Σαν Σήμερα - Μοασίρ Μπαρμπόσα: Ο τερματοφύλακας του Maracanazo δεν ξόρκισε ποτέ το κακό

Πικραμένος έφυγε από τη ζωή στις 7 Απριλίου 2000 ο Μοασίρ Μπαρμπόσα, ο τερματοφύλακας της Βραζιλίας στον οποίο έπεσε το ανάθεμα για τον μοιραίο τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950.

Λίγους μήνες προτού πεθάνει ο Μοασίρ Μπαρμπόσα είχε πει με πικρία: «Η μέγιστη ποινή κάθειρξης στη Βραζιλία είναι τριάντα χρόνια. Εγώ τιμωρούμαι σε όλη μου τη ζωή για κάτι που δεν έφταιξα».

Η ιστορία του Βραζιλιάνου τερματοφύλακα που έφυγε από τη ζωή στις 7 Απριλίου 2000, είναι αναμφίβολα μία από τις πιο πικρές που μας έχει χαρίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η ήττα της «σελεσάο» την Ουρουγουάη στις 16 Ιουλίου 1950, στον καθοριστικό αγώνα εκείνης της διοργάνωσης που θα είχε στέψει πρωταθλητές τους Βραζιλιάνους ακόμα κι αν είχε λήξει ισόπαλος, παραμένει ένα συγκλονιστικό γεγονός, που έχει προσλάβει διαστάσεις θρύλου.

Πρόκειται φυσικά για το περιβόητο Maracanazo, ένα αποτέλεσμα που όχι μόνο προκάλεσε αυτοκτονίες απογοητευμένων φιλάθλων, αλλά καθόρισε τη μετέπειτα πορεία ολόκληρου του έθνους, που μόλις (1946) είχε βγει από μία περίοδο δικτατορίας και έβλεπε την κατάκτηση εκείνου του Μουντιάλ ως την απαρχή μιας νέας εποχής.

Πιο πολύ, ωστόσο, επηρέασε τη μετέπειτα ζωή του ίδιου του Μπαρμπόσα, στον οποίο οι Βραζιλιάνοι έριξαν όλο το ανάθεμα για την ήττα. Κυρίως για το δεύτερο γκολ που δέχθηκε στο 79ο λεπτό από τον Αλσίδες Γκίζια. Είχε πράγματι ευθύνη; Μάλλον ναι, μια και το σουτ έγινε στην κλειστή του γωνία, αν και τα διασωθέντα πλάνα πίσω από το τέρμα δεν βοηθούν για εξάγουμε ασφαλές συμπέρασμα. Και να έφταιγε, πάντως, δεν πρόκειται για τόσο τραγικό λάθος που να δικαιολογεί τη… σταύρωσή του από τον κόσμο και τον Τύπο, σαν να ήταν ο μοναδικός υπαίτιος.

Αν και διατήρησε τη θέση του ως βασικός τερματοφύλακας της Βάσκο ντα Γκάμα, ο Μπαρμπόσα κλήθηκε στην εθνική ομάδα μόνο μία φορά μετά το 1950. Στο Κόπα Αμέρικα του 1953 που χάθηκε στο μπαράζ από την Παραγουάη, ο Αϊμορέ Μορέιρα τον συμπεριέλαβε στην αποστολή ως αναπληρωματικό του Καστίλιο και τον χρησιμοποίησε μόνο στο εύκολο ματς με το Εκουαδόρ (2-0). Αυτή αποδείχθηκε και η τελευταία διεθνής συμμετοχή του.

Έκαψε τα δοκάρια του «Μαρακανά»

Ακόμα κι όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, το Maracanazo τον κυνηγούσε παντού. Μια φορά που έκανε τα ψώνια του σ’ ένα κατάστημα, τον αναγνώρισε μια γυναίκα η οποία χωρίς να απευθυνθεί στον ίδιο, γύρισε προς τον μικρό της γιο και του είπε δυνατά: «Τον βλέπεις αυτόν τον κύριο; Κάποτε είχε κάνει όλη τη Βραζιλία να κλάψει»!

Το 1993 βρέθηκε μαζί με  παλιούς συμπαίκτες του στο προπονητικό κέντρο της εθνικής ομάδας που θα αντιμετώπιζε λίγες μέρες αργότερα την Ουρουγουάη στο «Μαρακανά», για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Όμως τα μέλη του προπονητικού επιτελείου του σύστησαν να μη βγάλει αναμνηστικές φωτογραφίες με τον Κλαούντιο Ταφαρέλ, με την αιτιολογία ότι κάτι τέτοιο θα χαλούσε τη δημόσια εικόνα του τερματοφύλακα της «σελεσάο»!

