Νίκος Σαρίδης: Πόσο ζυγίζει τελικά η φανέλα της Παρί;
Στο διάβα της Ιστορίας υπάρχουν ομάδες που μεγαλώνουν κι άλλες, οι οποίες μικραίνουν
Σύμπτωση ή μη, το γεγονός είναι ένα: όλες οι back to back κατακτήσεις του Τσάμπιονς Λιγκ, απ’ τον καιρό που ακόμη ονομαζόταν Κύπελλο Πρωταθλητριών, επιτυγχάνονται με τον ίδιο προπονητή.
Η Παρί Σεν Ζερμέν, η οποία έφτασε για δεύτερη συνεχόμενη φορά στην κορυφή της Ευρώπης έχοντας τον Λουίς Ενρίκε στο πηδάλιο, απλώς επιβεβαίωσε τον κανόνα. Η προηγούμενη ομάδα που το είχε κατορθώσει, και με το παραπάνω, ήταν η Ρεάλ δηλαδή, με τρία συνεχόμενα τρόπαια (2015-2016-2017) και τον Ζινεντίν Ζιντάν στο τιμόνι της. Η προ-προηγούμενη, η Μίλαν, η οποία το κατέκτησε το 1989 και το 1990, είχε τον Αρίγκο Σάκι. Η αμέσως πιο πριν, η Νότιγχαμ, νικήτρια το 1979 και το 1980, είχε σε αμφότερους τους τελικούς προπονητή τον Μπράιαν Κλαφ, ενώ η Λίβερπουλ, που κέρδισε την κούπα
το 1977 και το 1978, είχε καθοδηγητή και τις δύο φορές τον Μπομπ Πέισλι.
Η Ιντερ, η οποία σήκωσε το Πρωταθλητριών το 1964 και το 1965, είχε τεχνικό ηγέτη τον Ελένιο Ερέρα, ενώ με έναν προπονητή και τις δύο σεζόν φόρεσε το στέμμα κι η Μπενφίκα (τροπαιούχος 1961 και 1962), με τον Μπέλα Γκούτμαν. Μάλιστα, ο αστικός μύθος αναφέρει πως όταν «τα έσπασαν», μετά τη δεύτερη κούπα, ο Ούγγρος καταράστηκε τους «αετούς» να μην πάρουν ευρωπαϊκό Κύπελλο για εκατό χρόνια και γι’ αυτό έκτοτε δεν έχουν σηκώσει τίποτα σε διεθνές επίπεδο.
Επίσης, η Μπάγερν, η οποία πανηγύρισε το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1974, του 1975 και του 1976, στις δύο τελευταίες κατακτήσεις είχε στην άκρη του πάγκου τον Ντίτμαρ Κράμερ, ενώ ο Αγιαξ, τροπαιούχος το 1971, το 1972 και το 1973 είχε την πρώτη φορά προπονητή τον Ρίνους Μίχελς και μετά το σήκωσε δις με τον Στέφαν Κόβατς. Τέλος, η Ρεάλ που το πήρε πέντε συνεχόμενες χρονιές απ’ το 1956 έως το 1960, στις δύο πρώτες το κατάφερε με κόουτς τον Χοσέ Βιγιαλόνγκα, την τρίτη με τον Λουίς Καρνίλια, που ξεκίνησε
στον πάγκο και την τέταρτη σεζόν, για να τον διαδεχτεί ο Μιγκέλ Μουνιόθ, ο οποίος φόρεσε τελικά το μετάλλιο του πρωταθλητή Ευρώπης, όπως το πήρε και την επόμενη περίοδο.
Ο φετινός τελικός μάς δίδαξε ακόμη πως στο διάβα της Ιστορίας υπάρχουν ομάδες που μεγαλώνουν κι άλλες, οι οποίες μικραίνουν. Η Παρί Σεν Ζερμέν ανήκει, φυσικά, στην πρώτη κατηγορία, καθότι είναι ένας
σύλλογος που ιδρύθηκε το 1970 και προτού «σκάσουν» τ’ αραβικά κεφάλαια ζούσε στη μετριότητα. Το αντίστροφο παράδειγμα είναι η Τζένοα. Που ενώ πριν από 100 χρόνια αποτελούσε την τρανότερη ομάδα
του Καμπιονάτο, με 9 πρωταθλήματα, με τη Μίλαν να έχει εκείνον τον καιρό 3 και τις Γιουβέντους, Ιντερ από 2, μεταπολεμικά, δεν έχει κατακτήσει ούτε καν Κύπελλο Ιταλίας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για το
μέγεθός της. Ομοίως η Νυρεμβέργη, η οποία μέχρι το 1968 κατείχε τα περισσότερα πρωταθλήματα στη Γερμανία (8), σε μια εποχή όπου η Μπάγερν μετρούσε μόλις έναν τίτλο.
Τέλος, ας θυμηθούμε τα… πύρινα άρθρα για το «βάρος» της φανέλας και τους τόνους μελανιού που είχαν χυθεί μετά από εκείνη την εμβληματική «remontada» της Μπαρτσελόνα σε βάρος της Παρί. Ωστόσο, εννέα χρόνια μετά, η γαλλική ομάδα έχει πανηγυρίσει δύο Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ στο μεταξύ οι Καταλανοί δεν το έχουν σηκώσει ούτε μία φορά. Οχι τίποτ’ άλλο, αλλά τότε οι «μπλαουγκράνα» είχαν προπονητή τον Ενρίκε. Κατάφερε, δηλαδή, ο Ισπανός να πάρει δύο «αμφορείς» με την… πουπουλένια
φανέλα και κανέναν με τη «βαριά»! Aν έχουν οι φωστήρες του ποδοσφαίρου κάποια εξήγηση, ευχαρίστως να την ακούσουμε…
