Βαγγέλης Δεπάστας: Ο θρυλικός δρομέας ημιαντοχής της δεκαετίας του '50

Στις 5 Ιανουαρίου 2009 έφυγε από τη ζωή ο Βαγγέλης Δεπάστας, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες δρομείς όλων των εποχών στα 800 μ. και τα 1.500 μ., ο οποίος άφησε το αποτύπωμά του στους στίβους σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50.

Όπως ανεβαίνετε την εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, μόλις πάρετε την έξοδο προς Χαλκίδα, θα δείτε στα δεξιά σας μια αθλητική εγκατάσταση που μοιάζει με στολίδι μες στο ξερό τοπίο της περιοχής.

Πρόκειται για το Δημοτικό Στάδιο Σχηματαρίου, το οποίο λειτουργεί από το 2007 και τα τελευταία χρόνια φέρει το όνομα ενός από τους κορυφαίους Έλληνες αθλητές στίβου όλων των εποχών. Του βαλκανιονίκη Βαγγέλη Δεπάστα, ο οποίος έφυγε από τη ζωή από καρδιακή προσβολή στις 5 Ιανουαρίου 2009, δύο ημέρες αφότου έκλεισε τα 77 του χρόνια.

Ο σπουδαίος αυτός δρομέας των 800 και των 1.500 μ. δεν καταγόταν από την κωμόπολη της Βοιωτίας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και στα χρόνια της δόξας του ήταν αθλητής του Πανιωνίου, δίπλα σε μεγάλα ονόματα όπως ο Γιώργος Μαρσέλλος (110 μ. εμπ., ύψος), ο Αλέξανδρος Φρούσιος (400 μ.) και ο βετεράνος δισκοβόλος Νίκος Σύλλας. Το Σχηματάρι ήταν ο τόπος καταγωγής της συζύγου του και έζησε εκεί μετά τη συνταξιοδότησή του, συνεχίζοντας να κάνει αυτό που αγαπούσε από μικρός. Να υπηρετεί ανιδιοτελώς τον αθλητισμό.

Κυρίως χάρη στις δικές του ενέργειες εξασφαλίστηκε η χρηματοδότηση για την ανέγερση αυτού του υπέροχου σταδίου, το οποίο διαθέτει γήπεδο με φυσικό χλοοτάπητα, στίβο με οκτώ κουλουάρ από υλικό ολυμπιακών προδιαγραφών και κερκίδα 1.440 θέσεων. Ήταν απολύτως λογικό, λοιπόν, η εγκατάσταση να πάρει το όνομα του Δεπάστα, ο οποίος είχε προσελκύσει πολλά νέα παιδιά στον αθλητισμό, μέσω της ανασύστασης του ιστορικού τοπικού συλλόγου Ερμή.

Κι όπως θα διαπιστώσετε αν διαβάσετε τις γραμμές που ακολουθούν, αυτή η προσφορά πρέπει να κάνει τους κατοίκους του Σχηματαρίου να αισθάνονται τιμή. Διότι ο άνθρωπος που αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην ανάπτυξη του αθλητισμού της περιοχής τους, ήταν ένας αθλητής που είχε φέρει σημαντικές διακρίσεις στη χώρα μας στα «πέτρινα» χρόνια του στίβου, όταν το κράτος δεν πρόσφερε θέσεις στο δημόσιο ως ανταμοιβή.

Από το μήκος στις μεσαίες αποστάσεις

Ο Βαγγέλης Δεπάστας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιανουαρίου 1932 και έλκυε την καταγωγή του από τη Σέριφο. Όπως όλα τα παιδιά της γενιάς του μεγάλωσε μες στις κακουχίες που είχε προκαλέσει στην πρωτεύουσα η Κατοχή από τους Ναζί, κατάφερε όμως να επιβιώσει και μετά την απελευθέρωση ανακάλυψε την κλίση του στον αθλητισμό.