Ο Μπαρμπόσα είχε προσπαθήσει να ξορκίσει το κακό μια μέρα του 1963, όταν κάλεσε κάποιους φίλους του για μπάρμπεκιου στην αυλή του σπιτιού. Οι καλεσμένοι παραξενεύτηκαν από το πόσο δυνατή ήταν η φωτιά και αργότερα έμαθαν ότι ο παλαίμαχος τερματοφύλακας δεν έκαιγε συνηθισμένα ξύλα, αλλά… τα δοκάρια του Μαρακανά, που τόσο τον είχαν στοιχειώσει!

Ο βιογράφος του, Ρομπέρτο Μουιλαέρτ, περιγράφει στο βιβλίο του («Barbosa: Um gol faz cinquenta anos») το περιστατικό ως τελετή εξαγνισμού. Καταφεύγει μάλιστα σε υπερβολές, μια και εμφανίζει τον παλαίμαχο τερματοφύλακα να παραλληλίζει την μπριζόλα που έφαγε εκείνη τη μέρα με… το πόδι του Γκίζια που του είχε βάλει το γκολ!

Η πιο γνωστή φωτογραφία του Μοασίρ Μπαρμπόσα, την εποχή που βρισκόταν στις δόξες του τόσο με τη Βάσκο ντα Γκάμα όσο και με την Εθνική Βραζιλίας (πηγή: Wikimedia Commons).

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο Μπαρμπόσα δεν είχε πει ούτε για πλάκα κάτι τέτοιο. Αντίθετα, ανέπτυξε με τα χρόνια φιλικές σχέσεις με τον σκόρερ του νικητήριου τέρματος της Ουρουγουάης, όπως και με αρκετούς άλλους παίκτες της ομάδας που του είχαν προκαλέσει τόση πίκρα. Ο ίδιος ο Γκίζια είχε φτάσει στο σημείο να πει: «Αν ήξερα εκείνη τη στιγμή ότι η ευθύνη για την ήττα θα έπεφτε μόνο σε έναν άνθρωπο, δεν θα είχα σημειώσει αυτό το γκολ».

Το γκολ που έγινε βιβλίο και ταινία

Η σημασία της συγκεκριμένης ήττας επιβεβαιώνεται κι από τον αντίκτυπο που είχε στη λαϊκή κουλτούρα της Βραζιλίας. Αυτόν τον αντίκτυπο έχει καταγράψει με απολαυστικό τρόπο ο Βρετανός δημοσιογράφος Άλεξ Μπέλος σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του «Futebol», που είχε κυκλοφορήσει στις αρχές του αιώνα και σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Κέδρος (με τον υπότιτλο «Ο βραζιλιάνικος τρόπος ζωής»).

Ο Μπέλος ανέφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο του Πάουλο Περντιγκάο, «Anatomia de uma derrota» («Ανατομία μιας ήττας»), όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το γκολ του Γκίζια είναι το σημαντικότερο στην ιστορία της χώρας. Πιο πολύ κι από εκείνα που χάρισαν τίτλους στη «σελεσάο», διότι ήταν το μοναδικό που υπερέβη τη σημασία του. «Ήταν ένα αθλητικό συμβάν που μετατράπηκε σε ιστορική στιγμή για τη ζωή ενός έθνους».

Στο βιβλίο του ο Περντιγκάο έχει συμπεριλάβει κι ένα διήγημα με τίτλο «O dia em que o Brasil perdeu a Copa» («Η μέρα που η Βραζιλία που έχασε το Παγκόσμιο Κύπελλο»). Σ’ αυτό ο ενήλικας πρωταγωνιστής έχει κατασκευάσει μια μηχανή του χρόνου και αποφασίζει να ταξιδέψει πίσω στη 16η Ιουλίου 1950, με σκοπό να αλλάξει την ιστορία του τελικού που είχε παρακολουθήσει απ’ την κερκίδα του «Μαρακανά» όταν ήταν έντεκα ετών και τον είχε στοιχειώσει.

