Ο Γιώργος Βασιλακόπουλος ήταν θύτης και θύμα

Ο άνθρωπος που έδωσε την ψυχή του για το ελληνικό μπάσκετ, την έχασε προς το τέλος της διαδρομής.

Όταν ο Τζορτζ Ουάσινγκτον έγινε Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αποφάσισε ότι ωφέλιμο θα ήταν οι θητείες να κρατούν δύο τετραετίες, στην καλύτερη περίπτωση: Ό,τι δεν γίνεται την πρώτη, να επιτυγχάνεται τη δεύτερη, εκτός αν η ζημιά είναι τόσο ανεπανόρθωτη που ο λαός δεν θέλει τον ίδιο Πρόεδρο. Επίσης, το νόημα ήταν να μην κατσικωθεί στην καρέκλα και να μην ξεκολλάει. Οκτώ χρόνια είναι πολλά για οτιδήποτε, ακόμα κι αν πρόκειται για γάμο. Αν το πολλαπλασιάσεις, δε, επί πέντε, το χρονικό διάστημα είναι απλησίαστο.

Τόσος ήταν, εν πάση περιπτώσει, που ο Γιώργος Βασιλακόπουλος ξόδεψε και ξοδεύτηκε στον προεδρικό θώκο της ΕΟΚ. Με τα κοινά του μπάσκετ ασχολείτο 56 χρόνια. Μετά τις εκλογές της Κυριακής, 12 Σεπτεμβρίου, τα κόζια άλλαξαν. Δεν ήταν ο Παναγιώτης Φασούλας, ο Φάνης Χριστοδούλου και ο Νίκος Γκάλης εκείνοι που βγήκαν στο προσκήνιο, αλλά ο Βαγγέλης Λιόλιος. Ο πρώην ισχυρός άντρας του Προμηθέα Πάτρας είχε υποσχεθεί ότι θα έκανε τον Βασιλακόπουλο επίτιμο πρόεδρο. Αυτό είχε γίνει σε προγενέστερο στάδιο, όταν επρόκειτο να γίνουν οι εκλογές. Πέρασαν εφτά μήνες από τον πρώτο προγραμματισμό, για τους οποίους έχει τη δική του ευθύνη ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΟΚ. Το πεπρωμένο, όμως, φυγείν αδύνατον και ο νόμος που άλλαξε, για τους καρεκλοκένταυρους, έφερε τη νέα εποχή όχι μόνο στο μπάσκετ, αλλά και στο πόλο, που η διοίκηση με μπροστάρη τον Κυριάκο Γιαννόπουλο αντικατέστησε εκείνη του ισόβιου προέδρου, πρώτα της ΕΚΟΦ και αργότερα της ΚΟΕ, Δημήτρη Διαθεσόπουλου.

 

Η πατρική φιγούρα

Το μπάσκετ απογειώθηκε στα χέρια του

Οι γνώμες εννοείται ότι ερίζουν, αλλά ο Γιώργος Βασιλακόπουλος κάποτε αγαπούσε την εθνική ομάδα και το ελληνικό μπάσκετ. Η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, αλλά δίχως και αυτόν, το 1987 δεν θα καθίστατο δυνατό. Η προοδευτική αντίληψη έφερε, άλλωστε, τη διοργάνωση του Ευρωμπάσκετ του 1987 στην Ελλάδα. Επί της προεδρίας του, η χώρα δεν σταμάτησε να φιλοξενεί διοργανώσεις. Την έβαλε στον μπασκετικό χάρτη κυριολεκτικά. Έπειτα από την καριέρα του ως παίκτη και ως προπονητή, ταυτοχρόνως με την ενασχόλησή του με τα κοινά, ασχολήθηκε με το μπάσκετ ώστε να το καταστήσει γνωστό. Οι παίκτες, τη δεκαετία του ’80, απολάμβαναν την πατρική φιγούρα του.

Έκανε τα πάντα για να προστατεύσει την Εθνική. Παραμονές του προημιτελικού με την Ιταλία στο ΣΕΦ, τη 10η Ιουνίου του εθνοσωτήριου έτους, τον λούζει κρύος ιδρώτας όταν μαθαίνει ότι ο διαιτητής Ιβάν Μαϊνινί ορίζεται για να σφυρίξει το παιχνίδι. Είναι ο διαιτητής που δεν… μασάει από έδρες και δεν δίνει δεκάρα για τις αποδοκιμασίες (άλλωστε αυτό το χαρακτηριστικό του θα τον οδηγούσε ως τον προεδρικό θώκο της FIBA αργότερα). Ο Μαϊνινί είναι Γάλλος, αλλά ο Βασιλακόπουλος χρησιμοποιεί ένα τρικ για να επιδοθεί σε διαμαρτυρία. Πιάνει τον Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς και διατείνεται ότι ο Μαϊνινί δεν μπορεί να σφυρίξει το παιχνίδι επειδή το επώνυμό του είναι πολύ ιταλικό. Ο πολυμήχανος Μπόρα, βεβαίως, μιλά την ίδια γλώσσα με τον ισχυρό άντρα του ελληνικού μπάσκετ. Τον κοιτάζει γαλήνια και του λέει, «μην ανησυχείς Γιώργο».