Στους αυτοσχέδιους αγώνες που σκάρωνε στα σοκάκια και στις αλάνες μαζί με τα υπόλοιπα γειτονόπουλα έβγαινε σχεδόν πάντα νικητής κι έτσι στις αρχές του 1949 αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στον Πανιώνιο. Τα αγαπημένα του αγωνίσματα ήταν το μήκος και το τριπλούν, όμως ο πολύπειρος προπονητής των «κυανέρυθρων», Ηλίας Μισαηλίδης, διέκρινε πολύ νωρίς ότι ο λεπτοκαμωμένος νεαρός θα ήταν καλύτερος στις μεσαίες αποστάσεις.

Στην πρώτη του χρονομετρημένη κούρσα στα 800 μ. ο Δεπάστας φορούσε δανεικά παπούτσια αλλά σημείωσε έναν εξαιρετικό χρόνο (2:13.7), που τον έπεισε ότι έπρεπε να επικεντρωθεί στο τρέξιμο. Με λίγες μόνο προπονήσεις και αφομοίωση ορισμένων τεχνικών, «έριξε» το ατομικό του ρεκόρ στα 2:09.0 και κατάφερε να διακριθεί στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ανδρών (πέμπτος). Λίγο καιρό αργότερα αναδείχθηκε πρωταθλητής Ελλάδας στην κατηγορία των εφήβων με 2:06.0.

Η εξέλιξή του έμελλε να είναι ραγδαία. Ο Δεπάστας σημείωσε πολλές νίκες σε διάφορες αποστάσεις εφηβικών διοργανώσεων, ενώ πήρε μέρος και σε αγώνες ανώμαλου δρόμου τους οποίους τους κέρδισε όλους. Παράλληλα, άρχισε να τρέχει και 1.500 μ. όπου σημείωσε χρόνο 4:16.3, ενώ το ρεκόρ του στο «οχτακοσάρι» έφτασε στα 2:04.6 στις αρχές του 1950. Η σταθερότητά του τον κατατάσσει ανάμεσα στους πιο ελπιδοφόρους Έλληνες αθλητές.

Την πρώτη σπουδαία διάκριση σε επίπεδο ανδρών τη σημείωσε στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα του 1951 και μάλιστα στα 400 μ., όπου κατετάγη τρίτος σημειώνοντας πανελλήνιο ρεκόρ εφήβων (51.7). Λίγο αργότερα έγινε και ο πρώτος Έλληνας έφηβος που έσπασε το φράγμα των δύο λεπτών στα 800 μ. (αρχικά με 1:59.8 και κατόπιν με 1:58.0), ενώ κέρδισε τους πανελλήνιους τίτλους της ηλικιακής του κατηγορίας και στα δύο αγωνίσματα και σημείωσε εθνικά ρεκόρ και σε ανεπίσημες αποστάσεις (600 και 1.000 μ.). Το νερό είχε μπει στο αυλάκι.

Οι πρώτες διεθνείς διακρίσεις

Το 1952  ο Δεπάστας ήταν ο βασικός ανταγωνιστής των φτασμένων πρωταθλητών Βασίλη Σύλλη στα 400 μ. και Βασίλη Μαυροειδή στα 800 μ., η χρονιά της καθιέρωσής του, όμως, ήταν το 1953.

Αρχικά αναδείχθηκε για πρώτη φορά πρωταθλητής Ελλάδας στο «οχτακοσάρι» με χρόνο 1:56.9 και λίγες εβδομάδες αργότερα σημείωσε την πρώτη του (και μάλιστα σπουδαία) διεθνή διάκριση. Κατέλαβε τη δεύτερη θέση στα 800 μ. του Παγκόσμιου Στρατιωτικού Πρωταθλήματος των Βρυξελλών πίσω από τον Τούρκο Εκρέμ Κοτσάκ, καταρρίπτοντας το πανελλήνιο ρεκόρ με 1:52.5 (1:53.0 το παλιό του Μαυροειδή).

Την ίδια χρονιά ο αθλητής του Πανιωνίου κέρδισε το πρώτο του χρυσό μετάλλιο στους Βαλκανικούς Αγώνες, ως μέλος της ομάδας σκυταλοδρομίας 4×400, ενώ στην ίδια διοργάνωση που φιλοξενήθηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο έγινε ο πρώτος Έλληνας δρομέας που έσπασε το φράγμα των τεσσάρων λεπτών στα 1.500 μ. – ωστόσο παρά τη σπουδαία επίδοσή του (3:57.7) περιορίστηκε στην τέταρτη θέση.

