Σαν Σήμερα - Γιάρι Λίτμανεν: Ο Φινλανδός αρτίστας που έσβησε το όνειρο του Παναθηναϊκού για έναν δεύτερο τελικό

Ο Γιάρι Λίτμανεν, ο κορυφαίος Φινλανδός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, έσβησε το όνειρο του Παναθηναϊκού για πρόκριση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στη ρεβάνς του ΟΑΚΑ, στις 17 Απριλίου 1996.

Μέχρι το 1994, οπότε και διαβάσαμε τα πρώτα αφιερώματα στον Άγιαξ του Λουί Φαν Χάαλ που είχε κληρωθεί στον ίδιο όμιλο του Τσάμπιονς Λιγκ με την ΑΕΚ, το «Φινλανδός ποδοσφαιριστής» ακουγόταν σαν… ανέκδοτο.

Φαινόταν πολύ περίεργο, λοιπόν, ότι ηγετικό ρόλο στον πρωταθλητή Ολλανδίας που έδειχνε ικανός να βαδίσει ξανά προς την κορυφή της Ευρώπης, ήταν ένας νεαρός ποδοσφαιριστής από τη χώρα των χιλιάδων λιμνών. Ο Γιάρι Λίτμανεν, ο οποίος συνέβαλε πράγματι αποφασιστικά στην κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ του 1995 από τον «Αίαντα» και θεωρείται πλέον ο κορυφαίος Φινλανδός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών.

Αυτός έμελλε να πληγώσει και τον Παναθηναϊκό στις 17 Απριλίου 1996, στον πολυαναμενόμενο δεύτερο ημιτελικό στο Ολυμπιακό Στάδιο. Οι «πράσινοι» είχαν κάθε λόγο να ονειρεύονται την πρόκριση στον δεύτερο τελικό της ιστορίας τους στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση ύστερα από το 1971, μια και είχαν νικήσει με 1-0 στο Άμστερνταμ με το γκολ του Κριστόφ Βαζέχα. Ωστόσο, ο Λίτμανεν είχε διαφορετική γνώμη.

Με το γκολ που πέτυχε μόλις στο 4′ με κοντινό πλασέ, ύστερα από ασταθή απόκρουση του Γιόζεφ Βάντσικ σε σουτ του Φίνιντι Τζορτζ, ο Φινλανδός μεσοεπιθετικός «πάγωσε» τα χαμόγελα των 80.000 οπαδών του Παναθηναϊκού. Αυτός ήταν που έδωσε σκορ πρόκρισης στους πρωταθλητές Ευρώπης στο 77′. Πάλι με κοντινό πλασέ από το ύψος της μικρής περιοχής, ύστερα από την αδυναμία του Θανάση Κολιτσιδάκη να ανακόψει τη σέντρα του Νουάνκο Κάνου.

Το τελικό 0-3 διαμόρφωσε στο 86′ ο Νόρντιν Βόουτερ, ο οποίος αρκετά χρόνια αργότερα φόρεσε την πράσινη φανέλα με το τριφύλλι χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η πορεία του Παναθηναϊκού μέχρι τα ημιτελικά μόνο περηφάνεια είχε προκαλέσει στους οπαδούς του, που τη θυμούνται ακόμα με νοσταλγία. Η βραδιά, όμως, ανήκε στον Άγιαξ και τον Λίτμανεν, ο οποίος είχε εδραιωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές στην Ευρώπη.

Ο διάδοχος του Μπέργκαμπ

Ο Λίτμανεν, ο οποίος γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1971 στο Λάχτι, διαδέχθηκε ουσιαστικά στον Άγιαξ τον Ντένις Μπέργκαμπ, όταν ο τελευταίος πήρε μεταγραφή στην Ίντερ το καλοκαίρι του 1993.

