κουβέντα ήταν αποκλειστικά για τον Μέσι. 

Τα νοκ άουτ του Μουντιάλ 2026 ήταν μια διαδικασία που έπαιζαν 22 παίκτες και στο τέλος πέρναγε του κοντού. Μετά τα ημιτελικά, όλοι οι πίνακες είχαν την εικόνα του. Πρώτος σε γκολ, σε ασίστ, σε ντρίμπλες, σε μονομαχίες, σε δημιουργία ευκαιριών…

Είχε παίξει σε όλα τα μεγάλα παιχνίδια του ποδοσφαίρου. Είχε πάρει τον πρώτο του τίτλο με την εθνική κόντρα στη Βραζιλία μέσα στο Μαρακανά, είχε νικήσει τη Γαλλία στον τελικό των τελικών. Για πρώτη φορά, ο δρόμος του τον έβγαζε απέναντι στην Αγγλία. Σε ημιτελικό. 

Συχνά υπερόπτες μα ταυτόχρονα και φοβικοί, οι Βρετανοί του έδωσαν μπάλα, χώρο και έκαναν μια προσευχή που δε γινόταν να εισακουστεί από κανέναν Θεό. Η μπάλα, άλλωστε, έναν έχει. Κι εκείνος την είχε καρφώσει με το χέρι ένα ίδιο μεσημέρι πριν σαράντα χρόνια.

Το δεξί πόδι που είχε νικήσει τον Ντράγκοσλαβ Γέβριτς στο ενδιάμεσο του 1986 και του 2026, αυτή τη φορά έβγαζε μια σέντρα που περνούσε χιλιοστά πάνω από το κεφάλι του Στόουνς, αγνοούσε τα νταμάρια που είχε επιλέξει ως τρόπο άμυνας ο Τόμας Τούχελ, και έφτανε συστημένη στον κοντοστούπη Λαουτάρο Μαρτίνεζ. Οι Αργεντίνοι δημιουργούσαν άλλο ένα συλλογικό τραύμα στη χώρα Αγγλία και πετούσαν για τον τελικό. 

Εκείνη η σέντρα έμελλε να αποδειχθεί και κύκνειο άσμα. Ο Μέσι μπήκε και βγήκε από τα Μουντιάλ με το δεξι. Ο τελικός ήταν ένας μονόλογος χρώματος κόκκινου και οι Αργεντίνοι θα εύχονταν να είχαν μείνει νωρίτερα πίσω στο σκορ. 

Το βλέμμα του δεν ήταν άδειο. Καθόταν στη μέση του γηπέδου, κοίταζε τον κόσμο να φωνάζει το όνομά του και θυμόταν τις εποχές που κάθε αποτυχία του συνόλου ήταν ακόμα ένα καρφί στο κορμί του. Σκεφτόταν τις 7.946 ημέρες του στο ποδόσφαιρο και πλάνταζε. Το παραμύθι του δε χρειαζόταν χαρούμενο τέλος. Ήταν από μόνο του μία ευλογία.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News