Μάταια όμως. Όταν καταφέρνει με πολύ κόπο να μπει στον αγωνιστικό χώρο, φωνάζει στον Μπαρμπόσα να προσέξει το σουτ του Γκίζια που έχει μόλις αρχίσει την επέλασή του. Αντί γι’ αυτό, όμως, αποσπά την προσοχή του Βραζιλιάνου τερματοφύλακα. Η μπάλα καταλήγει ξανά στα δίχτυα κι ο πρωταγωνιστής του έργου γίνεται εκείνος υπαίτιος της οδυνηρής ήττας.

Το διήγημα αυτό γυρίστηκε το 1988 σε ταινία μικρού μήκους από τους Άνα Λουίζα Ασεβέντο και Ζόρζ Φουρτάντο (έχει ανέβει στο YouTube και μπορείτε να την παρακολουθήσετε πιο κάτω με αγγλικούς υπότιτλους), με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό Αντόνιο Φαγκούντες. Τιτλοφορείται απλά «Barbosa», ως ένας μικρός φόρος τιμής στον άτυχο τερματοφύλακα, ο οποίος εμφανίζεται κιόλας αυτοπροσώπως στο φιλμ (που έχει κερδίσει πολλά εθνικά βραβεία). «Το σουτ αυτό έχει περάσει ένα εκατομμύριο φορές απ’ το μυαλό μου», λέει σε κάποια στιγμή.

Εκτός από την επίσημη βιογραφία του Μουιλαέρτ, βιβλίο για τον Μπαρμπόσα έχει συγγράψει και ο Ιταλός δημοσιογράφος Ντάρβιν Παστορίν (ο τίτλος του στα ελληνικά μεταφράζεται ως «Η τελευταία απόκρουση του Μπαρμπόσα»). Αλλά και στο μυθιστόρημα «Brasyl» του Ίαν ΜακΝτόναλντ, η τραγική ιστορία του αποτελεί κύριο θέμα της πλοκής.

Κάθε αναφορά, ωστόσο, στο πρόσωπο του Βραζιλιάνου τερματοφύλακα περιστρέφεται γύρω από εκείνο το μοιραίο γκολ του Γκίζια (οι περισσότεροι ξεχνούν εντελώς την ισοφάριση από τον Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, προφανώς επειδή εκεί δεν τέθηκε θέμα ευθύνης). Η υπόλοιπη καριέρα του, με τις πολλές καλές και τις λιγότερες κακές στιγμές της, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Η αποκατάσταση της μνήμης του

Αυτήν την αδικία προσπάθησε να αποκαταστήσει η Τερέζα Μπόρμπα, μια γυναίκα που γνώρισε ο Μπαρμπόσα όταν μετακόμισε στην Πραΐα Γκράντζι το 1997, λίγο καιρό μετά τον θάνατο της συζύγου του. Το γεγονός τού κόστισε πολύ περισσότερο ψυχολογικά από το «μοιραίο γκολ», για το οποίο στην πραγματικότητα δεν ένιωθε ενοχές.

Η Τερέζα τον φρόντισε σαν να ήταν πατέρας της στα τελευταία χρόνια της ζωής του κι εκείνος την παρουσίαζε σαν να ήταν πράγματι η κόρη του – μια και δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Οργάνωσε μάλιστα για χάρη του μια μεγάλη γιορτή στις 27 Μαρτίου 2000, στα 79α γενέθλιά του, με μια τούρτα με το σήμα της Βάσκο ντα Γκάμα κι ένα ωραίο κύπελλο ως δώρο. Ο παλαίμαχος γκολκίπερ είχε πει τότε στην ομήγυρη ότι αν πέθαινε εκείνη τη μέρα, θα πέθαινε ευτυχισμένος.

Έφυγε τελικά από τη ζωή δύο εβδομάδες αργότερα, στις 7 Απριλίου 2000 κι η Τερέζα έδωσε μάχη για την αποκατάσταση της μνήμης του. Έπεισε τον δήμαρχο του Ρίο ντε Τζανέιρο να δώσει το όνομα του Μπαρμπόσα σε έναν δρόμο της πόλης και παράλληλα μετέτρεψε τον τάφο του σ’ ένα μεγαλοπρεπές μνημείο. «Πρέπει να γυρίσουμε σελίδα, το ’50 ανήκει στο παρελθόν. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν καν ποιος ήταν ο πατέρας μου. Πρέπει να τον θυμόμαστε ως έναν εξαιρετικό τερματοφύλακα, διότι αυτό ήταν», είχε πει.

