Σαν Σήμερα - Γιόζιπ Καταλίνσκι: Ο σωσίας του Μπελμοντό που έστειλε τη Γιουγκοσλαβία στο Μουντιάλ του '74
Εξέχουσα θέση στην ποδοσφαιρική ιστορία της Γιουγκοσλαβίας κατέχει η νίκη με 1-0 επί της Ισπανίας στις 13 Φεβρουαρίου 1974, που σήμανε την επιστροφή σε τελική φάση Μουντιάλ ύστερα από 12 χρόνια. Το γκολ πέτυχε ένας αμυντικός, ο Γιόζιπ Καταλίνσκι.
Ακόμα και για ένα έθνος με παράδοση στο ποδόσφαιρο, όπως ήταν η πάλαι ποτέ ενιαία Γιουγκοσλαβία, η απλή πρόκριση στην τελική φάση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου συνιστούσε σημαντική επιτυχία.
Θα το καταλάβετε αν δείτε με τι τρόπο μνημονεύουν το νικηφόρο μπαράζ με την Ισπανία (1-0), στις 13 Φεβρουαρίου 1974 στη Φρανφκούρτη, όσοι πρόλαβαν να το ζήσουν. Δεν είναι παράλογο, αν αναλογιστούμε ότι οι «πλάβι» είχαν περάσει μία μεγάλη περίοδο κάμψης ύστερα από την πορεία τους μέχρι τους «4» της διοργάνωσης του 1962 στη Χιλή – όπου τους έφραξε τον δρόμο για τον τελικό η Τσεχοσλοβακία του Γιόζεφ Μάζοπουστ.
Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε αναχθεί σχεδόν σε εθνικό ήρωα ο σκόρερ εκείνου του αγώνα. Ο Γιόζιπ Καταλίνσκι, ένας από τους καλύτερους αμυντικούς στην Ευρώπη εκείνη την εποχή, ο οποίος σε μία από τις πρώτες προωθήσεις του στο ματς πέτυχε το πολύτιμο γκολ στο 13ο λεπτό και κέρδισε την ποδοσφαιρική «αθανασία».
O Ίβιτσα Σούριακ εκτέλεσε ένα φάουλ από δεξιά κι ο Καταλίνσκι έπιασε μια σκαστή κεφαλιά από το ύψος του δεύτερου δοκαριού. Ο τερματοφύλακας Χοσέ Άνχελ Ιρίμπαρ απέκρουσε ασταθώς κι έστειλε την μπάλα προς το μέρος του Γιουγκοσλάβου άσου, ο οποίος αν και δεν είχε ισορροπία κατάφερε προτού πέσει να τη στείλει με σουτ στα δίχτυα.
Η Ισπανία, η οποία βρισκόταν σε ένα μεταβατικό στάδιο μετά τη «χρυσή» εποχή της Ρεάλ στα ’50s και τα ’60s, δεν μπόρεσε να βρει απάντηση. Αν και διέθετε παίκτες κλάσης όπως ο Αμάνθιο (Αμάρο) κι ο Χουάν Μανουέλ Ασένσι, δεν βρήκε διαδρόμους προς την καλά οργανωμένη άμυνα των «πλάβι», οι οποίοι όσο περνούσε η ώρα κυνηγούσαν με όλο και μεγαλύτερη ένταση το δεύτερο γκολ. Είτε στην κόντρα είτε με οργανωμένες επιθέσεις.
Δεν τα κατάφεραν, ωστόσο, κι έτσι όλη η δόξα έμεινε στον Καταλίνσκι, ο οποίος απ’ την πλευρά του όφειλε μέρος αυτής τη μεγάλης στιγμής που τον σημάδεψε και… στην Εθνική Ελλάδας. Η οποία έπαιξε άθελά της (;) καθοριστικό ρόλο στο να οδηγηθούν η Γιουγκοσλαβία και η Ισπανία στο μπαράζ για μία θέση στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας.
