Παγκόσμιο Κύπελλο: Η «Μάχη της Νυρεμβέργης» ήταν το τέλος του παλιού ποδοσφαίρου

Αν και όχι ακριβώς από το πουθενά, το ματς μεταξύ Πορτογαλίας και Ολλανδίας στο «Franken», για τη φάση των «16» του Παγκόσμιου Κυπέλλου, στις 25 Ιουνίου 2006, είχε τόσο… αίμα που έμεινε στη μνήμη ως «Η μάχη της Νυρεμβέργης».

Οι μύθοι για το Ουγγαρία-Βραζιλία το 1954, όταν οι Μαγυάροι, δίχως Πούσκας στη σύνθεσή τους, νίκησαν 4-2 σε ένα παιχνίδι που αποκλήθηκε «Η μάχη της Βέρνης», για τον προημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1954, στο, είχαν βρει το δρόμο τους προς τη μυθιστορία. Παρεμφερές, αν και όχι με την ίδια εμβέλεια, το Ολλανδία-Βραζιλία στις 3 Ιουλίου του 1974, στο «Βεστφάλεν», επίσης για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Εκείνο το ματς θα έκρινε ποια ομάδα θα προκρινόταν στον τελικό, αφού το σύστημα ήταν ημιτελικός γύρος με δύο ομίλους, από τους οποίους προκρίνονταν οι καλύτερες πρώτες. Αυτό θα κρατούσε έως και το 1982, όταν μάλλον η θρυλική νίκη της Ιταλίας επί της Βραζιλίας, 3-2, στη «Σαρία», στις 5 Ιουλίου, θα ανάγκαζε τη FIFA να αλλάξει ρότα και, παρ’ ότι δεν υπήρχε αύξηση των ομάδων, αφού παρέμειναν 24, να επιστρέψει στα νοκ άουτ, επιτρέποντας και στις τέσσερις καλύτερες τρίτες, από έξι ομίλους, να προκρίνονται στη φάση των «16». Το σύστημα άλλαξε, οριστικά και αμετάκλητα, το 1998, όταν οι ομάδες που συμμετείχαν στη διοργάνωση, της Γαλλίας αυτήν την περίπτωση, έγιναν 32.

Το Ολλανδία-Βραζιλία υστερούσε, όχι σε σκληρότητα αλλά, σε ανταγωνισμό. Ο Τζόνι Ρεπ, ένας από τους σπουδαίους ποδοσφαιριστές εκείνης της ομάδας, θυμόταν αρκετά χρόνια μετά ότι «μπαίνοντας στο γήπεδο ήμαστε ήδη μπροστά 1-0». Οι Ολλανδοί ήταν κατά πολύ ανώτεροι των Βραζιλιάνων, που σε σχέση με τέσσερα χρόνια νωρίτερα και το «διαστημικό» (ενδεχομένως και με σημασία που ήταν κυριολεκτική, αφού ο «Man on the Moon» τούς επηρέασε εμμέσως και άμεσα, ήταν μείον… τρεις: έλειπαν ο Πελέ, ο Ζέρσον και ο Τοστάο και έπαιζαν ο μυσταφόρος μέχρις εσχάτων Ρομπέρτο Ριβελίνο και ο Ζαϊρζίνιο για να υπερασπιστούν τα κεκτημένα. Οι παίκτες του Ρίνους Μίχελς νίκησαν 2-0, με το γκολ του Γιόχαν Νέεσκες και το εκπληκτικό βολ πλανέ του Γιόχαν Κρόιφ, θυμίζοντάς… Άγιαξ. Για το πώς έχασαν τον παγκόσμιο τίτλο, ευθύνη υπήρχε στους ίδιους και τις… συζύγους του. Από τη χήρα του Γιόχαν Κρόιφ, Ντάνι Κοστέρ, μπορεί κάποιος να μην πάρει λέξη για το πάρτι που έγινε στην πισίνα παραμονές του παιχνιδιού με τη «Σελεσάο» και την αντίδραση των συζύγων των Ολλανδών ποδοσφαιριστών, παρ’ όλα αυτά ήταν το ένα και μοναδικό Παγκόσμιο Κύπελλο του Κρόιφ, ο οποίος το 1998, όταν οι «οράνιε», δηλαδή, έφτασαν στην Αργεντινή, ήταν μόλις 31 και φυσικά μπορούσε να βοηθήσει.