Με τον… αιώνιο αντίπαλό του, Δημήτρη Κωνσταντινίδη, στο περιθώριο μιας τελετής βράβευσης.

To 1954 κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στα 800 μ. των Βαλκανικών του Βελιγραδίου βελτιώνοντας το δικό του πανελλήνιο ρεκόρ (1:52.3) κι άλλο ένα χρυσό στα 4×400, ενώ πήρε το βάπτισμα του πυρός στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, που διεξήχθη εκείνη τη χρονιά στη Βέρνη. Αν και πλησίασε τις ατομικές του επιδόσεις (1:52.7 και 3:58.2) δεν κατόρθωσε να προκριθεί στους τελικούς, μια και το επίπεδο των υπόλοιπων αθλητών ήταν πολύ υψηλό.

Το 1955 έμεινε πάλι δεύτερος στο «οχτακοσάρι» των Βαλκανικών πίσω από τον Κοτσάκ, αλλά βελτίωσε κι άλλο το ρεκόρ του (1:51.2), ενώ στους Μεσογειακούς Αγώνες που διεξήχθησαν στη Βαρκελώνη κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο αν και ο χρόνος του δεν ήταν τόσο καλός (1:52.4). Νικητής αναδείχθηκε κι εκεί ο Κοτσάκ (1:50.0) και δεύτερος ο Γάλλος Ρενέ Τζιάν (1:51.1).

Η ολοκλήρωση για τον Δεπάστα ήρθε στα τέλη του 1956, με τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης. Η παρουσία του στα 800 μ. ήταν εξαιρετική, μια και με 1:53.1 πέρασε στον ημιτελικό, όπου με 1:52.0 τερμάτισε όγδοος (τελευταίος) στη σειρά του κι έμεινε εκτός τελικού. Στα 1.500 μ. κατέγραψε χρόνο 3:52.0, που ήταν τέσσερα δευτερόλεπτα πιο αργός από εκείνον του Ούγγρου Λάσλο Ταμπόρι που προκρίθηκε στον τελικό από τη σειρά του.

Το μαγικό 1957 με τη νίκη επί του Κόρτνεϊ

Όλα αυτά τα χρόνια ο Δεπάστας σάρωνε τους τίτλους των 800 μ. στα Πανελλήνια Πρωταθλήματα, αλλά στα 1.500 μ. έχανε από τον τον Δημήτρη Κωνσταντινίδη του Παναθηναϊκού. Πήρε, ωστόσο, τη ρεβάνς στους Βαλκανικούς Αγώνες του 1957 στην Αθήνα, όπου τον νίκησε και στις δύο αποστάσεις και έκανε για πρώτη φορά «νταμπλ» χρυσών μεταλλίων στη διοργάνωση.

Ήταν πλέον λαϊκός ήρωας και κάθε εμφάνισή του στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ακόμα και για λιγότερο σημαντικούς αγώνες, αποτελούσε πόλο έλξης για χιλιάδες φιλάθλους. Χάρη και στην περαιτέρω βελτίωση του πανελλήνιου ρεκόρ των 800 μ. (αρχικά με 1:49.7 και κατόπιν με 1:49.2) τα μέλη του Συνδέσμου Αθλητικού Τύπου τον ανέδειξαν κορυφαίο Έλληνα αθλητή σε όλα τα σπορ για το 1957.

Ο Δεπάστας δικαίωσε απόλυτα τον τίτλο στις 10 Αυγούστου 1958, όταν σημείωσε τη σημαντικότερη νίκη της καριέρας του. Στην κούρσα των 800 μ. των Ελληνοαμερικανικών Αγώνων που φιλοξενήθηκαν (όπως κάθε μεγάλη διοργάνωση της εποχής) στο Καλλιμάρμαρο, νίκησε καθαρά τον χρυσό ολυμπιονίκη της Μελβούρνης, Τομ Κόρτνεϊ!