Το ματς-ντροπή της Εθνικής μας
Η Ελλάδα ήταν η ομάδα που συμπλήρωνε τον όμιλο των τριών στην προκριματική φάση εκείνου του Μουντιάλ, απ’ τον οποίο προκρινόταν μόνο ο πρώτος. Δεν μπόρεσε να κοντράρει τους μεγάλους αντιπάλους της και το χειρότερο ήταν ότι βρέθηκε στον άβολο ρόλο του ρυθμιστή όταν υποδέχθηκε τη Γιουγκοσλαβία στην «αυλαία» του ομίλου, στις 19 Δεκεμβρίου 1973.
Έχοντας τρεις ήττες στα τρία προηγούμενα παιχνίδια, το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα δεν είχε φυσικά το παραμικρό βαθμολογικό ενδιαφέρον από το τελευταίο ματς στο «Γ. Καραϊσκάκης». Οι «πλάβι» αντίθετα, ήθελαν όχι απλώς τη νίκη, αλλά και τρία γκολ διαφορά για να πετάξουν έξω τους Ισπανούς στην ισοβαθμία. Αν η νίκη τους ήταν στο γκολ, το «εισιτήριο» κατέληγε στη «ρόχα» κι αν ήταν με δύο γκολ διαφορά, θα οδηγούνταν σε μπαράζ!
Αυτό ακριβώς συνέβη (όπως εύκολα καταλάβατε, αφού με το μπαράζ αρχίσαμε), αλλά σημασία είχε το πώς… Η ιστορία είναι γνωστή και καταγεγραμμένη τόσο στον Τύπο της εποχής όσο και σε έγκριτα βιβλία και δεν έχει νόημα να την υπεραναλύσουμε. Λίγο-πολύ καταγγέλθηκε ότι οι μισοί διεθνείς μας έμοιαζαν να παίζουν για τη Γιουγκοσλαβία κι οι άλλοι μισοί για την Ισπανία και το ίδιο συνέβαινε και με τους λίγους φιλάθλους στην κερκίδα. Ο διαιτητής Κουρτ Τσέσνερ, πάλι, σφύριζε σχεδόν τα πάντα υπέρ της Εθνικής μας (προφανώς όχι επειδή τη συμπαθούσε).
Οι «πλάβι» προηγήθηκαν με 2-0, αλλά πριν τελειώσει το ημίχρονο η Εθνική μας ισοφάρισε, με τον Καταλίνσκι μάλιστα να σημειώνει αυτογκόλ! Είχε προηγηθεί στο 36′ η αποβολή του Ντούσαν Μπάγεβιτς (που είχε ανοίξει το σκορ στο 12′) για χτύπημα εκτός φάσης και η κατάσταση στο δεύτερο ημίχρονο είχε γίνει δραματική. Ο Σούριακ έγραψε το 2-3 στο 62′ και το γκολ του Στάνισλαβ Κάρασι στο 90′ για το 2-4 ήρθε σχεδόν σαν λύτρωση για τους ουδέτερους Έλληνες. Ήταν το μόνο αποτέλεσμα με το οποίο θα μπορούσε να περάσει… στο ντούκου η συμπεριφορά της ομάδας μας, αφού οι δύο «ισχυροί» του ομίλου θα έλυναν τις διαφορές τους σε μπαράζ.
Εκεί φάνηκε η ανωτερότητα της Γιουγκοσλαβίας, η οποία εκτός από τον Καταλίνσκι διέθετε κι άλλους παίκτες διεθνούς κλάσης με πρώτο και καλύτερο τον Ντράγκαν Τζάιτς, ηγέτη του Ερυθρού Αστέρα και στους ημιτελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1971 κόντρα στον Παναθηναϊκό. Ήδη αναφέραμε και τον Κάρασι (που έχασε τη μεγάλη ευκαιρία στο τέλος της ρεβάνς της Λεωφόρου), αλλά και τον 20χρονο τότε Σούριακ. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτοί.
