Σαν Σήμερα - Ρινάλντο Μαρτίνο: Χάρισε Κόπα Αμέρικα στην Αργεντινή με γκολ-ποίημα

Στις 25 Φεβρουαρίου 1945 η Αργεντινή κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα νικώντας με 1-0 την Ουρουγουάη χάρη σε ένα μνημειώδες γκολ που πέτυχε ο Ρινάλντο Μαρτίνο, ένας από τους πιο χαρισματικούς επιθετικούς που ανέδειξε ποτέ η χώρα της πάμπας.

Κινηματογραφικό υλικό από τη νίκη της Αργεντινής επί της Ουρουγουάης με 1-0 στις 25 Φεβρουαρίου 1945 δεν υπάρχει.

Αν πιστέψουμε, ωστόσο, τις διηγήσεις όσων παρακολούθησαν το ματς που έκρινε εκείνο το Κόπα Αμέρικα, το γκολ του Ρινάλντο Μαρτίνο μπορεί να ήταν πιο εντυπωσιακό κι από αυτό του Ντιέγκο Μαραντόνα κόντρα στην Αγγλία, το 1986!

Δεν υπερβάλλουμε και θα το καταλάβετε αν βάλετε τη φαντασία να δουλέψει, όσο θα διαβάζετε την περιγραφή της ενέργειας του χαρισματικού Αργεντινού επιθετικού, που έχει μείνει στην Ιστορία ως το «gol da América». Δηλαδή «το γκολ της Αμερικής», το πιο θεαματικό που είχε σημειωθεί μέχρι τότε στα γήπεδα ολόκληρης της ηπείρου.

Η φάση καταγράφηκε στο 60ό λεπτό. Ο Μαρτίνο δέχθηκε μια πάσα από τον Άνχελ Περούκα στον χώρο του κέντρου και με μια χαλαρή ντρίμπλα απέφυγε τον Ραούλ Σάρο και τον Ομπντούλιο Βαρέλα που έσπευσαν προς το μέρος του. Στη συνέχεια ξεπέρασε τον Αγουστίν Πράδο, κατόπιν τον Εουσέμπιο Τεχέρα κι έφτασε στην άκρη της μεγάλης περιοχής όπου προσποιήθηκε ότι θα έβγαζε σέντρα προς τον Χουάν Χοσέ Φεράρο. Αντ’ αυτού, όμως, έπιασε ένα ψηλοκρεμαστό σουτ με το οποίο πέρασε την μπάλα πάνω απ’ τον εμβρόντητο τερματοφύλακα της Ουρουγουάης, Ρόκε Μάσπολι!

Δεν πρέπει να ‘ταν κι άσχημο, έτσι; Και δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία των μαρτυριών, παρότι η πείρα έχει διδάξει ότι οι παλιοί (δημοσιογράφοι και φίλαθλοι) αρέσκονταν σε λεκτικές υπερβολές.

Ακόμα κι αν δεν ήταν τόσο σπάνιας ομορφιάς, πάντως, σημασία είχε ότι αυτό το γκολ έφτασε και περίσσεψε για να χαρίσει στην Αργεντινή το βαρύτιμο τρόπαιο για έβδομη φορά στην ιστορία της. Η Βραζιλία δεν προλάβαινε να τη φτάσει ακόμα κι αν κέρδιζε το τελευταίο ματς με τη Χιλή στις 28 Φεβρουαρίου (όπως κι έκανε, με 1-0). Τη διαφορά την είχε κάνει η νίκη της «αλμπισελέστε» στο μεταξύ τους παιχνίδι στις 15 του μήνα: 3-1 με τον Νορμπέρτο Μέντες να σημειώνει χατ τρικ.

Το ματς με τη Βραζιλία ήταν το ένα από τα δύο στα οποία δεν σκόραρε ο Μαρτίνο στη διοργάνωση, μαζί με το 1-1 κόντρα στη Χιλή που φάνηκε προς στιγμήν ότι θα στερούσε το τρόπαιο από την Αργεντινή. Στα υπόλοιπα τρία (4-0 την Βολιβία, 4-1 το Εκουαδόρ, 9-1 την Κολομβία) πέτυχε από ένα γκολ και αναδείχθηκε δεύτερος σκόρερ της ομάδας του πίσω από τον Μέντες, ο οποίος είχε έξι.