Ο Έλληνας δρομέας πήρε ώθηση από τους 50.000 φιλάθλους που τον παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα απ’ την κερκίδα κι έκανε εκπληκτική κούρσα. Λίγο μετά τα μισά της διαδρομής ανέβασε ρυθμό, πέρασε πρώτος και δεν επέτρεψε στον φημισμένο αντίπαλό του να τον πλησιάσει (1:51.0 έναντι 1:52.1). Ο Κόρτνεϊ υποκλίθηκε στο ταλέντο του Δεπάστα και προέβη σε μία εξαιρετική χειρονομία, αφού του χάρισε τη φανέλα και τα παπούτσια του.

Ο Βαγγέλης Δεπάστας ανάμεσα στους σπουδαίους Τσεχοσλοβάκους δρομείς, Αλεξάντερ Ζβολένσκι (αριστερά) και Στάνισλαβ Γιούγκβιρτ, μετά τη νίκη εναντίον τους στα 800 μ., τον Αύγουστο του 1957 στην Αθήνα.

Λίγες μέρες αργότερα ο Έλληνας πρωταθλητής θριάμβευσε και στους ελληνοτσεχικούς αγώνες, με τη συμμετοχή και του αξεπέραστου Εμίλ Ζάτοπεκ (ο οποίος κέρδισε τις κούρσες των 5.000 μ. και των 10.000 μ.). Στα 800 μ. άφησε δεύτερο τον σπουδαίο Στάνισλαβ Γιούνγκβιρτ, ο οποίος είχε κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1954 στα 1.500 μ. και τρίτο τον Αλεξάντερ Ζβολένσκι, γνωρίζοντας ξανά την αποθέωση απ’ τους Έλληνες φιλάθλους.

Ακολούθησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Στοκχόλμης όπου ο Δεπάστας προκρίθηκε στον ημιτελικό των 800 μ. Εκεί έχασε οριακά την πρόκριση στον τελικό, αφού έμεινε πέμπτος με μόλις δύο δέκατα του δευτερολέπτου διαφορά από τον Βρετανό, Μάικ Ρόσον, ο οποίος την επόμενη μέρα κέρδισε το χρυσό μετάλλιο! Λίγο καιρό αργότερα πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Αγώνες της Σόφιας και τερμάτισε δεύτερος στα 1.500 μ. πίσω από τον Γιουγκοσλάβο Γιόσκο Μουράτ, βελτιώνοντας ωστόσο το πανελλήνιο ρεκόρ (3:44.47).

Στα 800 μ. περιορίστηκε στην πέμπτη θέση, όμως σε άλλον αγώνα μες στη χρονιά βελτίωσε κι άλλο το πανελλήνιο ρεκόρ σε 1:49.1, το οποίο άντεξε δεκατρία ολόκληρα χρόνια. Μέχρι το 1971, όταν ο Σπήλιος Ζαχαρόπουλος έτρεξε την απόσταση σε 1:48.7.

Η… παραδεισένια εμπειρία στις ΗΠΑ

Σταθμός στην αθλητική πορεία του Δεπάστα ήταν η δεκάμηνη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ της Καλιφόρνια (στο τμήμα φυσικής αγωγής), όπου μάλιστα είχε τη δυνατότητα να συνεργαστεί με τον καταξιωμένο Αμερικανό προπονητή, Πέιτον Τζόρνταν.

Από το φθινόπωρο του 1958 μέχρι το καλοκαίρι του 1959, ο Έλληνας πρωταθλητής άνοιξε τους ορίζοντές του, αφού οι συνθήκες προπόνησης στο Στάνφορντ ήταν σχεδόν επαγγελματικές. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο της επιστολής του προς τον Ηλία Μισαηλίδη, την οποία δημοσίευσε η εφημερίδα της ομογένειας «Αθλητικός Κήρυξ», στις 6 Οκτωβρίου 1958.

«Αγαπητέ μου, μεγάλε μου προπονητά,

Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω, βρίσκομαι στο δωμάτιό μου, το οποίον είναι καταπληκτικό. Έχει από λουτρό μέχρι τηλέφωνο, έχει ένα γραφείο που δεν το έχει ούτε ο Έλληνας πρωθυπουργός. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, πόσο καλά περνώ. Το φαγητό μας είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Τα μαγαζιά (του Πανεπιστημίου) τα οποία είναι όνειρο και τα θέατρα, σε κάνουν να τρελλαθής. Άσε τα δένδρα και τους κήπους, που μοσχοβολούν. Είναι ένα Πανεπιστήμιο που δεν του λείπει τίποτα, ένας σωστός Παράδεισος!».