Σπουδαίοι παίκτες ήταν και ο Ίλια Πέτκοβιτς (γνωστός μας από το πέρασμά του απ’ τον Άρη ως προπονητής), ο Γιόβαν Ατσίμοβιτς και ο Μπράνε Όμπλακ, ενώ ειδική μνεία αξίζει κι ο αριστερός μπακ, Ενβέρ Χάτζιαμπιτς, ο οποίος έκλεισε την καριέρα του στην Ελλάδα με τη φανέλα της ΑΕΛ (1979-80). Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά και για τον Μπάγεβιτς, ο οποίος δεν έπαιξε στο μπαράζ λόγω της αποβολής, αλλά έδωσε το «παρών» στην τελική φάση του Μουντιάλ.
Λίμπερο με σουτ-βολίδα
Ο Μπάγεβιτς ήταν ένας από τους πιο στενούς φίλους του Καταλίνσκι, ο οποίος ήταν κι αυτός βοσνιακής καταγωγής και χριστιανός (καθολικός) στο θρήσκευμα. Γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1948 στο Σαράγεβο και μεγάλωσε στο προάστιο Ίλιτζα και, όπως σημειώνει στο μπλογκ του ο Βόσνιος δημοσιογράφος, Μιλιένκο Γέργκοβιτς, η οικογένειά του ήταν ίσως η πιο φτωχή σε όλη τη συνοικία. Τα παιδιά της αναγκάζονταν να κλέβουν τρόφιμα για να επιβιώσουν, τα δύσκολα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο μικρός Γιόζιπ άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο στην τοπική Ίγκμαν και μόλις στα 15 του έγινε αντιληπτός από τα «λαγωνικά» της μεγάλης ομάδας της περιοχής, της Ζελέζνιτσαρ, στην οποία εντάχθηκε και επίσημα το 1964. Ο υψηλόσωμος αμυντικός ήταν ένας από τους παίκτες που μετέτρεψαν τη «Željo» σε πρωταγωνίστρια του πρωταθλήματος της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, μαζί με τον επίσης γνωστό μας Ίβιτσα Όσιμ.
Ο τελευταίος, βέβαια, είχε αποχωρήσει τη σεζόν 1971-72, όταν η ομάδα της Γκρμπάβιτσα στέφθηκε πρωταθλήτρια κι έφτασε στους «8» του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, αποκλείοντας αντιπάλους όπως η Μπριζ και η Μπολόνια. Ο Γιόζιπ Μπούκαλ, ο Μπόζο Γιάνκοβιτς, o Σλόμπονταν Γιάνιους και ο Χάτζιαμπιτς που ήδη αναφέραμε, ήταν μερικοί εκπρόσωποι εκείνης της σπουδαίας φουρνιάς που έγραψε Ιστορία με τον άθλο της.

Ο Καταλίνσκι πανηγυρίζει το γκολ που μόλις έχει πετύχει στον αγώνα της Γιουγκοσλαβίας με το Ζαΐρ, στην τελική φάση του Μουντιάλ του 1974 (πηγή: Wikimedia Commons).
Ο Καταλίνσκι αγωνιζόταν κυρίως στη θέση του λίμπερο και ξεχώριζε για την επιβλητική κορμοστασιά του (από κει προήλθε και το παρατσούκλι «Skija», που ερμηνεύεται ως «κολόνα» ή «στήριγμα»), αλλά και για τις συχνές προωθήσεις του (που δεν άρεσαν πάντοτε στους προπονητές του).
Διέθετε επίσης πολύ δυνατό σουτ και πέτυχε περισσότερα από 100 γκολ σε επίσημους αγώνες σε συλλογικό επίπεδο. Συνήθως σκόραρε από μακρινή απόσταση, στο μπαράζ με την Ισπανία όμως βρήκε τον στόχο από κοντά και το ίδιο έκανε και στο περίφημο 9-0 επί του Ζαΐρ, όπου πέτυχε το τρίτο γκολ της Γιουγκοσλαβίας στο 22ο λεπτό.
