Σαν Σήμερα - Χόρχε Μπουρουτσάγα: Πολύτιμος για την Αργεντινή και πριν το γκολ που χάρισε το τρόπαιο το '86

Ο Χόρχε Μπουρουτσάγα δεν πέτυχε μόνο το νικητήριο γκολ της Αργεντινής στον τελικό του Μουντιάλ με τη Δυτική Γερμανία στις 29 Ιουνίου 1986. Η καριέρα του χαντακώθηκε από σοβαρούς τραυματισμούς κι ένα σκάνδαλο δωροδοκίας, ενώ η μοίρα τον χτύπησε αλύπητα σε προσωπικό επίπεδο.

Λίγες μόνο στιγμές μετά το γκολ του Ρούντι Φέλερ με το οποίο η Δυτική Γερμανία ισοφάρισε σε 2-2 τον τελικό του Μουντιάλ κόντρα στην Αργεντινή, στις 29 Ιουνίου 1986 στο «Αζτέκα», στις τάξεις των παικτών της «αλμπισελέστε» επικρατεί αναβρασμός.

Το προβάδισμα με 2-0 που είχαν πάρει με τα τέρματα του Χοσέ Λουίς Μπράουν (23′) και του Χόρχε Βαλντάνο (56′) είχε κάνει φτερά μέσα σε λίγα λεπτά, αφού το πρώτο γκολ των «πάντσερ» είχε πετύχει μόλις στο 74′ ο λαβωμένος Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε. Με τη φόρα που είχαν πάρει οι Δυτικογερμανοί, έμοιαζαν ικανοί να ολοκληρώσουν την ανατροπή πριν την παράταση, αφού ο Ντιέγκο Μαραντόνα κι οι συμπαίκτες του έβριζαν θεούς και δαίμονες.

Ο πανικός, όμως, κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Οι παίκτες του Κάρλος Μπιλάρδο ανασυντάχθηκαν ξαφνικά, όταν συνειδητοποίησαν ότι ο τελικός είχε ακόμα αρκετό δρόμο μέχρι να τελειώσει και το σκορ ήταν ακόμα ισόπαλο κι όχι εις βάρος τους. Ο Χόρχε Μπουρουτσάγα, ο δυναμικός δεξιός χαφ της Αργεντινής, δεν δίστασε μάλιστα να στραφεί προς το μέρος του Μαραντόνα και να του πει: «Τώρα θα τους νικήσουμε».

Με 115.000 θεατές στο στάδιο της Πόλης του Μεξικού και εκατομμύρια τηλεθεατές από κάθε σημείο του πλανήτη να παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα, η μεγάλη στιγμή έφτασε στο 84ο λεπτό. Ο Όσκαρ Ρουτζέρι έδιωξε την μπάλα προς το κέντρο κι ύστερα από αλλεπάλληλες διεκδικήσεις ο Μαραντονα έπαιξε το «ένα-δύο» με κεφαλιές με τον Ρικάρντο Τζιούστι. Ξαφνικά, ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του τουρνουά πέταξε την μπάλα προς το μισό των Δυτικογερμανών κι όταν το πλάνο άνοιξε, ο κόσμος είδε με έκπληξη τον Μπουρουτσάγα που είχε ξεκινήσει από κανονική θέση, να ξεχύνεται μόνος του προς την αντίπαλη περιοχή.

«Όταν είδα την μπάλα να κατευθύνεται προς το μέρος του (σ.σ. του Μαραντόνα) σκέφτηκα ότι οι Γερμανοί αμυντικοί θα έπαιζαν τεχνητό οφσάιντ», διηγήθηκε ο Μπουρουτσάγα σε συνέντευξή του στην επίσημη ιστοσελίδα της FIFA το 2025. Και συνέχισε: «Κινήθηκα διαγώνια και φώναξα στον Ντιέγκο, ο οποίος είχε την πλάτη του γυρισμένη προς εμένα. Αργότερα μου είπε ότι δεν με είχε ακούσει, κάτι που είναι πολύ πιθανό. Μερικές φορές ένιωθα σαν να είχε μάτια και στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έτσι μου πέταξε την μπάλα κι έφυγα τρέχοντας. Ο Χανς-Πέτερ Μπρίγκελ με κυνηγούσε, όμως ούτε τον είδα καθόλου ούτε τον ένιωσα ποτέ κοντά μου».