Ο τίτλος του ρεπορτάζ του «Αθλητικού Κήρυκα», που δημοσιεύει το περιεχόμενο της επιστολής που έγραψε από τις ΗΠΑ ο Βαγγέλης Δεπάστας προς τον προπονητή του στον Πανιώνιο, Ηλία Μισαηλίδη.

Σε ολοσέλιδο αφιέρωμα του Μίμη Παπαναγιώτου στην «Ομάδα» της 17ης Ιουνίου 1959, φιλοξενούνται πιο αποκρυσταλλωμένες οι εντυπώσεις του από το «αμερικάνικο όνειρο».

«Μπορώ να πω ότι οι δέκα μήνες στην Αμερική ήταν για μένα μια αθλητική αναγέννηση. Είναι σαν να μου αλλάξανε όλα μου τα κύτταρα. Νοιώθω σαν να μου πήρανε τα δυο πόδια και να μου δώσανε ένα ζευγάρι καινούργια πόδια. Δεν θέλω να πω ότι τώρα θα συντρίψω. Μπορεί και να μη ξανακάνω ρεκόρ. Μα εκείνο το διαφορετικό που καταλαβαίνω είναι ότι τώρα ξέρω να τρέχω καλύτερα. Ωρισμένα πράγματα που πριν με μπερδεύανε στις κούρσες, τώρα τα βλέπω πιο καθαρά. Αν έχω και λίγη τύχη, μπορεί να καταφέρω κάτι καλύτερο απ’ ό,τι κατάφερα ως τα τώρα».

Ο Τζόρνταν, ο οποίος αργότερα προπόνησε ολυμπιονίκες όπως ο Μπίλι Μιλς και ο Μπομπ Μπίμον, πίστευε πολύ στον Δεπάστα και μάλιστα είχε γράψει σε επιστολή του προς Έλληνα παράγοντα (τον οποίο το ρεπορτάζ της «Ομάδας» δεν κατονομάζει): «Ο Βαγγέλης είναι ακόμα ένα λεμόνι με πολύ ζουμί. Προσέξτε πώς θα το στύψετε».

Φινάλε στους Ολυμπιακούς της Ρώμης

Το 1959 ο Δεπάστας κρατήθηκε στο ίδιο υψηλό επίπεδο με τα προηγούμενα χρόνια και κατέκτησε άλλα δύο μετάλλια στους Βαλκανικούς του Βουκουρεστίου (ασημένιο στα 800 μ. και χάλκινο στα 1.500 μ.), ενώ στους Μεσογειακούς που διεξήχθησαν στη Βυρητό, ανέβηκε στο τρίτο σκαλί του βάθρου και στα δύο αγωνίσματα.

Ωστόσο, η ανάγκη για επαγγελματική αποκατάσταση σήμανε το τέλος της αθλητικής πορείας του μετά τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, το 1960. Ο σπουδαίος Έλληνας πρωταθλητής, ο οποίος είδε νωρίτερα στη χρονιά να σπάει το σερί των πανελλήνιων νικών του στα 800 μ., πήρε μέρος μόνο στα 1.500 μ. όπου πραγματοποίησε αξιοπρεπή εμφάνιση. Με χρόνο 3:48.77 τερμάτισε όγδοος στη σειρά του και 27ος συνολικά.

Ο Δεπάστας δεν απομακρύνθηκε από τον στίβο, αφού με το που ολοκλήρωσε τις σπουδές του, υπηρέτησε για πολλά χρόνια τον Πανιώνιο ως προπονητής, ενώ παράλληλα εργαζόταν σε δημόσια σχολεία ως καθηγητής φυσικής αγωγής. Αργότερα εργάστηκε και στο άλλο σωματείο που ιδρύθηκε στη Σμύρνη, τον Απόλλωνα, όπου κατείχε και διοικητικά πόστα.

