Σαν Σήμερα - Λεονίντας Ντα Σίλβα: Το «μαύρο διαμάντι» της Βραζιλίας που τελειοποίησε το ανάποδο ψαλίδι

Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο Μουντιάλ του 1938, ήταν ονομαστός για την ευλυγισία του θεωρείται ο ποδοσφαιριστής που τελειοποίησε το ανάποδο ψαλίδι. Ο Λεονίντας Ντα Σίλβα, το αυθεντικό «μαύρο διαμάντι» της Βραζιλίας, πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 2004.

Στη Βραζιλία μπορεί να πετύχεις ακόμα και σήμερα κόσμο να συζητάει για τον χαμένο ημιτελικό με την Ιταλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938. Και, κυρίως, να ψάχνει την αιτία για την οποία δεν αγωνίστηκε το μεγάλο αστέρι της «σελεσάο», ο Λεονίντας Ντα Σίλβα.

Το μυστήριο έχει πλέον λυθεί, όμως πολλοί δεν θέλουν να αποδεχθούν την αλήθεια. Προτιμούν να πιστεύουν τις θεωρίες συνωμοσίας για την απουσία του κορυφαίου Βραζιλιάνου επιθετικού της εποχής του Μεσοπολέμου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών στις 24 Ιανουαρίου 2004 και θα παραμείνει πάντοτε θρύλος του ποδοσφαίρου της χώρας.

Δεν ήταν τόσο τα επτά γκολ που πέτυχε στο μοναδικό Μουντιάλ που συμμετείχε ή τα κατορθώματά του σε συλλογικό επίπεδο. Πέρα απ’ τους ξερούς αριθμούς, ζωντανό στη μνήμη των συμπατριωτών του τον έχουν κρατήσει οι ύμνοι των παλαιότερων για τον τρόπο με τον οποίο… χάιδευε την μπάλα, την άνεση με την οποία την έστελνε στα δίχτυα, αλλά και την ευλυγισία του που είχε κάνει τους σύγχρονούς του να του δώσουν το παρατσούκλι «λαστιχάνθρωπος».

Όμως το πιο σημαντικό κατόρθωμα του Λεονίντας ήταν άλλο.Χάρη σ’ αυτόν (και τον συνομήλικό του αμυντικό, Ντομίνγκος Ντα Γκία) έσπασε οριστικά και η σύνδεση του ποδοσφαίρου με την υψηλή κοινωνία της Βραζιλίας. Το άθλημα έπαψε πια να είναι προνόμιο των πλούσιων λευκών κι έγινε προσβάσιμο και σε όσους προέρχονταν από τα χαμηλότερα λαϊκά στρώματα.

Οι μαύροι ή οι μιγάδες δεν προσπαθούσαν πια να κρύψουν την καταγωγή τους, όπως ο Αρτούρ Φριντενράιχ (ο πρώτος μεγάλος σταρ του ποδοσφαίρου της χώρας), που ίσιωνε τα κατσαρά μαλλιά του με μπριγιαντίνη ή ο Κάρλος Αλμπέρτο που άλειφε με ριζόσκονη το πρόσωπό του για να το κάνει να φαίνεται πιο λευκό.

Ήταν ακόμα αυτός που, πολλά χρόνια πριν την εμφάνιση του Πελέ, καθιέρωσε το βραζιλιάνικο στιλ ποδοσφαίρου, που δίνει περισσότερη έμφαση στο θέαμα, παρά στο αποτέλεσμα. Το «Jogo Bonito», που πρωτοεμφανίστηκε ως όρος όταν η Βραζιλία αναδείχθηκε παγκόσμια πρωταθλήτρια για πρώτη φορά, το 1958, έχει στην πραγματικότητα τις ρίζες του στα χρόνια που ο Λεονίντας διέπρεψε ως παίκτης της Φλαμένγκο και της Σάο Πάουλο, αλλά και της εθνικής ομάδας – άσχετα αν με την τελευταία δεν ευτύχησε να κερδίσει ούτε τον τίτλο του πρωταθλητή της Νοτίου Αμερικής.