Είχε ενταχθεί στον «Αίαντα» από το 1992, ύστερα από την εκπληκτική του απόδοση με τη φανέλα της Μιλικόσκεν Πάλο στον νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου Φινλανδίας κόντρα στη Γιάρο (2-0). Ο ανιχνευτής ταλέντων του ολλανδικού συλλόγου έπεισε τον Φαν Χάαλ ότι άξιζε τον κόπο η μεταγραφή του, η οποία άλλωστε δεν είχε και υψηλό κόστος (900.000 ολλανδικά φιορίνια, δηλαδή περίπου 550.000 σε ευρώ με τη σημερινή αγοραστική αξία).

Λόγω της παρουσίας του Μπέργκαμπ, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης σεζόν του στον Άγιαξ αγωνιζόμενος κυρίως με τις «ρεζέρβες». Χρειάστηκε να λείψει για ένα διάστημα ο Ολλανδός άσος λόγω τραυματισμού και η πρόταση του… φυσικοθεραπευτή του συλλόγου προς τον Φαν Χάαλ να δώσει την ευκαιρία στον Φινλανδό, για αρχίσει η πορεία προς την καθιέρωση.

Ο Λίτμανεν πέτυχε το πρώτο του γκολ για τον «Αίαντα» στην εκτός έδρας νίκη επί της Ρόντα με 3-1 στις 10 Μαρτίου 1993 και ουσιαστικά από τότε έλειψε από την εντεκάδα μόνο όταν ήταν τραυματισμένος ή τιμωρημένος. Πήρε, μάλιστα, τη φανέλα με το «10» που φορούσε ο Μπέργκαμπ (αν και οι αριθμοί δεν ήταν ακόμα σταθεροί) και παρότι δεν ήταν καθαρόαιμος επιθετικός, σκόραρε 26 φορές στο πρωτάθλημα του 1993-94, το οποίο ο Άγιαξ κατέκτησε με σχετική άνεση.

Ο Φαν Χάαλ είχε συγκροτήσει μια ομάδα που ήταν αμάλγαμα έμπειρων (Φρανκ Ράικαρντ, Ντάνι Μπλιντ, Σόνι Σιλόι) και νέων παικτών (Έντβιν Φαν Ντερ Σαρ, Έντγκαρ Ντάβιντς, Φρανκ και Ρόναλντ Ντε Μπουρ, Μαρκ Όφερμαρς), η οποία συνεχώς ανανεωνόταν. Από το ξεκίνημα της περιόδου 1994-95 ο ιδιόρρυθμος τεχνικός καθιέρωσε στην κορυφή της επίθεσης τον 18χρονο Πάτρικ Κλάιφερτ, ενώ λίγο καιρό νωρίτερα είχε δώσει τις πρώτες ευκαιρίες και σε έναν συνομήλικο του χαφ, ονόματι Κλάρενς Ζέεντορφ.

Το καλύτερο δεκάρι του Άγιαξ

Ο Λίτμανεν βρισκόταν κάπου… στη μέση σ’ αυτήν την εξίσωση, μια και δεν ήταν ούτε πιτσιρικάς ούτε πολύ έμπειρος. Έπαιξε, όμως, κομβικό ρόλο στην κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ τη σεζόν 1994-95 με τον πολυσύνθετο ρόλο του στο γήπεδο, που δεν αμελούσε το σκοράρισμα.

Πέτυχε τέσσερα γκολ στον όμιλο (από ένα στις δύο νίκες με 2-0 επί της κατόχου του τίτλου Μίλαν, ένα στο 2-1 επί της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια και ένα στο εντός έδρας 1-1 με τη Σάλτσμπουργκ) κι άλλα δύο στον θρίαμβο με 5-2 επί της Μπάγερν στον δεύτερο ημιτελικό, όπου ο Άγιαξ παρουσίασε μια μετεξέλιξη του «Total Football» των ’70s.

Κυρίως όμως ήταν το «μυαλό» της ομάδας, ο άνθρωπος τον οποίο εμπιστευόταν ο Φαν Χάαλ τόσο ως δημιουργό όσο και εκτελεστή και αναλάμβανε να αρχίσει το πρέσινγκ όταν χανόταν η κατοχή της μπάλας. Είχε μία σπάνια ικανότητα να βρίσκει κενούς χώρους, εξαιρετικό κοντρόλ και μπορούσε να πασάρει εξίσου καλά και με τα δύο πόδια.

