Λούκα Μόντριτς: Ο κορυφαίος Κροάτης όλων των εποχών

Η Ρεάλ Μαδρίτης έφτασε στο δέκατο ημιτελικό Champions League σε 12 χρόνια, ένα ρεκόρ που ο Λούκα Μόντριτς, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, έκανε δυνατό. 

Επιδερμικά, μοιάζει πανεύκολο να οριστεί. Παρ’ όλα αυτά, για τους ρέκτες του θεάματος τη δεκαετία του ’90, η στέψη του Λούκα Μόντριτς ως του κορυφαίου Κροάτη ποδοσφαιριστή όλων των εποχών είναι πιο σύνθετη υπόθεση -και αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή θα έπρεπε να μπουν στο λογαριασμό όλοι οι Κροάτες της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, όπως, επί παραδείγματι, ο αγαπητός και στην Ελλάδα Βέλιμιρ Ζάετς.

Σούκερ, Μπόμπαν, Προσινέτσκι ή απλά… Μόντριτς;

Οι παροικούντες τη Ιερουσαλήμ των 90sπρέπει να έχουν μια δυσκολία παραπάνω να παραδεχθούν του λόγου το ασφαλές. Η παρουσία του Νταβόρ Σούκερ υπήρξε παραπάνω από μαγνητιστική, ενώ ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι μπορούσε να λογίζεται ως ιδιοφυία. Ο Ζβόνιμιρ Μπόμπαν, δε, υπήρχε ως ηγέτης και αρχιερέας του κροατικού ποδοσφαίρου, ακόμα κι αν αυτό προέκυπτε από, όχι αμιγώς πάντως, εξωαγωνιστικούς λόγους. Το σοφιστικές παιχνίδι των Κροατών μεμονωμένα προ εικοσαετίας, ακόμα και του υπέροχου Αλιόσα Ασάνοβιτς, που ήρθε στον Παναθηναϊκό και έμοιαζε με καθηγητή πανεπιστημίου όταν φορούσε τα γυαλιά του, δεν είναι εύκολο να αντικατασταθεί σε αισθητικό επίπεδο.

Όταν ο Σούκερ έπαιζε τη γάτα με το ποντίκι απέναντι στον Πέτερ Σμάιχελ, στο Κροατία-Δανία 3-0 του Euro του 1996, χάιδευε την μπάλα με την πάτούσα για να προσπεράσει τον Αντρέας Κέπκε στον προημιτελικό εκείνου του τουρνουά ή έπαιζε με οξύνοια στο χώρο για το τεχνητό οφσάιντ των Γάλλων, προκειμένου να σκοράρει έπειτα από την πάσα της διάνοιας, που έκανε ο Ασάνοβιτς, στον ημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1998, δεν διευθετούσε απλώς αναμνήσεις, αλλά τους έδινε μια ποιοτική υπόσταση που έμελλε να καταστήσει δύσκολο σε οποιοδήποτε μελλούμενο να αναμετρηθεί μαζί της. Γενικώς, εκείνη η Κροατία, με τον Μάριο Στάνιτς, τον Ρόμπερτ Γιάρνι, τον Αλέν Μπόκσιτς, τον Σλάβεν Μπίλιτς, τον τερματοφύλακα Ντράζεν Λάντιτς, τον Ζβόνιμιρ Σόλντο, τον Ιγκόρ Στίματς, έμοιαζε με μια παρέα που απλώς ψυχαγωγούνταν από το ίδιο το παιχνίδι και είχε τη δυνατότητα να… μπουρλοτιάσει οποιονδήποτε δήθεν ισχυρό αντίπαλο. Ανεξαρτήτως του τι κατάφερναν στους συλλόγους τους -ο Σούκερ, επί παραδείγματι, έγινε πρωταθλητής Ευρώπης με τη Ρεάλ Μαδρίτης το 1998, ο Μπόμπαν το 1994 ήταν από τους πυλώνες της Μίλαν που διέλυσε την Μπαρτσελόνα στην Αθήνα, ο Προσινέτσκι βρισκόταν εκεί όταν οι «μπλαουγκράνα» κατέκτησαν το Κύπελλο Κυπελλούχων, το 1996, απέναντι στην Παρί Σεν Ζερμέν- τη θέση στη μυθιστορία τούς εξασφάλισε η παρουσία στην εθνική ομάδα.

Για να προσπεράσει κάποιος εκείνη την παρέα, έπρεπε τουλάχιστον να φτάσει τη «χρβάτσκα» όπου δεν είχε ξαναφτάσει. Ο Λούκα Μόντριτς δεν το έκανε απλώς, αλλά πλέον θεωρείται ένας από τους αειθαλείς χαφ στην Ιστορία του ποδοσφαίρου.

