Νίκος Πεντζαρόπουλος: Η μεταγραφή στην Ίντερ που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ
Το όνειρο του Νίκου Πεντζαρόπουλου να μεταγραφεί στην Ίντερ έσβησε οριστικά στις 19 Φεβρουαρίου 1953, όταν επέστρεψε από το Μιλάνο στην Αθήνα για να συνεχίσει την καριέρα του στον Πανιώνιο.
Δεκάδες οπαδοί του Πανιωνίου βρέθηκαν στον Σταθμό Λαρίσης το βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου 1953 για να υποδεχθούν σαν «μεσσία» τον Νίκο Πεντζαρόπουλο, ο οποίος επέστρεψε απ’ το Μιλάνο ύστερα από την αποτυχημένη απόπειρά του να μεταγραφεί στην Ίντερ.
Ο κορυφαίος Έλληνας τερματοφύλακας της εποχής θα συνέχιζε την καριέρα του στον ιστορικό σύλλογο της Νέας Σμύρνης, ο οποίος είχε «πονέσει» από την απουσία του το εξάμηνο που είχε προηγηθεί. Αν δει, όμως, κανείς το πρόσωπο του Πεντζαρόπουλου στις φωτογραφίες που είχαν δημοσιευτεί στην Τύπο της εποχής, θα διαπιστώσει ότι το χαμόγελό του ήταν μουδιασμένο.
Και ήταν λογικό. Όσο κι αν αγαπούσε τον Πανιώνιο, το όνειρο της μεταγραφής σε έναν μεγάλο σύλλογο του εξωτερικού, που θα του απέφερε δόξα και χρήματα, είχε σβήσει οριστικά.
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το «όχι» του προέδρου των «κυανέρυθρων», Δημητρού Καραμπάτη, στην επιθυμία του να μεταγραφεί στην Ίντερ. Ούτε οι 100.000 δραχμές που πρόσφερε ο ίδιος ο Πεντζαρόπουλος από την αμοιβή του δεν έκαμψαν τα ρομαντικά ιδεώδη του παλαίμαχου βαλκανιονίκη του στίβου, ο οποίος δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ένας αθλητής του θα αποτελούσε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής.
Ο διεθνής τερματοφύλακας παρέμεινε στην Ιταλία για έξι μήνες, αφού υποστήριζε ότι είχε δεχθεί προτάσεις κι από άλλους τρεις συλλόγους. Χωρίς τη συγκατάθεση του Πανιωνίου, όμως, δεν μπορούσε να πάει πουθενά. Έτσι, επέστρεψε άπραγος στην Αθήνα.
Ήταν, όμως, μόνο η άρνηση του Καραμπάτη η αιτία που η μεγάλη μεταγραφή δεν υλοποιήθηκε ποτέ; Ή είναι κι αυτή μια ιστορία που έχει αναχθεί στη σφαίρα του μύθου, με τις «από στόμα σε στόμα διηγήσεις» που αναπαράχθηκαν κι απ’ τον Τύπο όλα αυτά τα χρόνια;
Απ’ το Τάμπερε κρυφά στο Μιλάνο
Όλα είχαν αρχίσει από τη συγκλονιστική εμφάνιση του Πεντζαρόπουλου στον αγώνα της Εθνικής μας με τη Δανία, για το προκριματικό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων του Ελσίνκι, στις 15 Ιουλίου 1952. Τότε που κέρδισε το προσωνύμιο «ο ήρωας του Τάμπερε» (εκεί είχε διεξαχθεί το ματς), μια και χάρη στις δικές του αποκρούσεις η ήττα της Ελλάδας περιορίστηκε στο 2-1.
Στην κερκίδα του γηπέδου του Τάμπερε βρισκόταν κι ο προπονητής της Ίντερ, Αλφρέντο Φόνι, ο οποίος έμεινε έκπληκτος με την απόδοση του Έλληνα τερματοφύλακα. Δεν δίστασε να τον αναζητήσει και να του προτείνει να μεταβεί στο Μιλάνο, κάτι που ο Πεντζαρόπουλος αποφάσισε να κάνει με την επιστροφή της αποστολής της εθνικής ομάδας στην Αθήνα.