Όπως έχει γράψει και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο στο εμβληματικό βιβλίο του «Το Ποδόσφαιρο στη Σκιά και το Φως» (εκδ. Πάπυρος 2015, μετάφραση Ισμήνη Κανσή), «τα γκολ του Λεονίντας ήταν τόσο όμορφα, που ακόμα κι ο νικημένος τερματοφύλακας σηκωνόταν για να τον συγχαρεί».

Η τεχνική νίκησε τον ρατσισμό

Την εποχή που γεννήθηκε ο Λεονίντας Ντα Σίλβα, στις 6 Σεπτεμβρίου 1913, το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία ήταν ακόμα απαγορευμένο για τους μαύρους. Μόλις το 1918 η ομοσπονδία της χώρας επέτρεψε την παρουσία τους σε ομάδες και χρειάστηκε να περάσουν κι άλλα χρόνια ώστε να γίνουν πλήρως αποδεκτοί απ’ τους λευκούς και να μην γίνονται στόχος ρατσιστικών αποδοκιμασιών.

Η Χώρα του Καφέ, άλλωστε, ήταν η τελευταία σε ολόκληρη την αμερικάνικη ήπειρο (βόρεια και νότια) που κατάργησε τη δουλεία! Το 1888, έναν χρόνο προτού ανακηρυχθεί σε δημοκρατία. Ωστόσο, το γεγονός ότι αποτέλεσε ουσιαστικά ένα χωνευτήρι διάφορων φυλών, συνέβαλε ώστε να αποκτήσει κι αυτόν τον τόσο ξεχωριστό ποδοσφαιρικό χαρακτήρα.

Όπως σημειώνει ο Βρετανός δημοσιογράφος Άλεξ Μπέλος στο βιβλίο του «Futebol – Ο Βραζιλιάνικος Τρόπος Ζωής», ορισμένοι ιστορικοί έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μαύροι άρχισαν να καταφεύγουν στους αυτοσχεδιασμούς και στις ατομικές ενέργειες για να προστατεύονται από τους λευκούς. Κάθε σωματική επαφή μαζί τους προκαλούσε αντίποινα.

Ο Ντομίνγκος Ντα Γκία, ο πρώτος μεγάλος αμυντικός της Βραζιλίας που διέπρεψε την ίδια εποχή με τον Λεονίντας στη Φλαμένγκο και τη «σελεσάο», είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του: «Όταν ήμουν πιτσιρίκι φοβόμουν να παίξω μπάλα γιατί έβλεπα συχνά τους μαύρους, εκεί στην Μπανγκού, να τρώνε ξύλο στο γήπεδο μόνο και μόνο επειδή έκαναν ένα φάουλ. Καμιά φορά ούτε καν γι’ αυτό». Και εξήγησε τη συνέχεια πώς σκαρφίστηκε ορισμένες ντρίμπλες που τον βοήθησαν να αποφεύγει τα σκληρά μαρκαρίσματα των αντιπάλων του και τον έκαναν διάσημο.

Κάτι αντίστοιχο έκανε και ο Λεονίντας ο οποίος ήταν αυθεντικό ποδοσφαιρικό ταλέντο. Από το 1927, οπότε και εντάχθηκε στη Σάο Κριστοβάο και αργότερα με τη φανέλα της Σίριο Λιμπάνεζ, με την οποία έπαιξε για πρώτη φορά σε επίπεδο ανδρικής ομάδας το 1930, ξεχώρισε για την ταχύτητα, την ευλυγισία και τον εξαιρετικό χειρισμό της μπάλας. Ο προπονητής Ζεντίλ Καρντόζο τον πήρε το 1931 μαζί του στην Μπονσουσέσο, έναν από τους δυνατούς συλλόγους του πρωταθλήματος Καριόκα κι εκεί ουσιαστικά άρχισε η πορεία του μικροκαμωμένου άσου (1.68 μ.) προς την καταξίωση.