Ο Μπουρουτσάγα δεν έκανε λάθος, αν και σε κάποια φάση άνοιξε λίγο περισσότερο το κοντρόλ. Πλάσαρε ιδανικά τον τερματοφύλακα Τόνι Σουμάχερ κι έδωσε ξανά προβάδισμα στην Αργεντινή. Αυτήν τη φορά τα «πάντσερ» δεν μπορούσαν να απαντήσουν και το ήξεραν όλοι. Ακόμα κι ο Μπιλάρδο που δεν πανηγύριζε και ζητούσε απ’ τους παίκτες του να μαρκάρουν, διότι δεν είχε χωνέψει ότι η ομάδα του είχε δεχθεί δύο γκολ από ισάριθμες εκτελέσεις κόρνερ.

«Ήταν η πιο συναρπαστική κούρσα της ζωής μου», είπε ακόμα ο Μπουρουτσάγα, ο οποίος εκείνη την ώρα βρισκόταν σε έκσταση και δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε. Μόνο όταν ήρθε από πάνω του για να πανηγυρίσει ο Σέρχιο Μπατίστα, άρχισε να αποκτά ξανά επαφή με το περιβάλλον. «Πάντοτε έλεγα ότι λόγω της γενειάδας του ήταν σαν να εμφανίστηκε ο Ιησούς Χριστός για να μας πει ότι ήμασταν προορισμένοι για παγκόσμιοι πρωταθλητές. Καθώς επιστρέφαμε στο δικό μας μισό του γηπέδου για να συνεχιστεί το παιχνίδι, ο Βαλντάνο μου είπε: “Τώρα πια είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές”. Δακρύσαμε από συγκίνηση, μια και απέμεναν μόνο μερικά λεπτά».

Ο Μπιλάρδο αντικατέστησε τον Μπουρουτσάγα στο 90′ με τον Μαρσέλο Τρομπιάνι. Έτσι, ο σκόρερ του «χρυσού» γκολ παρακολούθησε τα τελευταία δευτερόλεπτά του τελικού από τον πάγκο, αλλά το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να ακούσει το σφύριγμα της λήξης από τον Βραζιλιάνο διαιτητή, Φίλιο Άρπι. Κι έπειτα, να κρατήσει στα χέρια του το ολόχρυσο τρόπαιο.

Όταν αυτό συνέβη τα φώτα στράφηκαν στον Μαραντόνα, ο οποίος ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της Αργεντινής σ’ εκείνο το Μουντιάλ. Ο Μπουρουτσάγα έμεινε στη σκιά του, αναγνώριζε όμως ότι αυτό ήταν λογικό να συμβεί. Καλά-καλά και το ίδιο το τρόπαιο το κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα στα χέρια του την ώρα της απονομής. «Πρόλαβα να το φιλήσω, να το σηκώσω ψηλά και να ευχαριστήσω τον Θεό», είπε. Αυτό του έφτανε. Και καθόλου να μην το είχε πιάσει στα χέρια του, άλλωστε, πάλι θα ήταν παγκόσμιος πρωταθλητής και θα μνημονευόταν εσαεί ως ο σκόρερ του νικητήριου τέρματος στον τελικό.

Πολύτιμη συνεισφορά στη μεσαία γραμμή

Οι κόποι κι οι θυσίες του 23χρονου, τότε, Μπουρουτσάγα είχαν πιάσει τόπο εκείνον τον μαγικό μήνα στο Μεξικό. Άλλωστε η συνεισφορά του στην κατάκτηση του τροπαίου δεν περιορίζεται μόνο σ’ εκείνο το υπερπολύτιμο γκολ στον τελικό. Ήταν βασικό γρανάζι της καλοκουρδισμένης μηχανής του Μπιλάρδο, με σημαίνοντα ρόλο στη μεσαία γραμμή.

