Ουγγαρία: Η «χρυσή σελίδα» του πυροτεχνήματος

Το βάρος της ιστορίας που υπάρχει στη συντριβή της Αγγλίας από την Ουγγαρία στο «Μολινό» του Γουλβερχάμπτον, 0-4, για το Nations League, σχεδόν ισούται με μια ποδοσφαιρική διοργάνωση, αφού ενέχει την πρώτη ήττα των Άγγλων στην έδρα τους από Εθνική χώρας που δεν βρίσκεται στο Νησί, την πικρή απώλεια ενός Παγκόσμιου Κυπέλλου, ακόμα και πολεμικό μετατραυματικό στρες!

Πόση ποδοσφαιρική ιστορία κρύβεται στην παρακάτω επικεφαλίδα: Αγγλία-Ουγγαρία 0-4 στο Γουλβερχάμπτον. Σαν να μην έφτανε αυτό, το γεγονός ότι οι Μαγυάροι θα παίξουν την πρωτιά του ομίλου τους στο Nations League με τους Γερμανούς ξεπερνά… κάθε όριο. Σιγά μην κάνετε αυτό το προγραμματισμένο για τις 23 Σεπτεμβρίου ματς και στη… Βέρνη!

Ειδικά για εκείνους που δεν γνώριζαν ότι γινόταν παιχνίδι στο Γουλβερχάμπτον, αυτό το τελικό 4-0 υπέρ των Ούγγρων ήταν ένα σοκ. ΟΚ, συνέβη για τη League A του Nations League, δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να γίνει σε μεγάλη διοργάνωση, οι Ούγγροι, άλλωστε, δεν έχουν προκριθεί καν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, στο Κατάρ, αλλά το χέρι του χρόνου γύρισε πολύ πίσω, σχεδόν 70 χρόνια. Δεν πρόκειται απλώς για τις δύο εκπληκτικές εμφανίσεις των Μαγυάρων του Γκούσταβ Σέμπες στις 25 Νοεμβρίου του 1953 στο Γουέμπλεϊ και στις 23 Μαΐου του 1954 στη Βουδαπέστη, με τα σκορ 6-3 και 7-1 αντιστοίχως, αλλά και το γεγονός ότι αυτό το εκκωφαντικό 4-0, που ουδείς το είχε δει να έρχεται, έγινε στο Γουλβερχάμπτον, την πόλη που, άθελα όλων των παρευρισκομένων, τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης το 1954. Το γεγονός, δε, ότι οι Ούγγροι θα παίξουν τις πιθανότητές τους ώστε να προκριθούν απευθείας στο Euro 2024 και με τους Γερμανούς, αναβιώνει πλήρως την εποχή της «αραντσιπάτ» (η οποία προφέρεται «αρανιτσαπάτ» ή κάτι παρόμοιο, αλλά γνωστή είναι ως «αραντσιπάτ»), καθώς είναι ένα πανθομολογουμένως κρίσιμο παιχνίδι και, βέβαια, μπορεί να μην κυριαρχεί αλλά, υποβόσκει η ενθύμιση του τελικού του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1954, που στις 4 Ιουλίου «κλείνει» 68 χρόνια. Αν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν μία από τις πιο τις πιο καταστροφικές συγκυρίες για το ανθρώπινο είδος, οι επιπτώσεις του οδηγήσαν στη σύγχρονη εποχή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ψυχολογικό υπόβαθρο. Οι φροϊδικοί και οι γιουνγκικοί αναδύθηκαν μετά τους 52 εκατομμύρια νεκρούς και το μετατραυματικό στρες έκανε αισθητή την παρουσία του, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις πληγές από τις απώλειες, αλλά και τις υπενθυμίσεις του μέσα από εικόνες και ατυχή αποτελέσματα.

Η ήττα της Ουγγαρίας το 1954 και της Ολλανδίας το 1974 από τη Δυτική Γερμανία στους τελικούς του Παγκόσμιου Κυπέλλου σε Βέρνη και Μόναχο ουσιαστικά διόγκωσαν αυτά τα τραύματα παντί τρόπω. Ουδεμία από τις δύο χώρες ξεπέρασε, σε οποιοδήποτε σημείο της ποδοσφαιρικής ιστορίας της, την απώλεια του τροπαίου του παγκόσμιου πρωταθλητή, ιδίως με τον τρόπο που ήρθε και τον αντίπαλο με τον οποίο έγινε.