Η καθιέρωση στη Φλαμένγκο και την Εθνική

Η δεινότητα του Λεονίντας στο σκοράρισμα φάνηκε από το ντεμπούτο του στην Εθνική Βραζιλίας. πέτυχε και τα δύο γκολ της φιλικής νίκης επί της Ουρουγουάης (2-1) στο Μοντεβιδέο, τον Δεκέμβριο του 1932 και προκάλεσε το ενδιαφέρον της Πενιαρόλ. Το ποδόσφαιρο εκεί ήταν ήδη επαγγελματικό και ο Λεονίντας δελεάστηκε από τα χρήματα ώστε να πει το «ναι».

Τα πήγε περίφημα, μια και πέτυχε 11 γκολ σε 16 συμμετοχές στο πρωτάθλημα του 1933. Όμως στο μεσοδιάστημα καθιερώθηκε ο επαγγελματισμός και στη Βραζιλία, με αποτέλεσμα να πάρει τον δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα. Αρχικά για τη Βάσκο Ντα Γκάμα (1934) και κατόπιν για την Μποταφόγκο (1935-36), με τις οποίες πανηγύρισε την κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων Καριόκα.

Άρχισε, ωστόσο, να καθιερώνεται στη συνείδηση του κόσμου ως ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής της χώρας όταν εντάχθηκε στη Φλαμένγκο στα τέλη του 1936. Ο Λεονίντας αφομοίωσε γρήγορα τις ευρωπαϊκές ιδέες του Ούγγρου προπονητή, Ντόρι Κίρσνερ και εξελίχθηκε σε έναν ολοκληρωμένο επιθετικό. Συνδύαζε το «όμορφο παιχνίδι» με την πειθαρχία και για χάρη του γέμιζαν οι κερκίδες στα γήπεδα. Οι τίτλοι δεν ήρθαν γρήγορα (μόλις το 1939 πανηγύρισε το πρώτο πρωτάθλημα Καριόκα), όμως στο μεταξύ είχε αναχθεί σε αστέρα πρώτου μεγέθους με την εθνική ομάδα.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 στην Ιταλία, η «σελεσάο» δεν ήταν έτοιμη για τη διάκριση και πήρε νωρίς το πλοίο της επιστροφής, αφού η Ισπανία τη νίκησε εύκολα με 3-1 στον 1ο γύρο (τότε η διοργάνωση διεξαγόταν με σύστημα νοκ άουτ). Ο Λεονίντας πέτυχε το γκολ της τιμής, που αποτέλεσε παρακαταθήκη για το μέλλον.

Σκόραρε χωρίς παπούτσι

Τεράστιο ρόλο στην αναγωγή του Λεονίντας σε μύθο έχει παίξει ο πρώτος αγώνας της Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1938, στη Γαλλία. Τότε που η «σελεσάο» χρειάστηκε την παράταση για να καταβάλει με 6-5 την Πολωνία στο λασπωμένο τερέν του «Λα Μενό» του Στρασβούργου.

Ο «λαστιχάνθρωπος» άνοιξε το σκορ με δυνατό σουτ μέσα απ’ την περιοχή στο 18′, όμως οι Πολωνοί αντέδρασαν και με πρωταγωνιστή τον Ερνστ Βιλιμόφσκι απαντούσαν σε κάθε γκολ των Βραζιλιάνων. Το 90λεπτο βρήκε τις δύο ομάδες ισόπαλες με 4-4 και στον έξτρα χρόνο μίλησε η κλάση του Λεονίντας, ο οποίος πέτυχε άλλα δύο τέρματα και χάρισε στην ομάδα του τη νίκη με 6-5.

Λέγεται μάλιστα ότι πέτυχε το πρώτο από τα δύο γκολ της παράτασης σουτάροντας χωρίς το παπούτσι του, που είχε κολλήσει στον βούρκο. Αυτό δεν επιβεβαιώνεται στα κινηματογραφικά πλάνα που έχουν διασωθεί απ’ το παιχνίδι, αλλά οι μαρτυρίες των συμπαικτών και των θεατών δεν αμφισβητούνται και ήταν αρκετές για να τον μετατρέψουν σε θρύλο.