Αγωνιζόταν ως «οχτάρι» στα πρώτα παιχνίδια της Αργεντινής σ’ εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο, έχοντας πιο πολλά δημιουργικά καθήκοντα σε σχέση με τους αμυντικογενείς Μπατίστα και Τζιούστι. Από τον προημιτελικό με την Αγγλία, όπου ο Μπιλάρδο καθιέρωσε ως αριστερό εσωτερικό χαφ τον Έκτορ Ενρίκε και πέρασε τον Τζιούστι σε ρόλο δεξιού μπακ-χαφ, ο «Μπούρου» (όπως ήταν το παρατσούκλι με το οποίο τον φώναζαν οι συμπαίκτες του) έπαιζε στα δεξιά του Μπατίστα και προωθούνταν πιο συχνά στην αντίπαλη περιοχή.

Είχε πετύχει ήδη ένα γκολ στο τελευταίο ματς της «αλμπισελέστε» στον όμιλο, κόντρα στη Βουλγαρία (2-0), με μία ωραία κεφαλιά ύστερα από σέντρα ακριβείας του Μαραντόνα. Ανταπέδωσε την ασίστ στον ημιτελικό με το Βέλγιο, αφού από δική του κάθετη πάσα προήλθε το πρώτο από τα δύο υπέροχα γκολ του Ντιεγκίτο. Ο κορυφαίος παίκτης στον κόσμο είχε την έμπνευση να πλασάρει με το αριστερό κουντεπιέ, αιφνιδιάζοντας δύο αμυντικούς που έσπευσαν να τον κλείσουν, αλλά και τον τερματοφύλακα Ζαν-Μαρί Πφαφ που έκανε αχρείαστη έξοδο.

Ο Μπουρουτσάγα είχε εξαιρετικό δεξί πόδι και ήταν ο βασικός εκτελεστής των στατικών φάσεων της Αργεντινής σε όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης. Από ένα  τέτοιο δικό του φάουλ προήλθε και το πρώτο γκολ της Αργεντινής στον τελικό με τη Δυτική Γερμανία, το οποίο σημείωσε με καρφωτή κεφαλιά ο Μπράουν (εκμεταλλευόμενος την άστοχη έξοδο του Σουμάχερ). Θα μπορούσε άνετα δηλαδή να χαρακτηριστεί MVP του τελικού με τη σημερινή «ξύλινη» λογική που ακολουθούν πολλοί, υπολογίζοντας μόνο τα γκολ και τις ασίστ.

Πρωταθλητής κόσμου και με την Ιντεπεντιέντε

Γεννημένος στις 9 Οκτωβρίου 1962 στην πόλη Γουαλεγουάι, στη βορειοανατολική Αργεντινή, ο Μπουρουτσάγα ήταν ένας από τους λίγους παίκτες της παγκόσμιας πρωταθλήτριας του 1986 που αγωνιζόταν σε ευρωπαϊκό σύλλογο. Από το καλοκαίρι του 1985 είχε ενταχθεί στη Ναντ, η οποία είχε δαπανήσει ένα σεβαστό ποσό για να τον αποκτήσει από την Ιντεπεντιέντε.

Ο «Μπούρου» είχε γίνει γνωστός στην Ευρώπη αφού είχε προλάβει ήδη να σημειώσει σημαντικά επιτεύγματα. Στην παρθενική του εμφάνιση με την εθνική ομάδα σε διεθνή διοργάνωση, στο Κόπα Αμέρικα του 1983, πέτυχε τρία τέρματα που δεν έφτασαν για να φέρουν την Αργεντινή στα ημιτελικά, χάρισαν όμως στον ίδιο τον τίτλο του πρώτου σκόρερ – τον μοιράστηκε με τον Βραζιλιάνο Ρομπέρτο Ντιναμίτε και τον Ουρουγουανό Κάρλος Αγκιλέρα.

Έχοντας κατακτήσει ήδη το πρωτάθλημα Metropolitano του 1983 με την Ιντεπεντιέντε, βίωσε την απόλυτη καταξίωση το 1984. Πρώτα με την κατάκτηση του Κόπα Λιμπερταδόρες, όπου ένα από υα έξι τέρματα που σημείωσε στον δρόμο προς το τρόπαιο ήταν και το νικητήριο στον πρώτο τελικό με την Γκρέμιο στο Πόρτο Αλέγκρε (1-0, ενώ η ρεβάνς στο Μπουένος Άιρες έμεινε στη «λευκή» ισοπαλία). Κι ύστερα με την κατάκτηση του Διηπειρωτικού Κυπέλλου.