Το γεγονόςωότι ήταν ο σκόρερ του νικητήριου τέρματος στον καθοριστικό τελευταίο αγώνα τον έχει συνδέσει πιο στενά με την επιτυχία της Αργεντινής στο συγκεκριμένο Κόπα Αμέρικα – όπου ουσιαστικά κάλυψε το κενό του Χοσέ Μανουέλ Μορένο στη θέση του μέσα αριστερά. Κι ο ίδιος, άλλωστε, δήλωνε ότι ήταν το σημαντικότερο γκολ που πέτυχε ποτέ, αν και η καριέρα του δεν περιστρεφόταν σε καμία περίπτωση μόνο γύρω από αυτό.

Εξίσου σημαντικό παράσημο για τον Μαρτίνο ήταν ότι υπήρξε ο ηγέτης της Σαν Λορέντζο η οποία το 1946 μπήκε σφήνα ανάμεσα στη Ρίβερ Πλέιτ και την Μπόκα Τζούνιορς και κατέκτησε το πρωτάθλημα Αργεντινής. Πήρε γεύση κι από την Ευρώπη όταν μεταγράφηκε στη Γιουβέντους, ενώ αργότερα έπαιξε με επιτυχία και στην Ουρουγουάη με τη Νάσιονάλ.

Λάτρης του τάνγκο και των ιπποδρομιών, ο Μαρτίνο υπήρξε ένας καλλιτέχνης της μπάλας σε μια εποχή που το άθλημα βασιζόταν περισσότερο στην τεχνική και την εξυπνάδα, παρά στη φυσική κατάσταση και την τακτική. Αυτό είχε υποστηρίξει κι ο ίδιος σε συνέντευξή του στο «El Grafico» το 1996: «Το ποδόσφαιρο είναι απλό για όσους ξέρουν πώς να το παίξουν. Για μας ήταν απλό, επειδή το είχαμε διδαχθεί στους δρόμους, κλωτσώντας την μπάλα στον τοίχο. Γι’ αυτό στην εποχή μας υπήρχαν τόσοι πολλοί παίκτες με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση».

Έφτιαχνε μπάλες με τις κάλτσες

Ο Ρινάλντο Φιοραμόντε Μαρτίνο (όπως ήταν το πλήρες όνομά του) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1921 στο Ροζάριο και ήταν το μικρότερο από τα εννιά παιδιά του Μπενίτο και της Μαρία. Από μικρός έδειξε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο και τσακωνόταν συνεχώς με τις τρεις αδελφές του, επειδή έκλεβε τις κάλτσες τους για να φτιάχνει μπάλες!

Ο πατέρας του, βέβαια, δεν ήθελε να ακούει για το ποδόσφαιρο. Ονειρευόταν ότι τα παιδιά του θα γίνονταν επιστήμονες και τσέκαρε κάθε βράδυ τα παπούτσια του μικρού Ρινάλντο για να δει αν είχαν σημάδια απ’ το παιχνίδι. Επειδή πάντοτε είχαν, τον μάλωνε, αλλά εκείνος δεν πτοούνταν. «Δεν με ενδιέφερε καθόλου το σχολείο. Ήθελα μόνο ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο», είχε δηλώσει γλαφυρά σε μια συνέντευξή του.

Χρειάστηκε να αναλάβει δράση η μητέρα του για να καταλαγιάσει ο θυμός του πατέρα όταν ο Μαρτίνο άρχισε να παίζει στην Πενιαρόλ, μια ομάδα γειτονιάς στο Ροζάριο (καμία σχέση με τον «κολοσσό» της Ουρουγουάης) και από το 1937 στην Μπελγράνο (η οποία επίσης δεν σχετίζεται με τη γνωστή Μπελγράνο, που εδρεύει στην Κόρδοβα). Νωρίτερα είχε πάει να δοκιμαστεί στη Νιούελς Ολντ Μπόις, όμως δεν είχε κερδίσει την εκτίμηση των προπονητών.