Με αντίπαλο τον Δημήτρη Σαραβάκο στον αγώνα ΑΕΚ-Άγιαξ 1-2 το φθινόπωρο του 1994. Ο Λίτμανεν εκτός από δημιουργός, είχε ενεργό ρόλο και στο πρέσινγκ του «Αίαντα» όταν χανόταν η κατοχή της μπάλας (πηγή: EUROKINISSI).

Ο προπονητής του έλεγε ότι ενώ ο Μπέργκαμπ ήταν περισσότερο δεύτερος επιθετικός, ο Φινλανδός ήταν ο τέταρτος και προωθημένος μέσος του κι αυτός που ενσάρκωνε πιο ιδανικά τον ρόλο του δεκαριού όπως τον είχε διαμορφώσει ο Άγιαξ δύο δεκαετίες νωρίτερα. Δεν είναι τυχαίο κι αυτό που έχει πει ο Ράικαρντ. «Ο Ντένις Μπέργκαμπ ήταν υπέροχος για τον Άγιαξ, όμως το καλύτερο δεκάρι που είχαμε ποτέ ήταν ο Γιάρι».

Ο Λίτμανεν απέδειξε την ικανότητά του σκοράρισμα και στην πορεία μέχρι τον τελικό του 1995-96, αφού πέτυχε συνολικά εννέα τέρματα. Πέρα από τα δύο στη ρεβάνς με τον Παναθηναϊκό, ήταν αυτός που ισοφάρισε τη Γιουβέντους στον τελικό της Ρώμης και τον οδήγησε στα πέναλτι, όπου οι παίκτες της «Κυρίας» αποδείχθηκαν πιο ψύχραιμοι.

Στην Μπαρτσελόνα και τη Λίβερπουλ

Το καλοκαίρι του 1996, οπότε και τέθηκε ουσιαστικά σε εφαρμογή ο νόμος Μποσμάν, σήμανε και την αρχή του τέλους για την ωραία εκείνη ομάδα του Άγιαξ. Η άρση του περιορισμού στον αριθμό των ξένων παικτών επέτρεψε στα περισσότερα «αστέρια» του να μεταγραφούν σε συλλόγους της Ιταλίας, η οποία διέθετε τότε το κορυφαίο πρωτάθλημα στην Ευρώπη.

Ο «Αίαντας» δεν κατάφερε να είναι εξίσου ανταγωνιστικός στο Τσάμπιονς Λιγκ όσο τη διετία 1994-96, παρότι ο Λίτμανεν ήταν ένας από τους λίγους που έμεινε πιστός. Ίσως επειδή δεν ήταν πια τόσο νέος, αλλά και επειδή ταλαιπωρούνταν συχνά από τραυματισμούς, που του είχαν δώσει το προσωνύμιο «ο άνθρωπος με τα γυάλινα πόδια».

Αποχώρησε τελικά το καλοκαίρι του 1999 όταν ο Φαν Χάαλ τον πήρε στην Μπαρτσελόνα, την οποία είχε αναλάβει δύο χρόνια νωρίτερα. Δεν μπόρεσε, όμως, να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του «Καμπ Νου» κι ας ήταν ανέκαθεν πιο φιλικό για όσους ποδοσφαιριστές που προέρχονταν από τον Άγιαξ, λόγω των συνθηκών που είχαν δημιουργήσει από τα ’70s ο Ρίνους Μίχελς και, κυρίως, ο Γιόχαν Κρόιφ. Δεν τον βοήθησαν κι οι τραυματισμοί του, που ήταν όλο και συχνότεροι.