Η ανησυχία του Βασιλακόπουλου ήταν το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα. Οι παίκτες ήταν παιδιά του, ακόμα κι όταν ερχόταν σε σύγκρουση μαζί τους. Όταν το μπάσκετ απογειώθηκε, ειδικά μετά τους τελικούς του 1993 μεταξύ του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού και η παράνοια απλώθηκε σαν πέπλο πάνω από τα ελληνικά παρκέ, το παρελθόν του μεγαλοπαράγοντα έγινε επιχείρημα, μαζί και με γεγονότα τρέχοντα και σχεδόν αδικαιολόγητα, στα χείλη των επικριτών του. Αυτή η μάχη κράτησε μέχρι και το 2019 και ο Βασιλακόπουλος υπήρξε ανυποχώρητος, δίχως να δίνει την παραμικρή σημασία. Βεβαίως, είναι ίδιον των ηγετών να μην κάνουν πίσω σε απειλές και ουδείς μπορεί να αρνηθεί την εμβέλεια της προσωπικότητας. Ουδείς, όμως, μπορεί να πει ότι εμπιστευόταν, την τελευταία δωδεκαετία, τους ανθρώπους με τους οποίους συζητούσε.

 

Ένα «μόνος εναντίον όλων» που δεν ίσχυε

Στο κυνήγι των συνωμοσιών

Η ΕΟΚ γέμισε με αυλικούς, οι οποίοι ήταν καταδικασμένοι να συμφωνούν με τον ισχυρό άντρα της. Από το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 2009 και έπειτα άρχισε η κρίση στην ομοσπονδία. Το μέτρο είναι πάντα η Εθνική -και αυτή αφέθηκε στην τύχη της, μέσω κατασπατάλησης σε επιλογές και εν γένει αποφάσεις. Η αναζήτηση ενόχων απέκτησε μια ιαβερική υφή και ο χρόνος αφηνόταν, με σπασμωδικές κινήσεις μοίρασμα ευθυνών έξω από τα γραφεία. Κι όσο απ’ έξω λαμβάνονταν επικρίσεις τόσο θέριευαν το πείσμα και η άρνηση της αποδοχής.

Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για την περίπτωση του Ολυμπιακού, που στην τελική ήταν και απόφαση του συλλόγου, αλλά η αλήθεια είναι ότι επρόκειτο για τη συγκεκριμένη λογική και συλλογιστική. Οι διαρκείς αλλαγές προπονητών στο τιμόνι του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος, ο πόλεμος με παίκτες, όπως ήταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο το καλοκαίρι του 2017 -στον οποίο το ελληνικό διαβατήριο βγήκε εν μία νυκτί και εξ ανάγκης, καθώς κάθε αδιαφορία εκείνες τις στιγμές θα έμοιαζε με εσχάτη προδοσία- η έλλειψη επιχειρημάτων, το αρτηριοσκληρωτικό «φταίει οποιοσδήποτε άλλος εκτός από εμάς», έφεραν μια σύγκρουση η οποία ήταν σχεδόν καθημερινή υπόθεση.

Ο Βασιλακόπουλος, που έχει δει ακόμα και παίκτες να τραγουδάνε εναντίον του συνθήματα στο γήπεδο, δικαίως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έπρεπε να παραιτηθεί, ειδικά από τη στιγμή που ανανέωνε τη θητεία του μέσω εκλογών, αδίκως, όμως, δημιούργησε μια στοά, μια αίρεση στα γραφεία της ομοσπονδίας, η οποία ήταν απλησίαστη για οποιονδήποτε άλλον πλην συγγενών και φίλων. Θα προεξοφλούσαν όλοι ότι το τέρμα ήταν κοντά -και αυτό έγινε λόγω της αλλαγής του ηλικιακού ορίου, για το οποίο είχε και ο ίδιος μια πικρία, αλλά ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει κάποια χάρη, να δει χαμόγελα (που θα νόμιζε ότι ήταν) χαιρέκακα εις βάρος του. Ανεξαρτήτως αν ήταν δίκαιο να αισθάνεται ότι άνθρωποι που είχε ευεργετήσει έμοιαζαν πολέμιοί του, δεν έδωσε χώρο να αποδείξουν το ποιόν τους και τι περιέφεραν μέχρι να βγουν στο αντάρτικο. Κι αν ήταν νομοτελειακή η φυγή του, στην τελική ο νόμος για τον οποίο έβγαλε στη σέντρα τον υφυπουργό Αθλητισμού, Λευτέρη Αυγενάκη, δεν αφορούσε μόνο εκείνον, μετά βεβαιότητας την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον υπήρξε σχισματικός και όχι ενωτικός.