To 1975 πήρε μεταγραφή για τη Γαλλία (που ήταν τότε αγαπημένος προορισμός των Γιουγκοσλάβων ποδοσφαιριστών που περνούσαν τα σύνορα) και συγκεκριμένα της Νις. Δεν πρόλαβε να παίξει για πολύ εκεί, μια και ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο σε ένα φιλικό με τη Σερβέτ το 1978, τον υποχρέωσε να κρεμάσει τα παπούτσια του σε ηλικία μόλις 30 ετών. Έγινε όμως ιδιαίτερα αγαπητός στους οπαδούς της, που μνημονεύουν ακόμα το πέρασμά του απ’ την ομάδα τους στις επετειακές αναφορές στο όνομά του στα social media.
Μετριοπαθής στα χρόνια του εμφυλίου
Ο Καταλίνσκι δεν ξέχασε ποτέ την πατρίδα του όσο αγωνιζόταν στη Νις, αλλά ούτε αργότερα, όταν αγόρασε ένα μικρό ξενοδοχείο στην Κυανή Ακτή και πέρασε μερικά ακόμα χρόνια στη Γαλλία. «Ήμουν και παραμένω, πάνω απ’ όλα, Ζελέζνιτσαρ και Βόσνιος», έλεγε και το επιβεβαίωσε μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, όταν ανέλαβε αντιπρόεδρος στον αγαπημένο του σύλλογο.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου έχασε τον αδελφό του, αλλά ούτε τότε θέλησε να τα βάλει με τους Σέρβους. Όπως και άλλοι άνθρωποι που μεγαλούργησαν στα χρόνια της ακμής της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας, δεν μπορούσε να τους δει ως εχθρούς. Μάλλον επειδή δεν μπορούσε να ξεπεράσει ποτέ τις εκδηλώσεις λατρείας από ανθρώπους όλων των εθνοτήτων, ύστερα από εκείνο το γκολ στις 13 Φεβρουαρίου 1974. «Είναι ένας αδελφοκτόνος πόλεμος, τίποτα περισσότερο από έναν αδελφοκτόνο πόλεμο», έλεγε σε όσους τον ρωτούσαν αν ένιωθε θυμό, επειδή είχε χάσει άδικα ένα τόσο κοντινό του πρόσωπο.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, εργάστηκε και ως γυμναστής σε διάφορες ομάδες (ήταν πτυχιούχος φυσικής αγωγής), ενώ πέρασε και από το πόστο του συντονιστή των «μικρών» εθνικών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Το 1998 εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα και ως πρώτος προπονητής, στην Τσελίκ Ζένιτσα.
Πέθανε στις 9 Ιουνίου 2011 σε ηλικία 63 ετών, ύστερα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα. Ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ειδικά στους παλιούς του συμπαίκτες στην Εθνική Γιουγκοσλαβίας (με την οποία κατέγραψε 41 συμμετοχές και 10 γκολ). «Ο Σκία ήταν ανεπανάληπτος», είχε πει ο Μπάγεβιτς.
Από τον Ιούνιο του 2012 η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας τιμά τη μνήμη του με τη διεξαγωγή ενός τουρνουά ομάδων νέων που φέρει το όνομά του. Ανάμεσα στις πολλές διακρίσεις του, ξεχωρίζουν η ανάδειξή του ως κορυφαίου ποδοσφαιριστή της Γιουγκοσλαβίας για το 1974, αλλά και το Βραβείο της 6ης Απριλίου της πόλης του Σαράγεβο, που του απονεμήθηκε το 1975.
Η ομοιότητα με τον Μπελμοντό
Η φυσιογνωμική ομοιότητα του Καταλίνσκι με τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη. Είτε όταν είχε μουστάκι (το λουκ που υιοθέτησε όταν αγωνιζόταν στη Νις) είτε χωρίς (όπως ήταν το 1974 και πιο νέος), εύκολα τον μπερδεύεις με τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό αν δεν τον γνωρίζεις.