Τέσσερις από τους επιθετικούς της Αργεντινής στο Κόπα Αμέρικα του 1945. Όρθιοι ο Νορμπέρτο Μέντες (αριστερά) κι ο Ρινάλντο Μαρτίνο και καθιστοί ο Άνχελ Λαμπρούνα κι ο Βισέντε Ντε Λα Μάτα (πηγή: El Grafico).

Η μοίρα του άλλαξε στα τέλη του 1940 από ένα συμπτωματικό γεγονός. Ανιχνευτές ταλέντων της Σαν Λορέντζο είχαν πάει στο Ροζάριο για να παρακολουθήσουν τον Τορίτο Αγκίρε, έναν πολύ καλό επιθετικό που αγωνιζόταν στη Σεντράλ Κόρδοβα. Ο αγώνας, όμως, αναβλήθηκε λόγω κακοκαιρίας και για να μη πάει χαμένος ο κόπος τους, πήγαν μερικά χιλιόμετρα πιο δίπλα για να δουν τη Νιούελς Ολντ Μπόις κόντρα στην Μπελγράνο. Κι έμειναν άφωνοι με τον 19χρονο Μαρτίνο.

Χωρίς πολλή σκέψη, του πρότειναν συμβόλαιο κι εκείνος δέχθηκε. Τους βγήκε σε καλό, μια και δαπάνησαν μόλις 13.000 πέσος για τη μεταγραφή (έναντι των 40.000 που σκόπευαν να προσφέρουν για τον Αγκίρε), αλλά κι ο ίδιος ο νεαρός παίκτης έκανε την τύχη του, μια και βρέθηκε με το «καλημέρα» να έχει ενεργό ρόλο στην ομάδα. Ο Ούγγρος προπονητής, Ίμρε Χιρσλ, τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στον Βάσκο επιθετικό, Ιζίντρο Λάνγκαρα, σε ένα φιλικό κόντρα στη Λίβερπουλ Μοντεβιδέο στις 22 Ιανουαρίου 1941 (1-0).

Η «χρυσή τριπλέτα» της Σαν Λορέντζο

Αν και αντιμετώπισε δυσκολίες προσαρμογής στις συνθήκες ζωής στο Μπουένος Άιρες, ο Μαρτίνο καθιερώθηκε γρήγορα στην εντεκάδα της Σαν Λορέντζο. Κομβικό αποδείχθηκε ένα ματς με την Πλατένσε στο Estadio Gasometro, τον Αύγουστο του 1941, όταν με τρία δικά του γκολ απέτρεψε την ήττα (3-3 από 0-3) και την εισβολή των εξαγριωμένων οπαδών στον αγωνιστικό χώρο.

Ήταν εξαιρετικός ντριμπλέρ, σούταρε και με τα δύο πόδια και ήταν καλός και στις κεφαλιές. Το 1942 ήταν η χρονιά της καταξίωσης, αφού με 25 τέρματα αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της Primera και η ομάδα του τερμάτισε δεύτερη, πίσω από τη Ρίβερ Πλέιτ στην οποία διέπρεπε η πρώτη και καλύτερη βερσιόν της θρυλικής «La Maquina» (αποτελούμενη από τους Μορένο, Λαμπρούνα, Μουνιόζ, Πεδερνέρα και Λουστό). Την ίδια χρονιά έκανε ντεμπούτο στην Εθνική Αργεντινής στη νίκη με 4-1 επί της Ουρουγουάης για το Κύπελλο Νιούτον, πετυχαίνοντας μάλιστα δύο γκολ.

Ο υψηλός ανταγωνισμός με τα «αστέρια» των μεγαλύτερων συλλόγων δεν του επέτρεψε να έχει τακτική παρουσία στην «αλμπισελέστε» μέχρι το Κόπα Αμέρικα του 1945, όπου και εξελίχθηκε σε πρωταγωνιστή του θριάμβου. Την ίδια χρονιά, όμως, συνέβη άλλο ένα σημαντικό γεγονός. Η Σαν Λορέντζο απέκτησε τον σέντερ φορ Ρενέ Ποντόνι και τον μέσα δεξιά Αρμάντο Φάρο, οι οποίοι μαζί με τον Μαρτίνο συνέθεσαν τη «Χρυσή Τριπλέτα» («Terceto de Oro») που άφησε εποχή.