Τον Ιανουάριο του 2001 έφυγε με προορισμό τη Λίβερπουλ, όπου έδειξε ικανός να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στην καριέρα του. Οι τραυματισμοί, όμως, δεν τον άφησαν σε ησυχία κι έτσι έχασε και τους τρεις τελικούς που έπαιξαν οι «κόκκινοι» στο τέλος εκείνης της σεζόν (Κύπελλο και Λιγκ Καπ Αγγλίας, Κύπελλο ΟΥΕΦΑ)! Ο Ζεράρ Ουγιέ του έδινε όλο και λιγότερο χρόνο συμμετοχής κι έτσι ο Φινλανδός άσος αποχώρησε απογοητευμένος το καλοκαίρι του 2002.

Η επιστροφή στην πατρίδα

Η επιστροφή στον Άγιαξ έμοιαζε με μονόδρομο για τον Λίτμανεν, ο οποίος παρότι δεν έπαψε να ταλαιπωρείται από τραυματισμούς κάθε τρεις και λίγο, είχε σημαίνοντα ρόλο στην πορεία της ομάδας μέχρι τους «8» του Τσάμπιονς Λιγκ το 2002-03. Τα πράγματα εξελίχθηκαν ακόμα χειρότερα τη σεζόν που ακολούθησε και η αποδέσμευσή του σήμαινε ότι η καριέρα του στο κορυφαίο επίπεδο είχε πια τελειώσει.

Το 2004 επέστρεψε στη γενέτειρά του και υπέγραψε στη Λάχτι, όμως έναν χρόνο αργότερα έκανε μία τελευταία απόπειρα να παίξει σε υψηλότερο επίπεδο. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν καλά ούτε στη Χάνσα Ρόστοκ ούτε στη Μάλμε ούτε στη Φούλαμ, στην οποία έμεινε για λίγες μόνο ημέρες χωρίς να αγωνιστεί σε κανένα παιχνίδι. Η οριστική επιστροφή στη Λάχτι το 2008, συνοδεύτηκε από ορισμένες καλές εμφανίσεις και ολοκληρώθηκε το 2010, με τον υποβιβασμό της ομάδας από την πρώτη κατηγορία.

Έχοντας, βέβαια, τον αιώνιο σεβασμό των συμπατριωτών του, εντάχθηκε το 2011 (σε ηλικία 40 ετών) στην Ελσίνκι, με την οποία εκπλήρωσε τον στόχο να αναδειχθεί πρωταθλητής Φινλανδίας στο τέλος εκείνης της σεζόν. Ήταν ο ιδανικός τρόπος για να κλείσει τη σπουδαία όσο και περιπετειώδη επαγγελματική καριέρα του, η οποία θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν δεν ήταν τόσο επιρρεπής στους τραυματισμούς.

Ξεκρέμασε τα παπούτσια του το 2025

Μετά το τέλος της καριέρας του ο Λίτμανεν εγκαταστάθηκε στην Εσθονία, χώρα καταγωγής της τότε αρραβωνιαστικιάς του και μετέπειτα συζύγου του, Λι Γιούργκενσον. Toν Οκτώβριο του 2025, μάλιστα, προκάλεσε αίσθηση σε όλο τον κόσμο όταν έκανε γνωστό ότι θα φορούσε ξανά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια για να ενισχύσει τη β’ ομάδα της Κάλεβ Ταλίν, που μετέχει στο πρωτάθλημα της τέταρτης κατηγορίας της χώρας.

Ο 55χρονος πλέον Φινλανδός άσος έχει συμπαίκτες τους δύο γιους του, τον Μπρούνο και τον Κάρο, οι οποίοι προσπαθούν να ακολουθήσουν τα χνάρια του. Πριν από λίγες μέρες, μάλιστα, ο σύλλογος ανακοίνωσε την ανανέωση του συμβολαίου του, κάτι που σημαίνει ότι θα έχει ακόμα πιο ενεργή παρουσία. Για πόσο καιρό; Όσο του επιτρέψουν τα ταλαιπωρημένα πόδια του.