Λόγω της καριέρας του στη Γαλλία, μάλιστα, έχει καταγραφεί σε αφιερώματα στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ότι είχε αναπτύξει φιλία με τον «Μπεμπέλ» (ο οποίος ήταν ποδοσφαιρόφιλος και είχε συμβολή στην ίδρυση της Παρί Σεν Ζερμέν, το 1970). Όσο κι αν ψάξαμε, ωστόσο, δεν βρήκαμε καμία γαλλική πηγή που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο ή έστω κάποια συνάντησή τους.
Λογικά δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μία φήμη η οποία προήλθε από τη φυσιογνωμική ομοιότητα των δύο ανδρών, η οποία θεωρήθηκε πραγματική με την πάροδο των χρόνων.
Πηγές: jergovic.com («Život i smrt Josipa Katalinskog»), sportsport.ba («Umro legendarni Josip Katalinski»), 1921.ba («Josip Katalinski – Škija»), www.klix.ba («Prije četiri godine napustio nas je legendarni Josip Katalinski Škija»), en. wikipedia.org («Josip Katalinski», «1971-72 UEFA Cup»), nfsbih.ba («Memorial Tournament Participants Pay Tribute to Legendary Footballer»), Ανδρέας Μπόμης: «Αυτή είναι η ιστορία της Εθνικής Ελλάδας» (εκδ. Ερεχθηίδα, 2009), Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής (εφημερίδα «Ομάδα» της 19ης Φεβρουαρίου 1974, εφημερίδα «Αθλητικά Νέα» της 20ής Δεκεμβρίου 1973), eu-football.info.
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 13 Φεβρουαρίου
2016: Ο 17χρονος Εμμανουήλ Καραλής σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ παίδων στο επί κοντώ με άλμα στα 5,53 μ. κατά τη διάρκεια του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος Κλειστού Στίβου που διεξάγεται στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.
2014: Ο Ιάπωνας Γιουζούρου Χάνιου γίνεται ο πρώτος αθλητής του καλλιτεχνικού πατινάζ που παίρνει βαθμό υψηλότερο του 100 στο σύντομο πρόγραμμα (101,45), στον δρόμο για την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στο ατομικό των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σότσι.
2000: Με γκολ του Μπλεντάρ Κόλα με καρφωτή κεφαλιά στις καθυστερήσεις, ο Παναθηναϊκός νικά με 1-0 την ΑΕΚ και διατηρεί ελπίδες για την κατάκτηση του πρωταθλήματος.
1999: Η Άρσεναλ νικά με 2-1 τη Σέφιλντ Γιουνάιτεντ στο «Χάιμπουρι», όμως το νικητήριο γκολ που σημειώνει ο Μαρκ Όφερμαρς στο 76′ έχει προέλθει από μη εφαρμογή του fair play. Ο Αρσέν Βενγκέρ αναγνωρίζει μετά τη λήξη του αγώνα το λάθος των παικτών του και ζητά επανάληψη του αγώνα, κάτι που αποδέχεται η διοργανώτρια. Στον επαναληπτικό της 23ης Φεβρουαρίου η Άρσεναλ θα νικήσει ξανά με 2-1.
1990: Το σερί των διαδοχικών εύστοχων βολών του Λάρι Μπερντ σταματά στις 71, κατά τη διάρκεια του αγώνα των Μπόστον Σέλτικς με τους Χιούστον Ρόκετς (107-94). Ο Μπερντ αποτυγχάνει να καταρρίψει το ρεκόρ του Κάλβιν Μέρφι, με 78 συνεχείς εύστοχες βολές τη σεζόν 1980-81, το οποίο θα αντέξει μέχρι το 1993, όταν θα το σπάσει ο Μάικλ Γουίλιαμς των Μισνεσόα Τίμπεργουλβς (97).
1988: Η Ανατολικογερμανίδα, Χάικε Ντρέκσλερ, σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ κλειστού στίβου στο μήκος, με άλμα στα 7.37 μ. στο μίτινγκ της Βιέννης. Παγκόσμιο ρεκόρ σημειώνει την ίδια μέρα και η συμπατριώτισσά της, Κριστίνε Βάχτελ, στα 800 μ. (1:56.40).