Οι Ολλανδοί έμοιαζαν πάντα απαλοί, καλλιτέχνες, που βρίσκονταν με τους ανώτερους εαυτούς τους τόσο συχνά, ώστε ελάχιστα τους άγγιζαν τα γήινα. Η συμπεριφορά τους υπήρξε ανά περιπτώσεις επιτηδευμένοι. Στη χώρα, η ήττα από τη Δυτική Γερμανία στο Μόναχο, στον τελικό του 1974, άγγιζε τα όρια της ταπείνωσης. Αν και δεν έμοιαζαν να έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στη λογική τους 32 χρόνια μετά, πλην της εισροής των ποδοσφαιριστών από το Σουρινάμ, το παιχνίδι απέναντι στην Πορτογαλία, στις 25 Ιουνίου 2006, για τη φάση των «16» του Παγκόσμιου Κυπέλλου, τα άλλαξε όλα. Και δεν νίκησαν καν.

 

Οι 20 κάρτες, η μπλόφα του Φίγκο και ο «Χασάπης της Στουτγάρδης»

Μόλις τρεις μέρες πριν, στη «Mercedes-Benz Arena», είχε γίνει ένα φανταστικό παιχνίδι, μεταξύ Αυστραλών και Κροατών. Ήταν σαν πόλεμος… αδελφών, διότι σε κάποια φάση της ζωής τους οι Κροάτες έχουν δικαίωμα να επιλέξουν πατρίδα και εθνική ομάδα. Αυτό έκανε ο Μαρκ Βίντουκα, το ίδιο ο Ζέλικο Κάλατς, για τους Αυστραλούς, ενώ ο Γιόζιπ Σίμουνιτς επέλεξε τη «Χρβάτσκα». Ο τελευταίος οδήγησε τον Γκρέιαμ Πολ στην πόρτα της εξόδου. Ο Άγγλος διαιτητής δεν τον απέβαλε αν και του είχε δείξει δύο κίτρινες κάρτες και ο Σίμουνιτς αποβλήθηκε με την… τρίτη. Οι Αυστραλοί πήραν την ισοπαλία, 2-2, και την πρόκριση. Τρεις μέρες μετά, ο Ρώσος Βαλεντίν Ιβανόφ είχε να διαχειριστεί μια ακόμα πιο βίαιη και δύσκολη κατάσταση. Πορτογάλοι και Ολλανδοί μπήκαν στο πεδίο της μάχης και αυτή η αναμέτρηση ονομάστηκε «Η μάχη της Νυρεμβέργης».

Το παράδοξο δεν είναι ότι οι Πορτογάλοι θα χρησιμοποιούσαν θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να επιβιώσουν μιας ολλανδικής ομάδας που σε τεχνική είχε ανάλογο διαμέτρημα, αλλά ότι οι σκληροί Ολλανδοί είχαν για προπονητή κάποιον που στο απόγειο της ποδοσφαιρικής καριέρας του συμβόλιζε την ομορφιά: ουδείς περίμενε, αν και με τον Μαρκ φαν Μπόμελ και τον Καλίντ Μπουλαχρούζ στο γήπεδο ήταν λίγο εκείνοι που αμφέβαλαν για το ότι τα πόδια του αντίπαλου είχαν ίδια αξία με την κατοχή της μπάλας, ότι οι ποδοσφαιριστές του Μάρκο φαν Μπάστεν, ανήμερα της 18ης επετείου από το γκολ του στον τελικό του Euro 1988, του 2-0 επί της Σοβιετικής Ένωσης, που ήταν δεύτεροι στον όμιλο σε ισοβαθμία με την Αργεντινή, θα έχαναν κατ’ αυτόν τον τρόπο το μυαλό του.