Ο τελικός με τη Λίβερπουλ στο Τόκιο έχει μείνει στην ιστορία για το τεταμένο κλίμα κάτω από το οποίο διεξήχθη, λόγω της έντασης που είχε προκαλέσει στις σχέσεις της Αγγλίας και της Αργεντινής ο Πόλεμος των Φόκλαντ, την άνοιξη του 1982. Η Ιντεπεντιέντε, καθοδηγούμενη από το ποδοσφαιρικό είδωλο του Μαραντόνα, Ρικάρντο Μποτσίνι, επικράτησε 1-0 με γκολ που πέτυχε στο 6ο λεπτό ο Χοσέ Περκουδάνι κι ο Μπουρουτσάγα έπαιξε όλο το 90λεπτο έχοντας καλή απόδοση και χάνοντας κάποιες ευκαιρίες για γκολ σε αντεπιθέσεις.

Οι τραυματισμοί τον χαντάκωσαν

Κάπως έτσι ήρθε η μεταγραφή στη Ναντ, η οποία την περίοδο 1985-86 τερμάτισε στη δεύτερη θέση της Ligue 1 πίσω από την Παρί Σεν Ζερμέν και κέρδισε τη συμμετοχή στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Τα χρόνια που ακολούθησαν, όμως, τα «καναρίνια» κινήθηκαν στη μετριότητα και σ’ αυτό συνετέλεσε κι ένας σοβαρός τραυματισμός του Μπουρουτσάγα στο γόνατο, που τον άφησε εκτός δράσης στο μεγαλύτερο διάστημα της σεζόν 1987-88.

Όταν αποθεραπεύτηκε ο Μπιλάρδο στηρίχθηκε πάνω του τόσο στο Κόπα Αμέρικα του 1989, όπου η «αλμπισελέστε» αρκέστηκε στην τρίτη θέση πίσω από τη Βραζιλία και την Ουρουγουάη όσο και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990. Ο «Μπούρου» πέτυχε, μάλιστα, το δεύτερο γκολ που σφράγισε τη νίκη επί της Σοβιετικής Ένωσης (2-0), λίγες μέρες μετά την ήττα-σοκ από το Καμερούν στην πρεμιέρα και είχε πολύτιμη συνεισφορά στην πορεία μέχρι τον τελικό, όπου αντίπαλος ήταν πάλι η Δυτική Γερμανία.

Αν και ο Μπιλάρδο ήταν προληπτικός, δεν κράτησε τον Μπουρουτσάγα σε όλο το ματς μπας και πετύχει πάλι το νικητήριο γκολ στο τέλος, όπως είχε κάνει το 1986. Τον αντικατέστησε στο 53′ με τον Γκαμπριέλ Καλδερόν, αρκετά πριν την αποβολή του Πέδρο Μονσόν που έγειρε ακόμα περισσότερο την πλάστιγγα υπέρ των «πάντσερ». Το αμφισβητούμενο πέναλτι με το οποίο ο Αντρέας Μπρέμε έγραψε το 1-0 για τη Δυτική Γερμανία στέρησε από την «αλμπισελέστε» τον δεύτερο σερί τίτλο κι άφησε τον Μαραντόνα με δάκρυα στα μάτια.

Ο Μπουρουτσάγα δεν μπορούσε να φανταστεί εκείνο το βράδυ ότι δεν θα αγωνιζόταν ξανά στην εθνική ομάδα. Ένας νέος σοβαρός τραυματισμός και η ανανέωση που επιχείρησε ο διάδοχος του Μπιλάρδο, Άλφιο Μπαζίλε, σήμανε το τέλος της διεθνούς καριέρας του παρότι ήταν μόλις 27 ετών και είχε στο ενεργητικό του 53 συμμετοχές και 13 τέρματα.