Η «Χρυσή Τριπλέτα» της Σαν Λορέντζο, που την οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Αργεντινής το 1946. Στο μέσον ο Ρινάλντο Μαρτίνο, αριστερά ο Αρμάντο Φάρα και δεξιά Ρενέ Ποντόνι (πηγή: Wikimedia Commons).

Η αγαστή συνεργασία τους βοήθησε την ομάδα του Αλμάγκρο να σπάσει το δίπολο της Ρίβερ Πλέιτ και της Μπόκα Τζούνιορς και να κατακτήσει το πρωτάθλημα του 1946 πετυχαίνοντας 90 γκολ σε 30 αγώνες! Ενδεικτικό του πόσο καλά συνεννοούνταν τα μέλη της τριπλέτας είναι και το γκολ που περιγράφει ο Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του «Το Ποδόσφαιρο στη Σκιά και το φως» (εκδ. Πάπυρος 2015). Τότε που ο Μαρτίνο με ένα βλέμμα προς τον Ποντόνι έκανε τους αμυντικούς της Νασιονάλ Μοντεβιδέο να τρέξουν προς τον συμπαίκτη του και να του αφήσουν χώρο, τον οποίο εκμεταλλεύθηκε για να μπει στην αντίπαλη περιοχή και να σκοράρει!

Εκτός από τους τρεις επιθετικούς του άξονα (που πέτυχαν μόνοι τους 56 γκολ στην πορεία προς τον τίτλο) πολύτιμοι ήταν και οι εξτρέμ, Όσκαρ Σίλβα και Αντόνιο Ιμπελόνι, όπως και οι μέσοι Σαλβαδόρ Γκρέκο, Φερνάντο Γκαρσία και Άνχελ Ζουμπιέτα. Στην άμυνα ξεχώριζαν ο Όσκαρ Μπάσο, ο Σαλβαδόρ Γκρέκο και ο Μπαρτολομέ Κολόμπο, ο οποίος ήταν κι αυτός που κόλλησε το παρατσούκλι «Μamucho» στον Μαρτίνο. Από ένα γλωσσικό λάθος που έκανε ο τελευταίος σε δηλώσεις του (είχε πει «más mucho» αντί για το ορθό «mucho más», που σημαίνει «πιο πολύ»).

Αυτή η εξαιρετική ομάδα έκανε περιοδεία στην Ευρώπη στα τέλη του 1946 και στις αρχές του 1947 και προκάλεσε τον θαυμασμό με την ευκολία με την οποία φόρτωνε με γκολ τις αντίπαλες εστίες. Οι επιβλητικές νίκες επί της Εθνικής Ισπανίας με 6-1 και επί της Εθνικής Πορτογαλίας με 10-4, ξεχώρισαν από μια σειρά εντυπωσιακών αποτελεσμάτων που έκαναν περιζήτητο τον Μαρτίνο (ο οποίος είχε μικρή συμμετοχή και στο Κόπα Αμέρικα του 1946, το οποίο κατέκτησε ξανά η Αργεντινή) στους συλλόγους της Γηραιάς Ηπείρου.

Το «βελούδινο πόδι» της Γιουβέντους

Ο Μαρτίνο επέστρεψε στην Ευρώπη για μόνιμη εγκατάσταση το 1949. Αφορμή αποτέλεσε η απεργία που είχαν κάνει οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές της Αργεντινής τον προηγούμενο χρόνο, με την οποία διεκδικούσαν αύξηση των αποδοχών τους και αναγνώριση του συνδικαλιστικού τους οργάνου.

Κατέληξε στη Γιουβέντους μέσω του Ρενάτο Τσεζαρίνι, προπονητή της Ρίβερ Πλέιτ στα χρόνια της «Maquina», ο οποίος είχε υπηρετήσει την «Κυρία» τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής. Αγωνίστηκε ως μέσα δεξιά σε μια επιθετική πεντάδα στην οποία υπήρχαν ακόμα παίκτες όπως ο Δανός μέσα αριστερά Τζον Χάνσεν και ο ανερχόμενος σέντερ φορ, Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι κι έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην κατάκτηση του σκουντέτο της σεζόν 1949-50 (σημείωσε 18 γκολ σε 33 αγώνες).