Η συνέχεια θυμίζει κινηματογραφική ταινία. Στα μέσα Αυγούστου οι συγγενείς του διεθνή γκολκίπερ δήλωναν ανήσυχοι επειδή δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουν ύστερα από την αναχώρησή του για τη Λοκρίδα, όπου είχε φύγει για ολιγοήμερες διακοπές. Όταν τον βρήκαν, τους διαμήνυσε ότι βρισκόταν τελικά στην Κω. Στην πραγματικότητα όμως είχε αναχωρήσει από τις 8 Αυγούστου σιδηροδρομικώς για την Ιταλία!
Οι συντάκτες της «Αθλητικής Ηχούς» διασταύρωσαν με αξιοθαύμαστο τρόπο την είδηση (βρήκαν π.χ. ότι ο Πεντζαρόπουλος είχε εκδώσει διαβατήριο στις 5 Αυγούστου με αύξοντα αριθμό 24.156) μετέφεραν όμως συγκεχυμένες πληροφορίες για το ποιος ήταν ο λόγος του ταξιδιού του. Αρχικά είχαν μεταδώσει την πληροφορία ότι είχε υπογράψει πενταετές συμβόλαιο με τη Μίλαν αντί 400 εκατομμυρίων δραχμών, αργότερα όμως έγινε γνωστό ότι η ομάδα που ενδιαφερόταν να τον αποκτήσει ήταν η συμπολίτισσα Ίντερ.
Η… προσγείωση απ’ τον Μανιότσι
Η «Ηχώ» επικαλέστηκε το ρεπορτάζ της Gazzetta Dello Sport της 20ής Αυγούστου 1952, η οποία ανέφερε ότι ο Πεντζαρόπουλος ήταν… περαστικός απ’ το Μιλάνο, όπου είχε μεταβεί για ιδιωτικές και εμπορικές υποθέσεις που θα τον κρατούσαν εκεί για έναν και πλέον μήνα. Είχε ζητήσει να συμμετάσχει στις προπονήσεις των «νερατζούρι» για να κρατηθεί σε καλή αγωνιστική κατάσταση, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο μεταγραφής.
Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν ήταν εύκολο. Ο Μάριο Μανιότσι, ο Ιταλός προπονητής που εργαζόταν εκείνη την εποχή στην ΑΕΚ, τόνισε σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Γενεράλη που δημοσιεύτηκε στην «Ηχώ» της 3ης Σεπτεμβρίου 1952, ότι κάθε ιταλικός σύλλογος είχε δικαίωμα να έχει δύο ξένους παίκτες στη δύναμή του. Και εκτίμησε το προφανές, ότι δύσκολα θα «θυσίαζε» η Ίντερ κάποιον απ’ τους διεθνώς καταξιωμένους επιθετικούς της, δηλαδή τον Σουηδό Λέναρτ Σκόγκλουντ και τον Ούγγρο Ιστβάν Νιέρς, για χάρη του Έλληνα τερματοφύλακα.
Ο Μανιότσι είπε ακόμα με κομψό τρόπο ότι δεν θεωρούσε τον Πεντζαρόπουλο καλύτερο από τον βασικό γκολκίπερ των «νερατζούρι», Τζιόρτζιο Γκέτσι – ο οποίος αργότερα θα αγωνιζόταν και στην Εθνική Ιταλίας. Και τέλος επιβεβαίωσε ότι για κάθε μεταγραφή ξένου παίκτη στη Serie A, χρειαζόταν η έγγραφη συγκατάθεση του συλλόγου στον οποίο ανήκε.
Στο μεταξύ, η μυστική αναχώρηση του διεθνή τερματοφύλακα είχε θορυβήσει και τις υπόλοιπες ελληνικές ομάδες. Το θέμα είχε συζητηθεί και στο συμβούλιο της ΕΠΣΑ, η οποία σκεφτόταν να του απαγορεύσει να παίξει σε οποιονδήποτε σύλλογο εάν επέστρεφε από την Ιταλία. Σκοπός του μέτρου (που δεν υλοποιήθηκε) ήταν να παραδειγματίσει άλλους ποδοσφαιριστές μας που μπορεί να ονειρεύονταν μεταγραφή στο εξωτερικό!
Η επιστολή στον Ρουσσόπουλο
Το θέμα σιγά-σιγά έφυγε από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αφού άρχιζαν και οι διοργανώσεις για τη σεζόν 1952-53. Ο Πεντζαρόπουλος παρέμενε στην Ιταλία και τον Οκτώβριο έγινε γνωστό ότι είχε εγγραφεί στη Ραδιοτεχνική Σχολή του Μιλάνου, η φοίτηση στην οποία διαρκούσε δύο χρόνια. Παράλληλα, συνέχιζε να προπονείται με την Ίντερ.