 

Ένας σημαντικός, στη σούμα, παράγοντας

Η Ιστορία θα αποφανθεί για τα έργα και τις ημέρες του

Στα 82 του, πια, ο τέως πρόεδρος της ΕΟΚ παραμένει τετραπέρατος. Άδειασε το γραφείο του για να περάσει ο επόμενος, αλλά άφησε μία κορνίζα, που ο νέος ισχυρός άντρας του ελληνικού μπάσκετ άφησε εκεί που βρήκε, δηλαδή πάνω στο γραφείο του.

Τίποτα να μην κάνεις 40 χρόνια, η παρακαταθήκη που αφήνεις στον επόμενο είναι τεράστιο, το κληροδότημα ογκώδες, η κληρονομιά βαριά. Πόσο μάλλον όταν έχεις αφήσει ανάγλυφο το αποτύπωμά σου στο σπορ που κάποτε υπηρετούσες με προσήλωση, περηφάνια και καμάρι, ακόμα κι όταν βυθίστηκες σε μια αυταπάτη ότι οι θρίαμβοι του παρελθόντος σου ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα. Ο Γιώργος Βασιλακόπουλος, έπειτα από 56 χρόνια, θα μπορέσει να ξεκουραστεί, θέλει δεν θέλει. Κι ενώ δεν θα είναι πιθανό να παραδεχθεί από εδώ και ύστερα τους λανθασμένους χειρισμούς του, κι ενώ θα παίζει πιθανότατα την κασέτα «μόνος μου και όλοι σας» για όλα τα υπόλοιπα χρόνια, καταλογίζοντας αχαριστία και αλόγιστη εχθρότητα στους απέναντι, ο σημαντικότερος παράγοντας στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ δεν θα κριθεί από όποιες εμμονές του, αλλά από τα έργα του. Η τελική κρίση φαίνεται ότι αφήνει παγερά αδιάφορο τον ίδιο και η απροθυμία του να παραδώσει το πόστο του ενδεχομένως να αναδεικνύει ότι αυτή η καρέκλα φαίνεται ότι είχε το… ελιξήριο της νεότητας.

Όπως και να έχει, ήταν μέλος της εκλεκτής ομάδας που έχτισε τα θεμέλια ώστε το μπάσκετ να γίνει ένα επιβλητικό κτίριο της ελληνικής αθλητικής αρχιτεκτονικής, άλλωστε η ίδια η δυναμική του αθλήματος, για την οποία είναι και ο ίδιος υπεύθυνος, τον έχει θέσει εδώ και χρόνια στο μάτι του κυκλώνα. Το παλίμψηστο του ανδρός δίνει ελάχιστες διαφορές με ό,τι είναι ο Έλληνας από αρχαιοτάτων: από τον Αγαμέμνονα στον Θεμιστοκλή, από τον Γιώργο Καραϊσκάκη στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον Ανδρέα Παπανδρέου (το είδωλό του), η αστραπιαία ταχύτητα με την οποία ο καλός καγαθός ηγέτης μετατρεπόταν σε μοιραίο και υπηρέτη συμφερόντων, ο πανίσχυρος σε συνωμοσιολάγνο και ο προοδευτικός σε εμμονικό, μοιάζει με ιστορικό ίδιον, φυτρωμένο σε πανάρχαιες, παντοδύναμες ρίζες. Στο μετερίζι του, ο απερχόμενος πρόεδρος της ΕΟΚ μοιάζει να μην έχει διαφορά. Το αντίο του είναι όντως το τέλος μιας σχεδόν ατέρμονης εποχής. Όμως, ακόμα κι αν στο μέλλον μνημονευθεί, το παρόν υπήρξε καταιγιστικό: η λαχτάρα για αλλαγή ήταν αναμφισβήτητη. Εν τέλει, όπως έκανε ο ίδιος τα πρώτα χρόνια του, οι επίγονοι επί του πρακτέου θα μάθουν.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News