Η Βραζιλία δυσκολεύτηκε και στον προημιτελικό με την Τσεχοσλοβακία στο Μπορντό. Ο Λεονίντας άνοιξε το σκορ στο 30′, όμως το ματς έληξε 1-1 μια και στο 65′ ισοφάρισε με πέναλτι ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης του 1934, Όλντριχ Νέγεντλι. Το ματς σημαδεύτηκε από τα σκληρά μαρκαρίσματα εκατέρωθεν κι ένα από τα θύματα ήταν και σέντερ φορ της «σελεσάο», ο οποίος δεν ήταν σε θέση να αγωνιστεί στον επαναληπτικό, δύο ημέρες αργότερα στο ίδιο γήπεδο.

Ως αναπληρωματικός του Λεονίντας είχε ταξιδέψει στη Γαλλία ο Νιζίνιο, ο οποίος όμως αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα διαφορετικής υφής. Ήταν ιταλικής καταγωγής και είχε πάρει μεταγραφή στη Λάτσιο, όμως το 1935 αγνόησε το κάλεσμα για γενική επιστράτευση όταν το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι επιχείρησε την εισβολή στην Αβυσσηνία (τη σημερινή Αιθιοπία). Επέστρεψε στη Βραζιλία και συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο, όμως όταν οι Ιταλοί πληροφορήθηκαν την παρουσία του στην αποστολή της «σελεσάο» για το Μουντιάλ του 1938, ειδοποίησαν τη FIFA ότι είχε κηρυχθεί λιποτάκτης.

Κυκλοφόρησε σοκολάτα για χάρη του

Αν και επισήμως η συμμετοχή του Νιζίνιο δεν απαγορεύτηκε, ο προπονητής Αντεμάρ Πιμέντα δεν τον χρησιμοποίησε υπό τον φόβο πιθανών κυρώσεων. Έτσι, χρησιμοποίησε στον επαναληπτικό με τους Τσεχοσλοβάκους τον τραυματία Λεονίντας ο οποίος σκόραρε ξανά και βοήθησε τη «σελεσάο» να νικήσει με 2-1. Η κατάστασή του, όμως, επιβαρύνθηκε και ήταν πρακτικά αδύνατο να παίξει στον ημιτελικό με την Ιταλία, δύο ημέρες αργότερα.

Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο έμεινε εκτός μάχης κι όχι η υπεροψία του Πιμέντα, όπως διαδιδόταν για δεκαετίες εντός και εκτός Βραζιλίας – και την οποία δεν διέψευδε κατηγορηματικά ούτε ο χαρισματικός άσος όσο ζούσε. Ο Λεονίντας επέστρεψε για τον μικρό τελικό με τη Σουηδία, όπου σκόραρε δύο φορές στη νίκη με 4-2 και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του τουρνουά με επτά γκολ.

Οι εμφανίσεις του στα γήπεδα της Γαλλίας είχαν προκαλέσει αίσθηση στους Ευρωπαίους. «Κάθε φορά που άγγιζε την μπάλα, το πλήθος τιναζόταν σαν να το διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα», είχε γράψει ένας Βραζιλιάνος απεσταλμένος στην περιγραφή του αγώνα με την Πολωνία. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα αντιμετωπίστηκε σαν «μεσσίας» και έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που διαφήμισε προϊόν: μία σοκολάτα της Lacta με την επωνυμία «Diamante Negro» (δηλαδή «μαύρο διαμάντι», ένα από τα προσωνύμιά του), η οποία διατίθεται μέχρι τις μέρες μας όχι μόνο στη Βραζιλία αλλά και σε αρκετές χώρες της Ευρώπης!

Τα κατορθώματα του Λεονίντας, του Ντομίνγκος, του Περάσιο και των υπόλοιπων άσων της ομάδας του 1938, εξυμνήθηκαν κι από τη διασημότερη Βραζιλιάνα ποιήτρια της εποχής, τη Ζίλκα Μασάντο. Από δημοφιλές άθλημα, το ποδόσφαιρο είχε μετατραπεί πλέον σε τρόπο ζωής για τους Βραζιλιάνους, που ένιωθαν ότι η στιγμή που θα έφταναν στην κορυφή πλησίαζε.