1983: Ο Άρης σπάει την αρνητική παράδοση 21 ετών στην έδρα του Παναθηναϊκού, μια και τον νικά με 2-1 στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, με τέρματα του Γιάννη Μιχαλήτσου και του Ντίνου Κούη.
1977: Στο προαύλιο του γυμνασίου του Αμυνταίου διεξάγονται οι πρώτοι επίσημοι αγώνες χάντμπολ στην Ελλάδα. Οι ανδρικές ομάδες του Αμύντα Αμυνταίου, του Εθνικού Κοζάνης, του Λυκείου Αμυνταίου και της ΝΕΛΕ (Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμόρφωσης) αναμετρώνται σε τουρνουά που βρίσκει νικητή τον Αμύντα, ενώ διεξάγεται και αγώνας γυναικών ανάμεσα στον Αμύντα και τη ΝΕΛΕ, πάλι με νικητή τον πρώτο. Η άνθιση του χάντμπολ στη Δυτική Μακεδονία οφείλεται στο γεγονός ότι οι περιοχές αυτές πιάνουν τα γιουγκοσλαβικά τηλεοπτικά κανάλια, όπου το άθλημα (με τη νέα του μορφή, μια και παιζόταν και προπολεμικά σε γήπεδα ποδοσφαίρου με 11 παίκτες για κάθε ομάδα) είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.
1977: Πεθαίνει ο Νίκος Καμπάνης, ο οποίος μέχρι και λίγα χρόνια νωρίτερα κατείχε το πόστο του προέδρου του Άρη και παράλληλα ήταν διευθυντής της εφημερίδας «Αθλητικά Νέα».
1972: Τα ξαδέλφια Γκουστάβο και Ρολάντο Τένι κερδίζουν το ασημένιο και το χάλκινο μετάλλιο αντίστοιχα στο σλάλομ των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σαπόρο. Χρυσός ολυμπιονίκης αναδεικνύεται ο Ισπανός Φρανθίσκο Φερνάντεθ Οτσόα.
1964: Η Μίλαν νικά με 2-0 τη Ρεάλ Μαδρίτης στον δεύτερο τελικό του ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ στο Σαν Σίρο, αλλά το τρόπαιο κερδίζει η «Βασίλισσα» η οποία είχε νικήσει με 4-1 στον πρώτο αγώνα στο «Μπερναμπέου».
1952: Ο πυγμάχος Ρόκι Μαρτσιάνο σημειώνει την 40ή νίκη του σε ισάριθμους αγώνες ως επαγγελματίας, όταν βγάζει νοκ άουτ στον 2ο γύρο τον Ιταλό, Τζίνο Μπουονβίνο.
1932: Ο Καναδάς κερδίζει το τέταρτο διαδοχικό χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο χόκεϊ επί πάγου, με το 2-2 κόντρα στις ΗΠΑ στον τελευταίο αγώνα στο Λέικ Πλάσιντ. Οι Καναδοί είχαν καταταγεί πρώτοι και στις δύο πρώτες διοργανώσεις Χειμερινών Ολυμπιακών του 1928 και του 1924, αλλά και το 1920, όταν το άθλημα είχε μπει στο πρόγραμμα των θερινών αγώνων της Αμβέρσας. Πρώτος σκόρερ στο Λέικ Πλάσιντ αναδεικνύεται ο Γουόλτερ Μόνσον με 11 πόντους.
1911: Μια παρέα φοιτητών από το Σπλιτ ιδρύει ένα νέο ποδοσφαιρικό σωματείο, τη Χάιντουκ, κάνοντας πράξη την ιδέα που είχαν επεξεργαστεί λίγο καιρό νωρίτερα στην Πράγα, που ήταν η έδρα του πανεπιστημίου τους (η πόλη ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία, όπως και η Κροατία).
1909: Ο τερματοφύλακας της Γκρίμσμπι, Γουόλτερ Σκοτ, αποκρούει τρία από τα τέσσερα πέναλτι που εκτελούν οι παίκτες της Μπέρνλι (η οποία θα πάρει τη νίκη με 2-0).