Από τα χέρια του πέρασαν πολλοί σπουδαίοι δρομείς ημιαντοχής με διακρίσεις σε πανελλήνιο επίπεδο, όπως ο Κώστας Γαργαρέττας κι ο Δημήτρης Ζαχουλίτης. Με την ημιαντοχή ασχολήθηκε και ο γιος του, Σπύρος, ενώ καλός αθλητής τη δεκαετία του ’50 (με πανελλήνιες νίκες στα 400 μ. και στα 400 μ. εμπ.) υπήρξε και ο αδελφός του, Γεράσιμος Δεπάστας.

Εκτός από τα πολλά μετάλλια και τα αμέτρητα ρεκόρ, ο Βαγγέλης Δεπάστας τιμήθηκε το 1953 με τον Χρυσό Σταυρό από τον Πανιώνιο, την ύψιστη τιμή που επεφύλασσε εκείνα τα χρόνια ο ιστορικός σύλλογος σε διακεκριμένους αθλητές – του απονεμήθηκαν μάλιστα δύο σταυροί, ένας για κάθε πανελλήνιο ρεκόρ! Για αρκετά χρόνια τίμησε τον δημοφιλή ολυμπιονίκη και το Σχηματάρι, διοργανώνοντας αγώνες υπό την επωνυμία του στο στάδιο που επίσης φέρει το όνομά του.

Πηγές: Βαγγέλης Χατζατουριάν: Πανιώνιος – 1890 Μνήμες (εκδ. Μίλητος 2019), Χρήστος Σολομωνίδης-Νίκος Λωρέντης: Τα 75 Χρόνια του Πανιωνίου (ιδιωτική έκδοση 1967), Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Βουλής των Ελλήνων («Αθλητική Ηχώ» της 30ής Σεπτεμβρίου 1951, 29ης Οκτωβρίου 1953 και 11ης Αυγούστου 1958, «Αθλητική Φωνή» της 27ης Ιουλίου 1953, «Αθλητικός Κήρυξ» της 6ης Οκτωβρίου 1958, «Έθνος» της 16ης Αυγούστου 1957, «Ομάδα» της 17ης Ιουνίου 1959, «Εικόνες» 14ης Οκτωβρίου 1957), athleticspodium.com («1957 Balkan Games», «1958 Balkan Games»), el.wikipedia.org («Βαγγέλης Δεπάστας»), en.wikipedia.org («Athletics at 1956 Summer Olympics»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 5 Ιανουαρίου

2020: Ο Ολυμπιακός νικά με 1-0 τον Παναθηναϊκό στο άδειο λόγω τιμωρίας «Γ. Καραϊσκάκης» και επιστρέφει στην κορυφή της βαθμολογίας, εκμεταλλευόμενος την ήττα του ΠΑΟΚ από τον Άρη (4-2) μία ημέρα νωρίτερα. Το γκολ των «ερυθρόλευκων» σημειώνει ο Ελ Αραμπί στο 74′.

2014: Πεθαίνει σε ηλικία 71 ετών ο θρύλος του πορτογαλικού ποδοσφαίρου, Εουσέμπιο. Με καταγωγή απ’ τη Μοζαμβίκη, μεταγράφεται στην ήδη πρωταθλήτρια Ευρώπης Μπενφίκα το 1961 και την οδηγεί στη δεύτερη κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1962. Το 1965 κερδίζει τη Χρυσή Μπάλα και το 1966 αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο οποίο η Πορτογαλία καταλαμβάνει την τρίτη θέση.

2008: Ο Αστέρας Τρίπολης επικρατεί με 2-1 της ΑΕΚ στην έδρα του και ολοκληρώνει τον πρώτο γύρο της παρθενικής σεζόν του στη Super League έχοντας μόνο νίκες κόντρα στις τέσσερις ομάδες του Big-4. Είχαν προηγηθεί εκείνες επί του Παναθηναϊκού (1-0), του Ολυμπιακού (1-0) και του ΠΑΟΚ (2-0). Πρόκειται για ρεκόρ από «νεοφώτιστη» ομάδα στην κορυφαία κατηγορία.

1994: Ο Ολυμπιακός νικά με 2-1 τον Παναθηναϊκό στο ντέρμπι πρωταθλήματος του ΟΑΚΑ. Την παράσταση κλέβει ο Κρις Καλαντζής, ο οποίος ανοίγει το σκορ με θεαματικό βολ πλανέ στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου.