Τελειοποίησε το ανάποδο ψαλίδι

Τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’90 ο κόσμος του ποδοσφαίρου θεωρούσε ότι ο Λεονίντας είχε επινοήσει το ανάποδο ψαλίδι. Στη Βραζιλία πολλοί το ισχυρίζονται ακόμα, παρότι υπάρχουν τεκμήρια που επιβεβαιώνουν ότι πρώτος το είχε επιχειρήσει το 1914 ο Χιλιάνος Ραμόν Ουνζάγκα.

Τη δεκαετία του 1920 επιχείρησε πολλά τέτοια σουτ ένας άλλος Χιλιανός, ο Νταβίδ Αρεγιάνο της Κόλο Κόλο. Γι’ αυτό στη Λατινική Αμερική η ενέργεια είναι ευρύτερα γνωστή ως chilena. Κάτι ανάλογο ισχυρίζονται και Άγγλοι όπως ο πρώην πρόεδρος της Άστον Βίλα, Νταγκ Έλις – που πάντως δεν έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο σε υψηλό επίπεδο.

Σ’ αυτό που συμφωνούν οι περισσότεροι, πάντως, είναι ότι ο Λεονίντας τελειοποίησε το ανάποδο ψαλίδι. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι επιχείρησε για πρώτη φορά να σκοράρει μ’ αυτόν τον τρόπο στις 24 Απριλίου 1932, σε έναν αγώνα της Μπονσουσέσο με την Καριόκα. Τα χρόνια της δόξας του με τη Φλαμένγκο το δοκίμασε μόνο μία φορά, το 1939 κόντρα στην Ιντεπεντιέντε, ενώ υπάρχουν καταγραφές για παρόμοιες προσπάθειες και στα ματς του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1938.

Το πιο διάσημο ψαλίδι του, πάντως, ήταν αυτό που επιχείρησε το 1948 και έχει αποτυπωθεί από τον φωτογραφικό φακό – στην πιο διάσημη φωτογραφία της τεράστιας καριέρας του. Ως παίκτης της Σάο Πάουλο πλέον (είχε ενταχθεί στη δύναμή της από το 1942) το δοκίμασε στον θρίαμβο με 8-0 επί της γειτονικής Zουβέντους.

Ο Λεονίντας με τη φανέλα της Σάο Πάουλο, το 1943, με τον Πίνταρο της Φλουμινένσε αριστερά. (πηγή: arquivonacional.gov.br)

Ο Λεονίντας ήταν ενεργός στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος δεν έφτασε στη Νότια Αμερική. Του στέρησε βέβαια τη συμμετοχή σε τουλάχιστον ένα Μουντιάλ ακόμα, αν και η δυναμικότητα της Βραζιλίας δεν ήταν τέτοια που να δίνει πολλές ελπίδες για την κατάκτησή του. Πάντως, δεν συμμετείχε στις αποστολές της «σελεσάο» για τα Κόπα Αμέρικα του 1942 και του 1945 και έκανε την επανεμφάνισή του μόνο σε εκείνο του 1946, όπου έπαιξε μόνο σε ένα ματς: την ισοπαλία κόντρα στην Παραγουάη (1-1).

Ήταν πια αρκετά μεγάλος σε ηλικία και ως βασικός σέντερ φορ είχε καθιερωθεί ο Ελένο Ντε Φρέιτας, με συμπαραστάτες τον Τεσουρίνια και τον Τσίκο και φυσικά τον Ζιζίνιο σε ρόλο οργανωτή. Ο Λεονίντας είδε από τον πάγκο την ήττα με 2-0 από την Αργεντινή στο επεισοδιακό ματς που είχε χαρακτήρα τελικού και δεν έμελλε να κληθεί στις τάξεις της ποτέ ξανά. Ολοκλήρωσε την παρουσία του στη «σελεσάο» με 19 συμμετοχές και 21 γκολ.

Οι μπελάδες με τον νόμο και το τέλος

Το τέλος της καριέρας του Λεονίντας στη Φλαμένγκο δεν είχε έρθει ομαλά. Το 1941 καταδικάστηκε σε φυλάκιση οκτώ μηνών για πλαστογραφία ενός εγγράφου που θα του έδινε απαλλαγή από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έπαιξε στο Κόπα Αμέρικα του 1942, χρονιά κατά την οποία επέστρεψε στο ποδόσφαιρο με τη φανέλα της Σάο Πάουλο.