Ο Ρώσος διαιτητής δεν χρειάστηκε να μετρήσει πάνω από 120 δευτερόλεπτα για να δώσει την πρώτη κίτρινη κάρτα, για το μαρκάρισμα του Φαν Μπόμελ από πίσω στον Κριστιάνο Ρονάλντο. Ο Πορτογάλος πιτσιρικάς αντικαταστάθηκε αφού ο Μπουλαχρούζ, τον πάτησε δύο φορές στο μηρό. Αποβλήθηκαν ποδοσφαιριστές που δεν τους το είχες: ο Κοστίνια για σκληρό μαρκάρισμα στον Φιλίπ Κοκού και χέρι, ο Ντέκο για δύο δυνατά φάουλ, ο Τζιοβάνι φαν Μπρόνκχορστ για τον ίδιο λόγο. Αποβλήθηκε, βεβαίως, και ο Μπουλαχρούζ, αλλά ω του θαύματος όχι ο Φαν Μπόμελ, λες και έλειπε ο Μάρτης από τη Σαρακοστή, όχι όμως επειδή έκανε κάτι, αλλά διότι ο Ιβανόφ υπέθεσε ότι χτύπησε με τον αγκώνα του τον Λουίς Φίγκο, ο οποίος δεν αποβλήθηκε λίγη ώρα πρωτύτερα, όταν κουτούλησε τον Φαν Μπόμελ, καθώς ο Πορτογάλος έπεσε κρατώντας το κεφάλι του.

Οι κάρτες που έδειξε ο Ιβανόφ ήταν 20: 16 κίτρινες και 4 κόκκινες. Η Ολλανδία έκανε 15 φάουλ και η Πορτογαλία 10 και το ποσοστό που ήταν επιπλέον αξιόποινο ήταν εκπληκτικό. Το παράξενο είναι ότι οι «οράνιε» είχαν 20 τελικές προσπάθειες, εννιά στην εστία, όπου ο Ρικάρντο έκανε σπουδαία δουλειά, ενώ οι Πορτογάλοι, που βρήκαν το γκολ τους με έξυπνη όσο και αισθητικά άρτια προσπάθεια του Μανίς, στο 23’, απείλησαν ακριβώς τις μισές. Ποδόσφαιρο, δηλαδή, παίχθηκε, παρά το αιματοκύλισμα στο «Franken» και στο τέλος οι δύο αποβεβλημένοι, ο Φαν Μπρόνκχορστ και ο Ντέκο, συμπαίκτες στην Μπαρτσελόνα που κατέκτησε το Champions League και το πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά, κουβέντιαζαν με διάχυτη μελαγχολία, αλλά και με ύφος λες και στο παιχνίδι δεν έπαιζαν.

Οι Πορτογάλοι αποδείχθηκαν… ραδιούργοι και στον προημιτελικό με την Αγγλία, λίγες μέρες μετά, βρήκαν τον τρόπο να περάσουν και να φτάσουν στο μικρό τελικό, αφού οι Γάλλοι του Ζινεντίν Ζιντάν τούς νίκησαν στον ημιτελικό 1-0, σε ένα παιχνίδι, μάλιστα, που από τους 8 του Ρεϊμόν Ντομενέκ, που είχαν κίτρινη κάρτα και κινδύνευαν να χάσουν τον τελικό, επιβίωσαν όλοι. Οι Ολλανδοί, δε, επέστρεψαν σπίτι ύστερα από ακόμα μία αποτυχημένη διοργάνωση, αλλά μέσα από αυτό το παιχνίδι, όχι μόνο δεν ένιωσαν ντροπή αλλά, βρήκαν τη… φόρμουλα προκειμένου να πορευτούν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. Η προσθήκη του Νάιτζελ ντε Γιονγκ έκανε ακόμα πιο σκληρή την ομάδα του Μπερτ φαν Μάαρβικ, που παρά την έλλειψη ποιότητας και το ανελέητο ξύλο που βίωσαν τα κορμιά των μικροσκοπικών Ισπανών, αποθεώθηκαν στην πατρίδα. Η ηθικολογία κρατήθηκε στο συρτάρι.

Όσο για τη Νυρεμβέργη; Πέρασαν 61 χρόνια από τη δίκη των Ναζί για να ζήσει ακόμα ένα μακελειό, το οποίο έμοιαζε να είναι το τέλος του «παλιού ποδοσφαίρου». Δεν είναι ακριβώς ότι λήφθηκαν μέτρα όσο ότι οι ποδοσφαιριστές κατάλαβαν ότι έπρεπε να χαλαρώσουν λίγο -αλλιώς δεν θα έβγαζαν τη σεζόν.

 

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News