Το αγωνιστικό του στιλ ενθουσίασε τους Ιταλούς, οι οποίοι του έδωσαν το προσωνύμιο το «βελούδινο πόδι», επειδή χάιδευε την μπάλα αντί να την κλωτσά με δύναμη. Έπαιξε και στην Εθνική Ιταλίας (αφού πληρούσε το προσόν της καταγωγής ώστε να γίνει «οριούντο») σε ένα φιλικό με την Αγγλία στο Γουέμπλεϊ, στον χρόνο πάνω όμως προτίμησε να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη για έναν ασυνήθιστο λόγο. Την αγάπη του για τις ιπποδρομίες, που ανθούσαν τότε στη Λατινική Αμερική!

Είπε το «ναι» στην πρόταση της Μπόκα Τζούνιορς, όμως το deal δεν ολοκληρώθηκε, επειδή στο μεταξύ είχε λήξει η μεταγραφική περίοδος. Κατέληξε, έτσι, στη Νασιονάλ Μοντεβιδέο, την οποία βοήθησε να κερδίσει το πρωτάθλημα του 1950 κόντρα στην Πενιαρόλ των Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, Ομπντούλιο Βαρέλα και Αλσίδες Γκίτζια, που είχαν κατακτήσει το καλοκαίρι το Μουντιάλ με τη «σελέστε». Έτσι, καυχιόταν ότι είχε στεφθεί πρωταθλητής σε τρεις διαφορετικές χώρες (Αργεντινή, Ιταλία και Ουρουγουάη).

Στην Μπόκα μεταγράφηκε τελικά το 1951 αλλά δεν κέρδισε θέση βασικού, με συνέπεια να επιστρέψει στη Νασιονάλ, όπου έπαιξε μέχρι το 1953. Αγωνίστηκε και στη Βραζιλία με τη φανέλα της Σάο Πάουλο όμως το κλίμα δεν του άρεσε και επέστρεψε γρήγορα στην Ουρουγουάη για λογαριασμό της Σέρο, όπου έκλεισε την καριέρα του σε ηλικία 32 ετών.

«Ο Μαραντόνα δεν είναι φαινόμενο»

Ο «Μαμούτσο» δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να γίνει προπονητής. Δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον ρόλο από την εποχή που αγωνιζόταν. «Προπονητές ήμασταν από μόνοι μας οι παίκτες. Λύναμε τα περισσότερα προβλήματα συζητώντας μεταξύ μας», είχε πει. Ούτε ήταν θείος με τον Χεράρδο Μαρτίνο, όπως έχει γραφτεί. Ο «Τάτα» δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στην αυτοβιογραφία του και δεν θα είχε λόγο να αποκρύψει μια τόσο εκλεκτή συγγένεια.

Από το 1954 μέχρι το 1962 ο Μαρτίνο διατηρούσε ένα κατάστημα επίπλων μαζί με τον Περούκα, τον μέσο της Νιούελς Ολντ Μπόις απ’ τον οποίο είχε πάρει την πάσα πριν αρχίσει τη μαγική ενέργεια στο ιστορικό ματς της 25ης Φεβρουαρίου 1945. Αργότερα επένδυσε στην αγάπη του για το τάνγκο ανοίγοντας ένα νυχτερινό κλαμπ, το «Caño 14», το οποίο εξελίχθηκε σε ένα από τα διασημότερα του Μπουένος Άιρες. Συνεργάστηκε μάλιστα με τους διάσημους τραγουδιστές Ανίμπαλ Τρόιλο και Χουάν Ντ’ Αριένζο. Από το 1982 εργάστηκε ως πράκτορας στοιχημάτων ποδοσφαίρου.