Ο Λίτμανεν ατύχησε (λόγω καταγωγής) να μην αγωνιστεί ποτέ σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο ή Euro, αφού η Εθνική Φινλανδίας ήταν στα χρόνια του «φτωχή συγγενής» των προκριματικών – αν και μας έκανε τη ζημιά τον Ιούνιο του 1995. Παραμένει, πάντως, ο ρέκορντμαν συμμετοχών της με 137 (κατέγραψε την τελευταία σε ηλικία 39 ετών, το 2010) και μόλις πρόσφατα υποχώρησε στη δεύτερη θέση των σκόρερ της, όταν τον ξεπέρασε ο Τέμου Πούκι (43 έναντι 32).

Είναι κι ο μοναδικός Φινλανδός ποδοσφαιριστής (αλλά και ο μοναδικός εκπρόσωπος ομαδικού σπορ) για τον οποίο έχει ανεγερθεί άγαλμα. Θα το δείτε αν τύχει να επισκεφτείτε τη συνοικία Κισαπουίστο του Λάχτι, όπου ο Λίτμανεν έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα ως παίκτης της Ρέιπας – ομάδα στην οποία είχαν αγωνιστεί μικροί τόσο ο πατέρας του όσο και η μητέρα του! Άμα έχεις τα άτιμα τα γονίδια…

Πηγές: Michael Cox: «Ανακαλύπτοντας το Ποδόσφαιρο» (εκδ. Δίχτυ 2023), en.wikipedia.org («Jari Litmanen»), transfermarkt.com («Jari Litmanen»).

 

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 17 Απριλίου

2022: Ο Στέφανος Τσιτσιπάς νικά με 2-0 σετ τον Ισπανό Αλεχάντρο Νταβίντοβιτς-Φόκινα και κατακτά το τρόπαιο του Masters του Μόντε Κάρλο για δεύτερη διαδοχική χρονιά. O Τσιτσιπάς γίνεται έτσι ο έκτος παίκτης στην ιστορία της open era που κερδίζει διαδοχικούς τίτλους στο ιστορικό τουρνουά του πριγκιπάτου, μετά τους Ίλιε Ναστάζε, Μπιορν Μποργκ, Τόμας Μούστερ, Χουάν Κάρλος Φερέρο και Ράφαελ Ναδάλ.

2015: Ο 17χρονος αθλητής του Ηρόδικου, Δημοσθένης Μιχαλεντζάκης, σημειώνει παγκόσμιο ρεκόρ με 2:13.09 στα 200μ. πεταλούδα κατηγορίας S9 στο πλαίσιο της 2ης ημέρας του διεθνούς μίτινγκ κολύμβησης που διεξάγεται στο Βερολίνο, καταρρίπτοντας το ρεκόρ που κατείχε ο Ιταλός Φεντερίκο Μορλάτσι από τις 29 Απριλίου 2011 με 2:15.10.

2013: Στον ημιτελικό του Κυπέλλου Ελλάδος ΠΑΟΚ-Αστέρας Τρίπολης 2-1, χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα πέντε διαιτητές, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

2002: Διεξάγεται ο τελευταίος τελικός του Κυπέλλου Κόρατς, με τη γαλλική Νανσί να κατακτά το τρόπαιο παρά την ήττα με 95-74 απ’ τη Λοκομοτίβ Ροστόφ (είχε νικήσει 98-72 στον πρώτο τελικό στην έδρα της). Ένα μήνα αργότερα, η FIBA θα ανακοινώσει τη συγχώνευση της διοργάνωσης με το Κύπελλο Σαπόρτα, απ’ την οποία θα προκύψει το FIBA EuroCup Challenge.

2001: Το Μαρούσι κατακτά το Κύπελλο Σαπόρτα νικώντας στον τελικό που διεξάγεται στη Βαρσοβία τη γαλλική Σαλόν με 74-72.

2000: Η 28χρονη Ντάναλιν Άνταμς Σαρφ γίνεται η πρώτη γυναίκα που τερματίζει σε μαραθώνιο (5 ώρες 53:00 στη Βοστώνη) ενώ έχει υποβληθεί σε μεταμόσχευση καρδιάς.