Δόξα τω Θεώ για τη «Χρυσή Μπάλα»

Είναι δίκαιο να ειπωθεί ότι γι’ αυτό το σερί της Ρεάλ Μαδρίτης, τους θαυμαστούς 10 ημιτελικούς Champions League σε 12 χρόνια, ο Μόντριτς είναι υπεύθυνος, κατά κύριο λόγο. O ίδιος δεν ήταν παρών ούτε στον πρώτο, το 2011 με την Μπαρτσελόνα, ούτε στο δεύτερο, το 2012 με τη Γιουβέντους, αλλά από τη στιγμή που έφτασε στη Μαδρίτη, η παρουσία του υπήρξε εξίσου καταλυτική με εκείνη του Κριστιάνο Ρονάλντο και αυτό αποδεικνύεται εν τη απουσία του τελευταίου.

Σε σχέση με τον Τόνι Κρόος, παραδείγματος χάρη, ο 36χρονος Κροάτης δεν είχε ποτέ τα τεράστια σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή του. Μαζί δημιούργησαν ένα ασύλληπτο δίδυμο στο χώρο του κέντρου -και η Ρεάλ των τελευταίων εφτά Κυπέλλων Πρωταθλητριών είχε πάντα το προβάδισμα σε αυτήν τη θέση απέναντι στις αντιπάλους της. Πότε με ανασταλτικούς μέσους και πότε με χαφ που έχουν την υψηλή εποπτεία και μπορούν να είναι box to box, από αυτούς επιβίωσε σε βραδιές όπως το 1-3 με τη Γιουβέντους και το 2-3 με την Τσέλσι. Είναι τα ψιλά γράμματα στο συμβόλαιο με την επιτυχία που πρέπει να διαβάζει κάποιος καλά -και ο Μόντριτς αυτό το έκανε δίχως να κουράσει τα μάτια του. Άλλωστε, στο γκολ του Ροντρίγκο αποδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι δεν έχει μυωπία ή, εν πάση περιπτώσει, φορά φακούς επαφής τελευταίας τεχνολογίας.

Τα τέσσερα Champions League (και τα αντίστοιχα Παγκόσμια Κύπελλα συλλόγων) που έχει κατακτήσει με τη Ρεάλ Μαδρίτης, πάντως, είναι… ήσσονα σε σχέση με τα ανδραγαθήματά του με την εθνική ομάδα. Σε σύγκριση με την εξάρτηση των «μερένχες» από το παιχνίδι του, εκείνη των συμπατριωτών του είναι πολλαπλή. Η θητεία του με την εθνική ομάδα της χώρας, καταρχάς, είναι πελώρια και σε χρόνο: φέτος συμπληρωνει 16 χρόνια ανελλιπούς παρουσίας. Κατά δεύτερον, κατά τη διάρκεια αυτής, το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Κροατίας έχασε ακριβώς… μία διοργάνωση: το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. Δηλαδή κάθε ζυγό έτος (και, στην περίπτωση του τελευταίου Euro, το 2021) δίνει το «παρών» σε μεγάλες διοργάνωσεις. Πριν τον Μόντριτς, οι Κροάτες είχαν φτάσει στο Euro του 2004, αλλά δεν είχαν παίξει στην προηγούμενη διοργάνωση, σε Ολλανδία και Βέλγιο, το 2000, ούτε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002.

Είναι αυτονόητο πως, με τις 148 συμμετοχές του με τη «χρβάτσκα», ο Μόντριτς είναι ρέκορντμαν συμμετοχών. Επιπλέον, ήταν εκείνος που την οδήγησε στη γη της επαγγελίας: η Γαλλία του Ντιντιέ Ντεσάν, με τον Κιλιάν Εμπαπέ να κάνει πράγματα που θύμιζαν πολύ έντονα τον Πελέ, το 2018 στη Ρωσία, ήταν αδύνατον να αναχαιτιστεί από μία ομάδα που έπαιξε τρεις παρατάσεις και δύο διαδικασίες πέναλτι στα προηγούμενα τρία νοκ άουτ παιχνίδια της, τα οποία, κιόλας, ήταν… έπος: τόσο το ματς στους «16» με τη Δανία όσο και ο προημιτελικός με τη Ρωσία ήταν εντυπωσιακές αναμετρήσεις, από τις οποίες οι Κροάτες επιβίωσαν και, κομματιασμένοι από την κούραση, αλλά με τον θαυμάσιο σκαπανέα Μάριο Μάντζουκιτς σε πλήρη δράση, έπιασαν εν υπνώσει τους ούτως ή άλλως αφελείς Γάλλους και μπήκαν στον τελικό.

Οπότε, ο Μόντριτς δεν αποδεικνύεται μόνο βιονικός σε βάθος χρόνου, αλλά και μέσα σε μία διοργάνωση. Πάλι καλά που… έκοψε στη FIFA και του έδωσε τη Χρυσή Μπάλα του 2018, αφού είχε κατακτήσει το Champions League και είχε παίξει στον τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Μπορεί τώρα να μη μοιάζει τόσο σημαντικό, αλλά πολλοί ποδοσφαιριστές πρόκειται να χαθούν στη μετάφραση εξαιτίας της… διπλομανίας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας να επιβραβεύει τους ίδιους και τους ίδιους, λες κι άλλο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει…

 

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News