Τα κινητικά προβλήματα που αντιμετώπιζε λόγω οστεοαρθρίτιδας από το 1979, δεν τον εμπόδιζαν να παρακολουθεί από κοντά τη Σαν Λορέντζο, η οποία είχε μόλις ξεσπιτωθεί από το Estadio Gasometro στο οποίο είχε διαπρέψει ο ίδιος (γεγονός που προκάλεσε και τον υποβιβασμό της, το 1981). Εκείνα τα χρόνια ο Μαρτίνο είχε εκλεγεί πρόεδρος των βετεράνων ποδοσφαιριστών του συλλόγου και οι δημοσιογράφοι ζητούσαν συχνά τη γνώμη του για τα τεκταινόμενα.

Σε ένα πράγμα έπεσε εντελώς έξω. Δεν συμμεριζόταν το hype που υπήρχε για τον Ντιέγκο Μαραντόνα πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986! «Είναι καλός παίκτης, αλλά όχι φαινόμενο όπως ισχυρίζονται πολλοί. Δεν πιστεύω σ’ αυτήν την εθνική ομάδα», είχε πει. Σίγουρα θα χάρηκε, πάντως, για την πανηγυρική διάψευσή του (και ειδικά για το γκολ κόντρα στην Αγγλία που έμοιαζε με το δικό του), αφού τα χρόνια που ακολούθησαν γκρίνιαζε σε συνεντεύξεις του για την προτίμηση που έδειχναν οι προπονητές στις αμυντικογενείς τακτικές.

Ο Ρινάλντο Μαρτίνο πέθανε στις 15 Νοεμβρίου 2000, λίγες εβδομάδες αφότου έκλεισε τα 79 του χρόνια. Μνημονεύεται ακόμα ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που ανέδειξε ποτέ η Αργεντινή, ενώ παραμένει ο τρίτος σκόρερ στην ιστορία της Σαν Λορέντζο με 164 γκολ (μπροστά τους βρίσκονται μόνο ο Ντιέγκο Γκαρσία με 169 κι ο Χοσέ Σανφιλίπο με 204).

Πηγές: elgrafico.com.ar («Rinaldo Martino, el golazo de América», «Rinaldo Martino: “Antes, jugar era simple”»), lanacion.com.ar («Martino: el adiós a un mago de la pelota»), mundoazulgrana.com.ar («La Leyenda del Mamucho Martino»), futbolportenho.com.br («Rinaldo Martino, “mais muito” que o 3º maior artilheiro do San Lorenzo»), sanlorenzo.com.ar («Jugadores Ηistoricos»), en.wikipedia.org («1945 South American Championship», «Rinaldo Martino»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 25 Φεβρουαρίου

2023: Ο Λευτέρης Πετρούνιας κατακτά το χρυσό μετάλλιο στους κρίκους στο Παγκόσμιο Κύπελλο που διεξάγεται στο Κότμπους της Γερμανίας.

2015: Πεθαίνει σε ηλικία 77 ετών ο παλαίμαχος επιθετικός του Ολυμπιακού (1948-56), Μπάμπης Δρόσος.

2014: Ο 49χρονος παλαίμαχος αθλητής της ενόργανης γυμναστικής, Γιούργκεν Μπρίμερ, μέλος της ομάδας της Δυτικής Γερμανίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988 στη Σεούλ, δίνει τέλος στη ζωή του πηδώντας από μία γέφυρα ύψους 55 μέτρων, σε αυτοκινητόδρομο της Στουτγάρδης. Νωρίτερα είχε σκοτώσει τον 15χρονο γιο του, ο οποίος είχε μείνει παραπληγικός ύστερα από τροχαίο ατύχημα.

2008: Πεθαίνει σε ηλικία 53 ετών ο Κυριάκος Γριβέας, μέλος της ελληνικής Παραολυμπιακής Επιτροπής και πρόεδρος της Ελληνικής Αθλητικής Ομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρίες. Το 1988 στους Παραολυμπιακούς της Σεούλ είχε κερδίσει το αργυρό μετάλλιο στην κολύμβηση.