Στις 7 Οκτωβρίου 1952 η «Ηχώ» δημοσίευσε επιστολή του προς τον μέντορά του, Γιώργο Ρουσσόπουλο, τον άνθρωπο που τον είχε εντοπίσει στις αλάνες της Καλλιθέας το 1943 και τον είχε πάει στον Πανιώνιο. Ο διεθνής τερματοφύλακας έγραφε ότι είχε προτάσεις από τέσσερα ιταλικά σωματεία και επιθυμούσε να πάρει μεταγραφή ώστε να βγάλει τα χρήματα με τα οποία θα πλήρωνε τα δίδακτρα της σχολής του. Πρόσθετε, όμως, ότι δεν βιαζόταν να αποφασίσει, καθώς και τα εξής: «Γρήγορα θα έλθω και πάλι και θα φορέσω την φανέλλα του Πανιωνίου και, αν με κρίνουν καλό και την τιμημένη φανέλλα της Εθνικής μας».
Ο Πανιώνιος είχε ήδη αρνηθεί να παραχωρήσει την ελευθέρα του Πεντζαρόπουλου όχι μόνο στην Ίντερ, αλλά σε οποιαδήποτε ιταλική ομάδα. Έτσι τον Φεβρουάριο του 1953, όταν και ολοκλήρωσε το πρώτο εξάμηνο σπουδών στη ραδιοτεχνική σχολή, ο διεθνής τερματοφύλακας αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Βασικό κίνητρο ήταν να ξεκουραστεί και να ξαναδεί τα μέλη της οικογένειάς του, μια και άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιστρέψει το καλοκαίρι στο Μιλάνο. Αυτό όμως δεν έμελλε να συμβεί ποτέ.
Για πολλές μέρες η «Ηχώ» δημοσίευε τις εντυπώσεις του από τις προπονήσεις που έκανε με την Ίντερ, καθώς και από τη συμμετοχή στα οικογενειακά διπλά και τα φιλικά ματς δίπλα σε παγκόσμιας κλάσης άσους (όπως ο διεθνής Ιταλός κυνηγός, Μπενίτο Λορέντσι). Ακόμα και για το πώς παιζόταν το κατενάτσιο, που είχε αρχίσει να εφαρμόζει ο Φόνι, αλλά και το Totocalcio, το παιχνίδι που ήταν αντίστοιχο του ελληνικού ΠΡΟ-ΠΟ (έξι χρόνια προτού αυτό καθιερωθεί στην Ελλάδα).
Το «όχι» του Καραμπάτη
Τα τελευταία χρόνια η απόπειρα μεταγραφής του Πεντζαρόπουλου στην Ίντερ έχει γίνει ευρύτερα γνωστή στο κοινό (όχι με τις λεπτομέρειες που σας παραθέσαμε) και όλοι επικρίνουν τον Καραμπάτη για το γεγονός ότι εμπόδισε την υλοποίησή της.
Όλοι φυσικά ψέγουν τον αείμνηστο πρόεδρο του Πανιωνίου κρίνοντας με βάση τι ισχύει σήμερα. Και ξεχνούν (ή μάλλον αγνοούν) ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε γαλουχηθεί με τα ολυμπιακά ιδεώδη, όντας κι ο ίδιος αθλητής του στίβου με συμμετοχές στους Ολυμπιακούς Αγώνες (τρεις φορές κιόλας, το 1920, το 1924 και το 1928) και πολλές διακρίσεις στους Βαλκανικούς Αγώνες.
Του φαινόταν, λοιπόν, αδιανόητο να γίνονται τέτοιες συναλλαγές στον αθλητισμό.
Σίγουρα οι αντιλήψεις του ήταν λίγο παρωχημένες ακόμα και για το 1952, που το ποδόσφαιρο άρχιζε δειλά-δειλά να γίνεται αμειβόμενη ενασχόληση. Κι ο ίδιος ο Πανιώνιος θα είχε βγει ωφελημένος οικονομικά από τη μεταγραφή. Όπως προκύπτει, επίσης, από τα λεγόμενα του Μανιότσι, δεν είναι βέβαιο ότι η Ίντερ επιδίωξε «ζεστά» να αποκτήσει τον διεθνή τερματοφύλακα.