1988: Πεθαίνει σε ηλικία 40 ετών από ανακοπή καρδιάς ο παλαίμαχος μπασκετμπολίστας των Γιούτα Τζαζ, Πιτ Μάραβιτς, ο επονομαζόμενος «Pistol Pete». Η ομάδα του είχε ήδη αποσύρει το νούμερο 7 δύο χρόνια νωρίτερα, ενώ το 1991 ο Μπομπ Ντίλαν θα γράψει το τραγούδι «Dignity» εμπνεόμενος από τη ζωή του.

1986: Ρεκόρ προσέλευσης στην Α’ Εθνική σημειώνεται στον αγώνα Παναθηναϊκός-ΑΕΚ 2-1, αφού η εκκαθάριση δείχνει ότι έχουν κοπεί 74.473 εισιτήρια. Το ρεκόρ είναι αδύνατο να καταρριφθεί μετά τη μείωση της χωρητικότητας του Ολυμπιακού Σταδίου το 2004.

1984: Ο αρχηγός της ομάδας κρίκετ της Αυστραλίας, Γκρεγκ Σάπελ, συμμετέχει στον τελευταίο του αγώνα, εναντίον του Πακιστάν στο Σίδνεϊ, σημειώνοντας 182 ρόνια (runs).

1971: Τερματίζεται το σερί 2.495 νικών των Χάρλεμ Γκλομπτρότερς, με την ήττα από τους Νιου Τζέρσι Ρεντς με 100-99.

1969: Ο Παναθηναϊκός γίνεται η πρώτη ομάδα που σημειώνει έξι γκολ στο πρώτο ημίχρονο ενός αγώνα Α’ Εθνικής. «Θύμα» είναι ο Πανσερραϊκός στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και μάλιστα οι «πράσινοι» φτάνουν στο 6-0 μόλις στο 32ο λεπτό, για να επικρατήσουν τελικά με 7-0. Ο Γιαννακός Φραντζής σημειώνει χατ τρικ (8′, 20′, 32′).

1966: Με πρωταγωνιστή τον Θανάση Ιντζόγλου ο οποίος σημειώνει δύο γκολ, ο Πανιώνιος συντρίβει με 4-1 τον Ολυμπιακό στο «Γ. Καραϊσκάκης», σε εξ αναβολής ματς της 1ης αγωνιστικής της Α’ Εθνικής. Οι «κυανέρυθροι» θα μείνουν χωρίς νίκη στην έδρα του Ολυμπιακού μέχρι το 2017, όταν θα επικρατήσουν 1-0 με γκολ του Γιώργου Μασούρα.

1948: Η Warner Bros παρουσιάζει την πρώτη έγχρωμη τηλεοπτική ταινία με θέμα το Rose Bowl.

1941: Με σκοπό τη συναδέλφωση των Ελλήνων και των Άγγλων στρατιωτών που μάχονται εναντίον των ιταλικών στρατευμάτων, διεξάγεται στο γήπεδο της Λεωφόρου αγώνας μεταξύ της Μικτής Αθηνών και της Μικτής Αγγλικού Στρατού που λήγει με σκορ 4-2. Δύο μήνες αργότερα, διεξάγεται στο ίδιο γήπεδο και για τον ίδιο σκοπό αγώνας μεταξύ του Παναθηναϊκού και της ομάδας από Άγγλους αεροπόρους με αποτέλεσμα 6-2.

1934: Για πρώτη φορά ύστερα από 33 χρόνια χρησιμοποιείται η ίδια σε μέγεθος μπάλα από τη National και την American Baseball League.

1930: Πεθαίνει σε ηλικία 88 ετών ο ιατρός Χρήστος Κορύλλος, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Παναχαϊκού Γυμναστικού Συλλόγου, ενός από τους αρχαιότερους συλλόγους της Ελλάδος (1891). Ο Παναχαϊκός είχε συγχωνευτεί το 1923 με τη Γυμναστική Εταιρεία κι έτσι προέκυψε η σημερινή Παναχαϊκή ΓΕ.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News