Όταν ο Χιντεγκούτι γέμισε με υπαρξιακά τους Άγγλους αμυντικούς

Η αλήθεια είναι ότι εκείνη η Δυτική Γερμανία αδικείται από την Ιστορία, ενώ η θέση της Ουγγαρίας θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ενέχει ένα στοιχείο υπερβολής. Ναι, ο Φέρεντς Πούσκας ήταν εκείνος που πήρε στο λαιμό του την ομάδα του με το να αποφασίσει να παίξει στον τελικό αν και δεν ήταν ιδιαιτέρως καλά, ναι, ο Νάντορ Χιντεγκούτι αποφάσισε ότι δεν ήταν πρέπον για τη θέση του, ως επιτελικού μέσου, να μαρκάρει τους αντιπάλους του, αλλά οι Γερμανοί του Σεπ Χερμπέργκερ νίκησαν εκείνο το ματς, κάνοντας την πρώτη πολύ σπουδαία ανατροπή της Ιστορίας τους, η οποία θα διανθιζόταν με αλλεπάλληλες τέτοιες, που θα καταστρατηγούσαν τη λογική ή, εν πάση περιπτώσει, αφού θα γινόταν αποδεκτό ότι οι Γερμανοί, πρώτοι από όλους, θα μπορούσαν να παίζουν χωρίς το στοιχείο της απελπισίας στις καθυστερήσεις του παιχνιδιού, θα αύξαναν τα όριά της. Ο Χέλμουτ Ραν και ο Φριτς Βάλτερ δεν έγιναν εκτός των τειχών ήρωες, αλλά αν εξαιρεθεί η ήττα 8-3 από την Ουγγαρία στον όμιλο του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1954, οι Δυτικογερμανοί έκαναν περίπατο. Νίκησαν 4-1 και 7-2 στο μπαράζ για πρόκριση στα προημιτελικά τους Τούρκους, 2-0 τους Γιουγκοσλάβους και κονιορτοποίησαν τους Αυστριακούς, οι οποίοι ήταν φαβορί σε εκείνο το ματς και είχαν δημιουργήσει την ονείρωξη ενός τελικού απέναντι στους Ούγγρους, που θα ήταν εξαιρετικά αναζωογονητικός για ό,τι κάποτε ήταν η Αυστροουγγαρία, θα παρέπεμπε σε πιο μουσικές εποχές και θα έδινε μια ρομαντική εσάνς.

Οι Άγγλοι, πάλι, δεν έμαθαν οτιδήποτε από εκείνες τις δύο συντριβές και τον τρόπο που ο Σέμπες πλησίασε, φέρνοντας τους δύο πλάγιους επιθετικούς του, τον Φέρεντς Πούσκας και τον Νάντορ Κότσιτς, πιο κοντά στους μέσους τους και βγάζοντας τον Χιντεγκούτι από τη θέση του φορ, ώστε να τραβάει μαζί του τον αμυντικό χαφ, στο 4-2-4. Εκείνο το παιχνίδι στο Γουέμπλεϊ τον Νοέμβριο του 1953 και βέβαια το αντίστοιχο, στη Βουδαπέστη, τον Μάιο του 1954, ήταν Βατερλό επειδή ο Χιντεγκούτι έφευγε από τη θέση του φορ και αν ο Χάρι Τζόνστον τον ακολουθούσε στο κέντρο, όπου είχε έναν οργανωτικό ρόλο, οι άλλοι δύο αμυντικοί ήταν τόσο απασχολημένοι με τους αντιπάλους τους που το κέντρο της άμυνας θα είχε ένα τεράστιο κενό, στο οποίο οι Ούγγροι μέσοι, ειδικά ο Γιόζεφ Μπόζικ, αλλά και οι Γιόζεφ Ζακάριας και Ζόλταν Τσίμπορ έκαναν συνεχώς κινήσεις. Σε αυτό το δίλημμα ο Τζόνστον δεν απάντησε, ούτε, όμως, ο Σιντ Όουεν, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον Μπόζικ στη Βουδαπέστη.

Οι Ούγγροι έρχονταν από άλλον κόσμο, παίζοντας ένα ποδόσφαιρο που ακόμα και η αρίθμηση στις φανέλες έμπλεκε τους αντιπάλους, οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν, επί παραδείγματι, ως δικαιολογία ότι αυτή η αρίθμηση τους μπέρδεψε, επειδή δεν ήξεραν ποιον να μαρκάρουν. Οι Ούγγροι χρωστούν χάρη στο σπουδαίο Μάρτον Μπούκοβι και την ΜΤΚ, που αναπροσάρμοσαν τη σκέψη των συμπατριωτών τους για το πώς θα μπορούσε να παιχθεί πραγματικά το ποδόσφαιρο, όταν ο Νόρμπερτ Χέφλινγκ, ένας από εκείνους τους βαρείς φορ, πουλήθηκε στη Λάτσιο. Ο Μπούκοβι αποφάσισε ότι αφού δεν υπήρχε ποδοσφαιριστής με τα βαρθιά χαρακτηριστικά του Χέφλινγκ, ο επιθετικός έπρεπε να γυρίζει πιο πίσω για να βοηθάει στην ανάπτυξη του παιχνιδιού, ενώ οι εξτρέμ δεν είχαν λόγο να μην προωθούνται και, άρα, να μην εκμεταλλεύονται τις τρύπες στην άμυνα που δημιουργούσε το ανέβασμα του αμυντικού χαφ, που έπρεπε να μαρκάρει τον αντίπαλο φορ.

