Άντραζ Σποράρ: Ο «πύργος» που μπορεί να κάνει τη διαφορά στην επίθεση του Παναθηναϊκού

Ο Άντραζ Σποράρ αποτελεί με κάθε επισημότητα το νέο μεγάλο μεταγραφικό απόκτημα του Παναθηναϊκού και το «βαρύ χαρτί» στην επίθεση του Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση σέντερ φορ που έχει το ένστικτο του γκολ, αλλά ως τώρα δεν έχει καταφέρει να εδραιωθεί στην ευρωπαϊκή ελίτ. Σε πρωταθλήματα χαμηλότερης δυναμικής, όμως, όπως το ελληνικό απλά… τα σπάει! 

Η καριέρα του Άντραζ Σποράρ έχει σκαμπανεβάσματα. Τα «σπασε» στα πρωταθλήματα της πατρίδας του Σλοβενίας και της Σλοβακίας, αλλά όποτε άνοιξε τα φτερά του σε άλλες λίγκες υψηλότερου επιπέδου δεν κατάφερε να μείνει παρόλο που οι αριθμοί του δεν ήταν κακοί.

Η πορεία του

Γεννημένος το 1994, ο Άντραζ Σποράρ είναι γιος του Μίχα Σποράρ, πρώην ποδοσφαιριστή (κεντρικός αμυντικός) που έπαιξε κυρίως στη δεκαετία του 1990 και του 2000. Τα πρώτα του βήματα τα έκανε στις ακαδημίες της Ολίμπια Λιουμπλιάνας και στη συνέχεια πήγε στη MNK Λιουμπλιάνας, αλλά εκεί που τον πίστεψαν πραγματικά ήταν στη NK Ίντερμπλοκ. Εκεί τη σεζόν 2011-12 έβαλε 11 γκολ σε 24 ματς και η Ολίμπια Λιουμπλιάνας τον έκανε δικό της. Από το 2012 ως το 2015 σημείωσε 50 γκολ σε 111 ματς κι αυτό ήταν το εισιτήριό του για τη Βασιλεία.

Η παραμονή του εκεί, όμως, δεν εξελίχθηκε όπως αναμενόταν. Ένας τραυματισμός τον επηρέασε και δεν έπιασε ούτε όταν πήγε δανεικός στην Αρμίνια Μπίλεφελντ. Η Σλόβαν Μπρατισλάβας αποδείχθηκε σανίδα σωτηρίας.

Στη Σλοβακία έδειξε και πάλι το τρομερό ταλέντο του να στέλνει την μπάλα στα δίχτυα. Με 60 γκολ σε 78 συμμετοχές μπήκε στο στόχαστρο πολλών ομάδων, αλλά ήταν η Σπόρτινγκ Λισαβόνας εκείνη που τον απέκτησε με έξι εκατομμύρια ευρώ τον Ιανουάριο του 2020. Έκλεισε την πρώτη σεζόν του στην Πορτογαλία με επτά γκολ σε 18 συμμετοχές.

Ωστόσο, η συνέχεια δεν ήταν ίδια. Την επόμενη αγωνιστική περίοδο δεν ήταν βασικός κι έβαλε τέσσερα γκολ σε 20 ματς προτού δοθεί δανεικός στην Μπράγκα (21 συμμετοχές/3 γκολ). Την περασμένη σεζόν έπαιξε και πάλι δανεικός, αλλά αυτή τη φορά στη Μίντλεσμπρο της Championship με οκτώ γκολ σε 37 ματς.

Υπερεκτιμημένος ή όχι;

Ο Σποράρ έπιασε σε ομάδες που έπαιζαν ένα πιο… παραδοσιακό στιλ παιχνιδιού που δεν βασίζεται στην πίεση ψηλά και που θέλει τον επιθετικό μέσα στο «κουτί». Εκεί είναι το… περιβάλλον του. Είναι κινητικός, παίζει στη γραμμή του οφσάιντ και μπορεί να κάνει τη διαφορά στο εναέριο παιχνίδι. Ωστόσο, εκτός περιοχής χάνει την αποτελεσματικότητά του αφού δεν είναι τόσο ικανός πλέιμεϊκερ και ούτε τόσο γρήγορος προκειμένου να τραβιέται πίσω και στη συνέχεια να… φτάνει στην περιοχή.

Στη Βασιλεία που είχε προπονητή τον Άντι Χούτερ – ο οποίος πλέον εργάζεται στην Γκλάντμπαχ και είναι ένα από τα «καυτά» ονόματα των πάγκων της Bundesliga – στην Αρμίνια Μπίλεφελντ που ακολουθούσαν το μονοπάτι του σύγχρονου γερμανικού ποδοσφαίρου, αλλά και στη Σπόρτινγκ Λισαβόνας του… μοντέρνου Ρούμπεν Αμορίμ, ο Σποράρ δεν μπορούσε να ακολουθήσει τις ομάδες σε ένταση. Αυτό αφαιρούσε ενέργεια από το να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα – να σκοράρει.

Έτσι, δημιουργήθηκε το ζήτημα της αξίας του κι αν η αντιστοιχία προσφορά/κόστος έχει νόημα. Άλλωστε, με γνώμονα ότι στην ποδοσφαιρική βιομηχανία το γκολ πληρώνεται ακριβά, ο Σποράρ δεν ήταν φθηνός για τα δεδομένα της Βασιλείας και της Σπόρτινγκ Λισαβόνας. Η μια έδωσε 3,8 εκατομμύρια ευρώ – και τον πούλησε για 600 χιλιάδες – και η άλλη έξι εκατομμύρια ευρώ και αν θα πάρει τα μισά θα το θεωρήσει επιτυχία.

Οπότε η αντίληψη της αξίας του Σποράρ είναι σημαντική. Στη σωστή τιμή μπορεί να αποδειχθεί μια εξαιρετική προσθήκη που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Έτσι τον έβλεπαν στη Σλόβαν Μπρατισλάβας και σε μεγάλο μέρος της σεζόν στη Μίντλεσμπρο. Αμφότερες, δε, δεν ήταν τακτικά… σοφιστικέ και δεν του ζητούσαν να κάνει πράγματα που δεν μπορεί.

Ο Σποράρ εναντίον ελληνικών ομάδων

Ο Σποράρ, στο μεταξύ, δεν είναι άγνωστος στις ελληνικές ομάδες. Στην καριέρα του έχει παίξει τέσσερις φορές εναντίον ελληνικών συγκροτημάτων. Αρχικά, τον Αύγουστο του 2019 ήταν μέλος της Σλόβαν Μπρατισλάβας που αντιμετώπισε και απέκλεισε τον ΠΑΟΚ από τα πλέι οφ του Europa League. Έπαιξε και στα δύο ματς, αλλά δεν σκόραρε. Έπειτα, το 2020 εκπροσώπησε την εθνική Σλοβενίας κόντρα στην Ελλάδα στο πλαίσιο της φάσης των ομίλων του UEFA Nations League. Κι εκεί έπαιξε και στα δύο ματς, αλλά χωρίς να βρει δίχτυα.

 

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News