Το ατυχές αυτό γεγονός, πάντως, δεν έπληξε την υστεροφημία του. Ο λαός της Βραζιλίας συνέχισε να τον αντιμετωπίζει σαν είδωλο μέχρι το 1950 που κρέμασε τα παπούτσια του, ενώ και η αποτυχημένη απόπειρά του να εργαστεί ως προπονητής δεν περιόρισε τη δημοφιλία του. Ο Λεονίντας εργάστηκε αργότερα ως σχολιαστής αγώνων στο ραδιόφωνο και στη συνέχεια άνοιξε ένα κατάστημα με έπιπλα στο Σάο Πάουλο, από το οποίο βιοπορίστηκε για πολλά χρόνια.

Δυστυχώς, ο μεγάλος αυτός ποδοσφαιριστής χτυπήθηκε από τη Νόσο του Αλτσχάιμερ το 1974 και επέλεξε συνειδητά να μείνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο θάνατός του, στις 24 Ιανουαρίου 2004, από επιπλοκές της ασθένειας, προκάλεσε συγκίνηση όχι μόνο στην πατρίδα του αλλά και τους φιλάθλους σε όλο τον κόσμο, που μπορεί να μην τον είχαν προλάβει να αγωνίζεται, αλλά είχαν διαβάσει για τα κατορθώματά του στα γήπεδα.

Πηγές: Alex Bellos: Futebol – Ο Βραζιλιάνικος Τρόπος Ζωής (εκδ. Κέδρος 2002, μετάφραση Γιάννης Ανδρέου, Αντώνης Καλοκύρης), Jonathan Wilson: Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα (εκδ. Polaris 2010, μετάφραση Χρίστος Χαραλαμπόπουλος), Italia ’90 – Η εγκυκλοπαίδεια του Μουντιάλ (ειδική έκδοση του περιοδικού «Εικόνες», 30 Μαΐου 1990), theguardian.com («Obituary – Leonidas da Silva»), allbluedaze.com («Leonidas da Silva), en.wikipedia.org («Leonidas da Silva», «1934 World Cup, «1938 World Cup», «The Beatiful Game»), transfermarkt.com («Leonidas da Silva»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 24 Ιανουαρίου

2025: Πεθαίνει σε ηλικία 83 ετών ο «στρατηγός» του ελληνικού ποδοσφαίρου και του Παναθηναϊκού, Μίμης Δομάζος.

2022: Πεθαίνει στα 51 του από επιπλοκές του COVID-19 o παλαίμαχος αθλητής της ενόργανης γυμναστικής Σιλβέστερ Τσολάνι, χρυσός ολυμπιονίκης στους κρίκους μπροστά απ’ τον Δημοσθένη Ταμπάκο το 2000 στο Σίδνεϊ.

2020: Πεθαίνει σε ηλικία 72 ετών από μυϊκή ατροφία ο παλαίμαχος διεθνής Ολλανδός επιθετικός, Ρομπ Ρένζενμπρινκ.

2018: Ο πρώην γιατρός της ολυμπιακής ομάδας ενόργανης γυμναστικής των ΗΠΑ, Λάρι Νασάρ, κρίνεται ένοχος για την κακοποίηση περισσότερων από 150 ανήλικων αθλητριών και καταδικάζεται σε κάθειρξη 175 ετών.

2009: Ο 43χρονος δικηγόρος Σοφοκλής Πιλάβιος εκλέγεται πρόεδρος της ΕΠΟ, αφού κερδίζει τις εκλογές με ψήφους 44-11 έναντι του Βίκτωρα Μητρόπουλου.

2003: Πεθαίνει ο ιδιοκτήτης της FIΑΤ και επί χρόνια πρόεδρος της Γιουβεντους, Τζάνι Ανιέλι, σε ηλικία 81 ετών.

2001: Με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Ζιοβάνι, ο Ολυμπιακός συντρίβει με 6-1 την ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ, στη ρεβάνς της φάσης των «16» του Κυπέλλου Ελλάδας. Ο πρώτος αγώνας είχε κατακυρωθεί με 2-0 υπέρ των «ερυθρόλευκων» επειδή η Ένωση είχε μείνει με έξι παίκτες.