 

Μια επανάσταση οργής

Εκείνη τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου, αρκετοί θεώρησαν ότι στο ήδη… υπαρκτό τέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας δόθηκε η εικόνα. Ο αγγλικός Τύπος περιέγραψε τους Μαγυάρους σαν «φωτεινούς μετεωρίτες», ο Μπράιαν Γκλάνβιλ τούς χαρακτήρισε «η μέση οδός προς την τελειότητα». Οι Ούγγροι, από την πλευρά τους, που αποθέωσαν τον Σέμπες και τους παίκτες του όταν επέστρεψαν στη Βουδαπέστη, αποκαρδιώθηκαν και εξοργίστηκαν με την απώλεια του Παγκόσμιου Κυπέλλου, στο βαθμό που μπορεί να πει κάποιος ότι αυτή η ήττα «γέννησε» την επανάσταση των φοιτητών τον Σεπτέμβριο του 1956 και την είσοδο των σοβιετικών τανκς στη Βουδαπέστη, που είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση εκείνης της κορυφαίας ομάδας η οποία, έως και τότε, είχε γνωρίσει μόλις μία ήττα από το 1950 και έπειτα και προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης. Ένας χαμένος τελικός Παγκόσμιου Κυπέλλου είναι όπως ένας χαμένος έρωτας: δεν θρηνείς μόνο για ό,τι δεν πρόκειται να αποκτήσεις, αλλά επιστρέφουν όλες οι αδυναμίες σου και η ίδια η ύπαρξή σου συρρικνώνεται. Τι πιο φυσικό, λοιπόν, για τους Ολλανδούς να νιώσουν ότι η κατάστασή τους ήταν μη αναστρέψιμη μετά τον τελικό της 7ης Ιουλίου 1974 στο Olimpiastadion.

Τη μέρα που η Γερμανία νίκησε την Ιταλία 5-2, η Ουγγαρία συνέτριψε την Αγγλία. Αν η Ιστορία επαναλαμβάνεται, δεν το κάνει τόσο προφανώς: προτιμά να περιπαίζει την ανθρώπινη αδυναμία στο σκοτάδι. Δεν αναμένεται, βέβαια, η ανάσταση του ουγγρικού ποδοσφαίρου όσο κι αν ο αθλητισμός της χώρας, εν τω συνόλω, βρίσκεται σε μια ικανοποιητική κατάσταση και τα παράπονά τους είναι δυνητικά μια ικανοποιητική ελληνική αθλητική πραγματικότητα. Όμως, τα γελαστά πρόσωπα του Ρόλαντ Ζάλαϊ και του Ζολτ Νάγκι, τα ανοιχτά χέρια του Ντάνιελ Γκάζνταγκ, ιδιαιτέρως μετά τη νίκη των Μαγυάρων επί των «τριών λιονταριών» και στη Βουδαπέστη, με σκορ 1-0, επαναφέρουν τις εικόνες ή τις φαντασιώσεις, όσων δεν την έζησαν, από εκείνη την εποχή. Κι αν δεν υπάρχει ένδειξη ότι οι Ούγγροι επιστρέφουν, παρά τη σχετικά ικανοποιητική παρουσία τους στο Euro 2016, ένα πυροτέχνημα αρκεί για να επαναφέρει τις ευχάριστες μνήμες και ίσως για να ξαναθέσει ανθρώπους προ των ευθυνών τους. Στη χώρα της κεντρικής Ευρώπης, άλλωστε, γιορτάζουν το «έτος Πούσκας», ως εκ τούτου αυτή η νίκη ήρθε και έδεσε. Στον «καλπάζοντα συνταγματάρχη», άλλωστε, που έκανε γιογιό το μυθικό αρχηγό της Αγγλίας, Μπίλι Ράιτ, τα έχουν συγχωρήσει όλα, ακόμα και το άσυλο που ζήτησε στην Ισπανία…

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News