1993: Ο Νιλ Τόμας γίνεται ο πρώτος Βρετανός που κερδίζει μετάλλιο σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ενόργανης Γυμναστικής, το ασημένιο στις ασκήσεις εδάφους στη διοργάνωση που φιλοξενείται στο Μπέρμιγχαμ.

1987: Ο Τζούλιους Έρβινγκ γίνεται ο τρίτος παίκτης στην ιστορία του ΝΒΑ που πιάνει το ορόσημο των 30.000 πόντων μετά τους Γουίλτ Τσάμπερλεν και Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ, με τους 38 που σημειώνει στην ήττα των Φιλαδέλφεια 76ερς από τους Ιντιάνα Πέισερς με 115-111.

1972: Επιτρέπεται για πρώτη φορά επίσημα η συμμετοχή γυναικών στον διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης. Συμμετέχουν οκτώ αθλήτριες με πρώτη νικήτρια τη Νίνα Κούσακ.

1967: Ο Ιταλός μποξέρ Νίνο Μπενβενούτι νικά με απόφαση των κριτών τον Αμερικανό Εμίλ Γκρίφιθ και ανακηρύσσεται παγκόσμιος πρωταθλητής στα μεσαία βάρη.

1964: Η Τζέρι Μοκ γίνεται η πρώτη γυναίκα που κάνει τον γύρο του κόσμου πιλοτάροντας μόνη της το αεροπλάνο της.

1944: Ο Καναδός Ζεράρ Κοτέ τερματίζει πρώτος στον Μαραθώνιο της Βοστώνης για δεύτερη διαδοχική χρονιά.

1939: Ο ιθαγενής Αμερικανός Ταρζάν Μπράουν κερδίζει τον Μαραθώνιο της Βοστώνης για δεύτερη φορά στην καριέρα του.

1937: Ρεκόρ προσέλευσης σε ποδοσφαιρικό γήπεδο (149.547 θεατές) σημειώνεται στον αγώνα Σκωτία-Αγγλία 1-3 στο Χάμπντεν Παρκ της Γλασκώβης.

1920: Ιδρύεται η American Professional Football Association (μετέπειτα NFL).

1888: Η πρώτη επίσημη συνάντηση για την σύσταση της ποδοσφαιρικής λίγκας στην Αγγλία λαμβάνει χώρα στο Royal Hotel του Μάντσεστερ με τη συμμετοχή εκπροσώπων δώδεκα συλλόγων (Άκρινγκτον, Άστον Βίλα, Μπλάκμπερν, Μπόλτον, Μπέρνλι, Ντέρμπι Κάουντι, Έβερτον, Νοτς Κάουντι, Πρέστον, Στόουκ, Γουέστ Μπρομ και Γουλβς)

1875: Στη διάρκεια ενός γεύματος αξιωματικών στην πόλη Τζαμαλπούρ της κεντρικής Ινδίας, ο συνταγματάρχης σερ Νέβιλ Τσάμπερλεν συνδυάζει τις μπάλες του black pool και του pyramids σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου και επινοεί ένα καινούριο παιχνίδι. Πρόκειται για το σνούκερ, το οποίο θα εξελιχθεί στο πιο δημοφιλές είδος μπιλιάρδου κατά τον 20ό αιώνα. Η ονομασία του προέρχεται από έναν όρο (snook) που χρησιμοποιείται υποτιμητικά για τους πρωτοετείς δόκιμους αξιωματικούς της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας του Γούλιτς της Βρετανίας.

1860: Διεξάγεται ο πρώτος διεθνής αγώνας μποξ με γυμνά χέρια με αντιπάλους τον Βρετανό Τομ Σέιερς και τον Aμερικανό Τζον Χίναν στο Φάρανμπρο του Χαμσάιρ. Ο αγώνας κηρύσσεται ισόπαλος ύστερα από 37 γύρους. Σύμφωνα με τους κανόνες, ο κάθε γύρος τελειώνει όταν ένας αθλητής πέφτει κάτω.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News