Όπως και να ‘χει, πάντως, η αρνητική έκβαση της υπόθεσης κλόνισε τη σχέση του Πεντζαρόπουλου με τους «κυανέρυθρους». Κι αυτό φάνηκε από τις πρώτες κουβέντες που είπε στους δημοσιογράφους κατά την άφιξή του στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 1953. Αν και δήλωσε διαθέσιμος για τον αγώνα της Εθνικής Ελλάδας με την Ιταλία, που θα διεξαγόταν ενάμισι μήνα αργότερα, απέφυγε να πει το ίδιο για τον Πανιώνιο, παρότι ήταν περικυκλωμένος από οπαδούς του.
Τελικά συνέβη το αντίστροφο. Ο Πεντζαρόπουλος επέστρεψε κάποια στιγμή στους «κυανέρυθρους», όμως δεν παρουσιάστηκε ποτέ ξανά στην… εξωγήινη κατάσταση που βρισκόταν τα προηγούμενα χρόνια. Κάτι που είχε ως συνέπεια να μην αγωνιστεί ξανά στην εθνική ομάδα, όπου τον διαδέχθηκαν αρχικά ο Στάθης Μανταλόζης του Εθνικού και αργότερα (μετά τη διαβόητη «ανταρσία» του 1953) ο Μπάμπης Ταουξής του Απόλλωνα.
Όσοι βρίσκονταν κοντά στον «Ήρωα του Τάμπερε» βεβαίωναν ότι για την κατακόρυφη πτώση της απόδοσής του είχε παίξει ρόλο η απογοήτευσή του για τη μη υλοποίηση του «ιταλικού ονείρου». Κάτι που δεν αρνήθηκε κι ο ίδιος σε κατοπινές συνεντεύξεις του. Είχε χάσει τον ενθουσιασμό που είχε για το ποδόσφαιρο, όταν αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου οι αγωνιστικές συνθήκες απείχαν παρασάγγας από εκείνες της Ιταλίας.
Εγκατέλειψε τη δράση το 1955, προτού κλείσει τα 28 του χρόνια, αλλά δεν έφυγε από το αγαπημένο του άθλημα. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως προπονητής σε μικρότερα σωματεία, ενώ συχνά-πυκνά υπηρετούσε και τον Πανιώνιο. Αρχικά ως υπεύθυνος στα «τσικό» και κατόπιν στην πρώτη ομάδα, ως προπονητής τερματοφυλάκων. Παράλληλα διατηρούσε κατάστημα στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, όπου εξασκούσε την τέχνη που είχε μάθει στην Ιταλία. Επισκεύαζε ηλεκτρικές συσκευές (αργότερα το μαγαζί λειτούργησε ως πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ).
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 51 ετών, στις 29 Μαρτίου 1979, ύστερα από σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Ήταν γραφτό να μην προλάβει να δει τον αγαπημένο του Πανιώνιο να στέφεται Κυπελλούχος Ελλάδας για πρώτη φορά στην ιστορία του, μερικούς μήνες αργότερα.
Πηγές: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής (φύλλα της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ», Ιούλιος 1952-Μάρτιος 1953), Ανδρέας Μπόμης: Αυτή είναι η ιστορία της Εθνικής Ελλάδας (εκδ. Ερεχθηίδα, 2009).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 19 Φεβρουαρίου
2021: Η Κροάτισσα άλτρια του ύψους, Μπλάνκα Βλάσιτς (ασημένια ολυμπιονίκης το 2016 και χάλκινη το 2008), ανακοινώνει την αποχώρησή της από τη δράση σε ηλικία 37 ετών.
2011: Με γκολ του Ραφίκ Τζεμπούρ στο πρώτο λεπτό των καθυστερήσεων, ο Ολυμπιακός νικά 2-1 τον Παναθηναϊκό στο «Γ. Καραϊσκάκης» και αυξάνει τη μεταξύ τους διαφορά στους 10 βαθμούς, έντεκα «στροφές» πριν την ολοκλήρωση του πρωταθλήματος. Πρόκειται για το ντέρμπι με το περιβόητο γκολ του Κώστα Κατσουράνη που ακυρώθηκε κακώς ως οφσάιντ.