Μόλις το 2013 η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Βραζιλίας έστειλε μια επίσημη επιστολή στην Μπόρμπα με την οποία της ζητούσε συγγνώμη για όλα όσα είχαν προηγηθεί.

Ο κορυφαίος στην ιστορία της Βάσκο ντα Γκάμα

Το κλίμα άλλαξε προς το καλύτερο για τον Μπαρμπόσα τα τελευταία χρόνια. Το 2007 οι οπαδοί της Βάσκο ντα Γκάμα τον ψήφισαν ως τον καλύτερο τερματοφύλακα στην ιστορία του συλλόγου. Όχι από συμπόνια, αλλά επειδή πράγματι είχε κατακτήσει με τη φανέλα της έξι πρωταθλήματα Καριόκα (από το 1945 έως και το 1958), αλλά και το Campeonato Sudamericano de Campeones του 1948, μια πρώιμη μορφή του Κόπα Λιμπερταδόρες.

Με τη «σελεσάο» αγωνίστηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1945 κι έναν χρόνο πριν το Maracanazo είχε σημαντική συμβολή στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα του 1949, πλάι στους Ζιζίνιο, Αντεμίρ και Τεσουρίνια. Ακόμα και το 1950 είχε αναδειχθεί κορυφαίος τερματοφύλακας του Παγκοσμίου Κυπέλλου, κάτι που αποδεικνύει ότι όσοι είχαν παρακολουθήσει τους αγώνες αναγνώριζαν την αξία του και δεν του επέρριπταν ευθύνη για την ήττα απ’ την Ουρουγουάη.

Οι Βραζιλιάνοι, όμως, έπρεπε να βρουν ένα εξιλαστήριο θύμα. Κι ο τερματοφύλακας είναι πάντοτε η εύκολη λύση, όπως είδαμε και στην περίπτωση του Βαλντίρ Πέρες στην άλλη απρόσμενη μουντιαλική αποτυχία τους, το 1982. Ευτυχώς, στην αντίστοιχη τραγωδία του 2014 (το 1-7 από τη Γερμανία στο Μπέλο Οριζόντε), ο κόσμος αναγνώρισε ότι η ευθύνη ήταν ομαδική και ο Ζούλιο Σέζαρ δεν έχει αντιμετωπίσει πρόσθετους εφιάλτες…

Πηγές: Alex Bellos: «Futebol – Ο Βραζιλιάνικος Τρόπος Ζωής» (μτφ. Γιάννης Ανδρέου-Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Κέδρος 2004), Pele: «Η Αυτοβιογραφία» (μτφ. Θανάσης Χειμωνάς, εκδ. Πατάκη 2006), brasil.elpais.com («Condenados pelo Maracanazo, absolvidos pela história», «A pena perpétua de Barbosa»), es.wikipedia.org («Moacir Barbosa»), arquivo.casacinepoa.com.br («Barbosa»), www.abc.es («Moacir Barbosa, el hombre que murió dos veces»)μ www.correiodopovo.com.br («O dia em que o Brasil perdeu a Copa»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 7 Απριλίου

2011: Πεθαίνει από καρκίνο σε ηλικία 67 ετών ο Γιώργος Μοσχούς, ένας από τους κορυφαίους οδηγούς στην ιστορία των ελληνικών αγώνων αυτοκινήτου. Είχε καταταγεί τέσσερις φορές πρώτος Έλληνας στη γενική κατάταξη του Ράλι Ακρόπολις (1981, 1982, 1984, 1985) οδηγώντας Nissan με συνοδηγό κυρίως τον Αλέξη Κωνσταντακάτο.

2010: Η γυναικεία ομάδα υδατοσφαίρισης του Εθνικού κερδίζει το πρώτο της ευρωπαϊκό τρόπαιο. Στο κολυμβητήριο του Πειραιά, τα κορίτσια του Κουν Πλασμάγιερ νικούν τη Χάντι Μανσίσκ 17-13 στα πέναλτι (καν. 10-9, παρ. 13-12) στον δεύτερο τελικό του LEN Trophy και το κατακτούν το κύπελλο, ανατρέποντας την ήττα τους με 13-12 στη Ρωσία.

2004: Η Ντεπορτίβο Λα Κορούνια συντρίβει τη Μίλαν με 4-0, ανατρέπει την ήττα της με 4-1 στον πρώτο αγώνα στο Σαν Σίρο και προκρίνεται στους «4» του Champions League.