1998: Ο Κριστόφ Βαζέχα πετυχαίνει το 181ο γκολ του με τον Παναθηναϊκό στην Α’ Εθνική και αναρριχάται στην πρώτη θέση της κατάταξης των σκόρερ του συλλόγου στην κατηγορία, πάνω απ’ τον Αντώνη Αντωνιάδη (180). Ο Βαζέχα παίρνει την πρωτιά στον αγώνα με τον Απόλλωνα στη Ριζούπολη, όπου οκτώ χρόνια νωρίτερα είχε… ανοίξει τον λογαριασμό του.

1997: Η Ελβετίδα Μαρτίνα Χίνγκις κατακτά το Αυστραλιανό Όπεν νικώντας τη Μαίρη Πιρς με 2-0 σετ (6-2, 6-2) και γίνεται η νεότερη νικήτρια τουρνουά γκραν σλαμ στην ιστορία του τένις, αφού είναι 16 ετών και 117 ημερών. Η Χίνγκις παίρνει το ρεκόρ από τη Μόνικα Σέλες, η οποία ήταν 16 ετών και 189 ημερών όταν κατέκτησε το Ρολάν Γκαρός το 1990.

1988: Ο Δημήτρης Πήττας εκτελεί απ’ ευθείας το έμμεσο φάουλ που έχει κερδίσει η ΑΕΚ στον αγώνα με τον ΠΑΟΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, όμως ο τερματοφύλακας Γιάννης Γκιτσιούδης βρίσκει ελαφρά την μπάλα και το γκολ κατακυρώνεται. Η Ένωση κερδίζει το ματς με 1-0.

1981: Διεξάγεται στο κλειστό γυμναστήριο του Πλάτωνα, στη Νίκαια, ένας από τους πιο εμβληματικούς αγώνες στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος μπάσκετ. Ο Άρης νικά τον Ιωνικό με 114-113 στην παράταση με τον Νίκο Γκάλη να σημειώνει 62 πόντους, όμως ο Παναγιώτης Γιαννάκης των ηττημένων τον ξεπερνά, καθώς σημειώνει 73!

1971: Με γκολ του Ζαφειρίδη στο 65ο λεπτό, ο Ηρακλής νικά με 1-0 τον Παναθηναϊκό στο Καυτανζόγλειο. Πρόκειται για την πρώτη νίκη του «Γηραιού» επί του «τριφυλλιού» στο πρωτάθλημα ύστερα από την περίοδο 1960-61 (επίσης 1-0).

1965: Διακόπτεται στο ημίχρονο λόγω ξαφνικής νεροποντής το ντέρμπι πρωταθλήματος ανάμεσα στον Ολυμπιακό και την ΑΕΚ στο «Γ. Καραϊσκάκης». Θα επαναληφθεί απ’ την αρχή στις 7 Απριλίου και θα βρει νικήτρια την Ένωση με 2-1.

1956: Στο 6ο All Star Game του ΝΒΑ, η Δύση επικρατεί της Ανατολής με 108-94. Πολυτιμότερος παίκτης του αγώνα αναδεικνύεται ο Μπόμπ Πέτιτ, με 20 πόντους, 24 ριμπάουντ και 7 ασίστ.

1942: Η Ουρουγουάη νικά 1-0 τη Βραζιλία με γκολ του Σεβερίνο Βαρέλα και κάνει το πιο αποφασιστικό βήμα για την κατάκτηση του 17ου Κόπα Αμέρικα, που φιλοξενείται στο Μοντεβιδέο.

1930: Ο θηριώδης Ιταλός πυγμάχος, Πρίμο Καρνέρα, δίνει τον πρώτο αγώνα του στις ΗΠΑ και νικά με νοκ άουτ στον πρώτο γύρο τον Μπιγκ Φλόιντ Πάτερσον.

1922: Ο Απόστολος Νικολαΐδης κάνει το επίσημο ντεμπούτο ως ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού, στον αγώνα εναντίον του Πειραϊκού Συνδέσμου (0-0) για το Πρωτάθλημα Αθήνας-Πειραιά.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News