2006: Με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Ριβάλντο, ο Ολυμπιακός νικά με 3-0 την ΑΕΚ στο «Γ. Καραϊσκάκης» και κάνει το πιο καθοριστικό βήμα για την κατάκτηση του τίτλου.
1992: Ο Άλαν Σίρερ κάνει ντεμπούτο με τη φανέλα της Εθνικής Αγγλίας και μάλιστα σημειώνει ένα γκολ στη νίκη επί της Γαλλίας με 2-0, σε φιλικό αγώνα που διεξάγεται στο «Γουέμπλεϊ».
1984: Οι δίδυμοι Φιλ και Στιβ Μάερ από τις ΗΠΑ κατακτούν το χρυσό και το ασημένιο μετάλλιο στο σλάλομ των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σαράγεβο και γίνονται τα πρώτα αδέλφια που ανεβαίνουν στο βάθρο του ίδιου ολυμπιακού αγωνίσματος.
1980: Ο Κάζιμιρ Γκόρσκι αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία του Ολυμπιακού, αφήνοντας εκείνη της Καστοριάς στην οποία βρισκόταν από τον Νοέμβριο του 1978. Ο Πολωνός τεχνικός, ο οποίος είχε οδηγήσει στο νταμπλ τον Παναθηναϊκό το 1977, αντικατέστησε στον πάγκο των «ερυθρόλευκων» τον Τόζα Βεσελίνοβιτς και θα τους οδηγούσε στην κατάκτηση του τίτλου.
1973: Πεθαίνει στα 76 του ο Κώστας Νεγρεπόντης, θρυλική φυσιογνωμία των πρώτων χρόνων ζωής της ΑΕΚ. Υπήρξε ποδοσφαιριστής της από το 1925 έως το 1933, ενώ είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε παίξει και ποδόσφαιρο στην Πέρα Κλουμπ. Αργότερα υπηρέτησε την Ένωση και ως προπονητής, ενώ πέρασε και από τον πάγκο της Εθνικής Ελλάδας, καθώς και άλλων συλλόγων της χώρας.
1964: Πεθαίνει σε ηλικία 73 ετών ο ιδρυτής του Παναθηναϊκού, Γιώργος Καλαφάτης. Θεωρείται σκαπανέας του ελληνικού ποδοσφαίρου, αφού ανάμεσα στα άλλα ήταν στέλεχος της πρώτης Εθνικής Ελλάδας που μετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920 στην Αμβέρσα. Προτού αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο υπήρξε αθλητής στίβου στον Εθνικό ΓΣ και τον Πανελλήνιο.
1952: Ο Σουηδός Χιάλμαρ Άντερσεν κάνει τρεμπλ στα χρυσά μετάλλια στο πατινάζ ταχύτητας των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Όσλο, αφού μετά τα 1.500 μ. και τα 5.000 μ. κερδίζει την πρωτιά και στα 10.000 μ.
1928: Η Αντρέ Ζολί και ο Πιερ Μπρουνέ κερδίζουν το χρυσό μετάλλιο στα ζευγάρια του καλλιτεχνικού πατινάζ, κατά την τελευταία ημέρα των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σεν Μόριτς. Έναν χρόνο αργότερα θα παντρευτούν και το 1932 θα ανέβουν ξανά στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου στη διοργάνωση του Λέικ Πλάσιντ.
1910: Διεξάγεται ο πρώτος αγώνας στο «Ολντ Τράφορντ», το γήπεδο το οποίο θα χρησιμοποιεί εφεξής η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Μπροστά σε 45.000 θεατές υποδέχεται τη Λίβερπουλ και γνωρίζει την ήττα με 4-3, παρότι είχε προηγηθεί με 3-0.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- ΑΕΚ: Οι ημερομηνίες των προημιτελικών και ο δρόμος προς τον τελικό του Conference League
- ΑΕΚ: Οι ημερομηνίες των πλέι οφ της Super League και τα προημιτελικά του Conference League
- Ολυμπιακός: Φουλ για sold out με την ΑΕΛ - Πόσα εισιτήρια απομένουν
- ΠΑΟΚ: Ρήξη έξω πλαγίου ο Σορετίρε - Τα πήγαινε πολύ καλά στην Τσβόλε
- O Αταμάν ζήτησε στο ΟΑΚΑ να... απαντήσει: «Στο Βελιγράδι όλοι φώναζαν για τον Ολυμπιακό» - Η ατάκα για Χολμς