2001: Ο Ολυμπιακός νικά την Φερεντσβάρος (9-7) στη Βουδαπέστη και γίνεται η πρώτη ελληνική ομάδα που προκρίνεται στο Final-4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της υδατοσφαρίσης, που θα διεξαχθεί στο Ντουμπρόβνικ της Κροατίας. Στον ημιτελικό της 17ης Μαΐου θα νικήσει με 7-6 την ιταλική Ποζίλιπο, αλλά στον τελικό θα λυγίσει 8-7 στην παράταση απέναντι στην Γιουγκ Ντουμπρόβνικ.

1999: Η ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ στέλνει μήνυμα ειρήνης με τον φιλικό αγώνα που δίνει κόντρα στην Παρτίζαν στο Βελιγράδι, λίγες μέρες μετά την έναρξη της επίθεσης του ΝΑΤΟ στη Σερβία.

1992: Πεθαίνει από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο o δήμαρχος Αθηναίων, Αντώνης Τρίτσης, σε ηλικία 55 ετών. Πριν από την πολιτική του σταδιοδρομία, υπήρξε αθλητής στίβου του Παναθηναϊκού στο ύψος και στο δέκαθλο με διακρίσεις στα Πανελλήνια Πρωταθλήματα.

1968: Ο Τζιμ Κλαρκ, ένας από τους κορυφαίους οδηγούς της Φόρμουλα 1, χάνει τη ζωή του σε δυστύχημα κατά τη διάρκεια του Grand Prix του Χόκενχαϊμ της Δυτικής Γερμανίας. Ήταν 32 ετών και είχε κατακτήσει δύο φορές τον παγκόσμιο τίτλο (1963, 1965).

1963: Ο 23χρονος Τζακ Νίκλαους γίνεται ο νεαρότερος γκόλφερ που κατακτά το Masters.

1947: Πεθαίνει σε ηλικία 84 ετών ο Χένρι Φορντ, ιδρυτής της φερώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας.

1943: Το NFL επιτρέπει τις ελεύθερες αλλαγές, υποχρεώνει τους παίκτες να φορούν κράνος και συνθέτει ένα πρόγραμμα 10 αγώνων για όλες τις ομάδες.

1929: Η Εθνική Ελλάδας δίνει τον πρώτο της αγώνα υπό την αιγίδα της ΕΠΟ. Υποδέχεται τη Β’ Ιταλίας στο γήπεδο του Παναθηναϊκού και γνωρίζει την ήττα με 4-1, υπό το βλέμμα και της Έντα Μουσολίνι, κόρης του Ιταλού δικτάτορα. Σκόρερ του παρθενικού ελληνικού γκολ είναι ο Αλβέρτος Ναμίας.

1914: Ο Αλ Μακόι κατακτά τον παγκόσμιο τίτλο στα μεσαία βάρη της πυγμαχίας, νικώντας με νοκ άουτ τον Τζορτζ Τσιπ σε 45 δευτερόλεπτα, στον πιο σύντομο απ’ όλους τους τελικούς με καταγεγραμμένη διάρκεια. Το 1987 το ρεκόρ θα ισοφαριστεί όταν ο Βρετανός Λόιντ Χάνιγκαμ θα νικήσει με νοκ άουτ τον Αμερικανό Τζιν Χάτσερ.

1906: Εκρήγνυται ο Βεζούβιος και η λάβα του σκοτώνει περισσότερους από 100 ανθρώπους στη Νάπολι και τις γύρω περιοχές. Η Ιταλία θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την προετοιμασία για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1908 στη Ρώμη για οικονομικούς λόγους και η ΔΟΕ θα δώσει λίγο καιρό αργότερα το χρίσμα στο Λονδίνο.

1896: Ο Λεωνίδας Πύργος γίνεται ο πρώτος Έλληνας χρυσός ολυμπιονίκης στην ιστορία των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στο ξίφος ασκήσεως, χάρη στη νίκη του επί του Γάλλου Ζοανί Περονέ, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Ζάππειο.

1896: Ο Αμερικανός Ρόμπερτ Γκάρετ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο (τότε ασημένιο) στη δισκοβολία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 στην Αθήνα, με βολή στα 29.15 μ., μία ημέρα μετά τη νίκη του στη σφαιροβολία. Μόνο ο συμπατριώτης του Μπαντ Χάουζερ θα επαναλάβει αυτό το νταμπλ χρυσών μεταλλίων στις ρίψεις, το 1924 στο Παρίσι.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News