2010: Χάρη σ’ ένα μαγικό πεντάλεπτο στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου, ο Παναθηναϊκός νικά 3-2 τη Ρόμα στο Ολίμπικο και προκρίνεται πανηγυρικά στους «16» του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Οι «πράσινοι» είχαν νικήσει 3-2 στο πρώτο ματς στο ΟΑΚΑ, όμως στο 32′ βρίσκονται να χάνουν 1-0 με τυχερό γκολ του Ρίισε. Ο Σισέ με πέναλτι στο 40′, ο Νίνης στο 43′ και πάλι ο Σισέ στο 45′ (από πάσα του Νίνη) πετυχαίνουν τα τρία γκολ που χαρίζουν την τεράστια πρόκριση στον Παναθηναϊκό. Η Ρόμα απλώς μειώνει στο 67′ με τον Ντε Ρόσι.

1994: Πεθαίνει σε ηλικία 62 ετών ο πρώην πρωταθλητής Ελλάδας στο σκάκι, Τριαντάφυλλος Σιαπέρας.

1990: Ο Παναθηναϊκός νικά με 4-3 τον Ολυμπιακό στο «Γ. Καραϊσκάκης» σε ένα επεισοδιακό ντέρμπι που ξεσηκώνει αντιδράσεις των φιλάθλων και από τις δύο πλευρές.

1988: Ο Άρης νικά με 93-77 τη Μακάμπι Τελ Αβίβ στο Αλεξάνδρειο με 36 πόντους του Νίκου Γκάλη και κάνει ένα ακόμα βήμα για την πρόκριση στο Final-4 της Γάνδης.

1977: Ο Πιτ Μάραβιτς σημειώνει 68 πόντους, τους περισσότερους από σούτινγκ γκαρντ σε ένα ματς του ΝΒΑ, στη νίκη των Νιου Ορλίνς Τζαζ επί των Νιου Γιορκ Νικς με 124-107. Την επίδοσή του θα βελτιώσει ο Μάικλ Τζόρνταν στις 28 Μαρτίου 1990, όταν θα πετύχει 69 πόντους στη νίκη των Σικάγο Μπουλς επί των Κλίβελαντ Καβαλίερς με 117-113.

1973: Ο Ολυμπιακός νικά με 1-0 τον ΠΑΟΚ στο «Γ. Καραϊσκάκης» με γκολ του Χούλιο Λοσάντα, σ’ ένα ντέρμπι που διεξάγεται στη σκιά της δολοφονίας τριών ανθρώπων από τον Νίκο Κοεμτζή, λίγες ώρες νωρίτερα σε νυχτερινό κέντρο.

1964: Ο 22χρονος Κάσιους Κλέι κατακτά τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στα βαρέα βάρη της επαγγελματικής πυγμαχίας, όταν νικά τον Σόνι Λίστον με νοκ άουτ στο τέλος του 6ου γύρου. Δύο ημέρες αργότερα, ο Κλέι ανακοινώνει ότι ασπάζεται τον ισλαμισμό και αλλάζει το ονοματεπώνυμό του σε Μοχάμεντ Αλί.

1951: Αρχίζουν στο Μπουένος Άιρες οι 1οι Παναμερικανικοί Αγώνες, με τη συμμετοχή 2.513 αθλητών και αθλητριών από 21 χώρες της Βορείου και της Νοτίου Αμερικής.

1940: Για πρώτη φορά στα χρονικά καλύπτεται τηλεοπτικά αγώνας χόκεϊ επί πάγου (Νιου Γιορκ Ρέιντζερς-Μόντρεαλ Καναντιέν 6-2 στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν).

1924: Η Μαρί Μπόιντ πετυχαίνει 156 πόντους στον σχολικό αγώνα Λονακόνινγκ-Ούρσουλιν που λήγει με σκορ 163-3. Η επιτυχία της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον παλιό κανονισμό που ίσχυε από την εποχή του Τζέιμς Νέισμιθ, σύμφωνα με τον οποίο ύστερα από κάθε καλάθι, ο αγώνας συνεχιζόταν με τζάμπολ στο κέντρο του γηπέδου. Οι παίκτριες του Λονακόνινγκ υπερτερούσαν σε ύψος των αντιπάλων τους, με αποτέλεσμα να εκδηλώσουν πολύ περισσότερες επιθέσεις, που κατέληξαν σε εύκολα καλάθια της Μπόιντ.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News