Το 1992 έφυγε και από τη Ναντ, αποχαιρετώντας τους οπαδούς της με ένα εντυπωσιακό γκολ από τον χώρο του κέντρου κόντρα στην Παρί Σεν Ζερμέν το 1992 (αφού ο τερματοφύλακας Ζοέλ Μπατς είχε βάλει σκοπό να… σκοράρει στο τελευταίο ματς της καριέρας του και είχε κάνει μια τρελή κούρσα έξω απ’ την περιοχή του).

Το σκάνδαλο και η οικογενειακή τραγωδία

Η μεταγραφή στην άσημη Βαλανσιέν, που μόλις είχε ανέβει στη Ligue 1, αναγέννησε την καριέρα του Μπουρουτσάγα. Αγωνιζόμενος σε πιο επιθετικό ρόλο, ο Αργεντινός άσος σημείωσε 10 γκολ την περίοδο 1992-93, συγκομιδή που δεν είχε πλησιάσει ποτέ σε μία χρονιά με τη Ναντ.

Λίγο πριν το τέλος του πρωταθλήματος, ωστόσο, σημειώθηκε το συμβάν που στιγμάτισε την υστεροφημία του. O μέσος της πρωταθλήτριας Μαρσέιγ, Ζαν-Ζακ Εντελί, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον «Μπούρου» και τους συμπαίκτες του, Ζακ Γκλασμάν και τον Κριστόφ Ρομπέρ και τους μετέφερε την πρόθεση του προέδρου, Μπερνάρ Ταπί, να τους προσφέρει χρήματα ώστε να έχουν μειωμένη απόδοση στον μεταξύ τους αγώνα, στις 19 Μαΐου 1993.

Ο Ταπί δεν αγχωνόταν τόσο για τη νίκη όσο για το αν θα έπαιζαν σκληρά οι αντίπαλοι της Μαρσέιγ. Φοβόταν τους τραυματισμούς, παραμονές του τελικού του Champions League κόντρα στη Μίλαν, γι’ αυτό είχε ζητήσει να μεταφερθεί στους παίκτες της Βαλανσιέν να παίξουν χαλαρά. Ωστόσο, ο Γκλασμάν αρνήθηκε την πρόταση κι αποφάσισε να ενημερώσει κατά τη διάρκεια του αγώνα τον προπονητή του, Μπόρο Πρίμορατς, για το περίεργο τηλεφώνημα που είχε δεχθεί. Εκείνος ενημέρωσε με τη σειρά του τους διοικούντες του συλλόγου, οι οποίοι τρεις ημέρες μετά τον αγώνα (τον οποίο κέρδισε η Μαρσέιγ με 1-0) δημοσιοποίησαν όσα γνώριζαν στον Τύπο.

Ο Ρομπέρ παραδέχθηκε ότι είχε αποδεχθεί τη δωροδοκία. Στη διάρκεια των ερευνών, μάλιστα, εντοπίστηκαν θαμμένα στον κήπο του πατρικού του σπιτιού 250.000 γαλλικά φράγκα, που χρησιμοποιήθηκαν ως αδιάσειστο ενοχοποιητικό στοιχείο. Ο Μπουρουτσάγα είχε απαντήσει κι αυτός καταφατικά στην αρχή, στην επόμενη κλήση όμως άλλαξε γνώμη, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε ποτέ χρήματα. Αργότερα δήλωσε ότι απλώς δεν είχε απαντήσει τίποτα στο πρώτο τηλεφώνημα και κακώς αντιμετωπίστηκε τόσο σκληρά.

Έχοντας ήδη τιμωρηθεί με αποκλεισμό από τη γαλλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία (η οποία υποβίβασε τη Μαρσέιγ παρότι στο μεταξύ είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης), ο Αργεντινός άσος παραπέμφθηκε και σε ποινική δίκη. Τον Μάιο του 1995 κηρύχθηκε ένοχος για διαφθορά (απαλλάχθηκε, πάντως, από τη βασική κατηγορία της χειραγώγησης ποδοσφαιρικού αγώνα) και καταδικάστηκε σε εξάμηνη φυλάκιση με αναστολή και πρόστιμο 5.000 γαλλικών φράγκων.

Από τις αρχές του 1995 είχε επιστρέψει στην πατρίδα του και αγωνιζόταν στην Ιντεπεντιέντε, με την οποία είχε κατακτήσει το Recopa Sudamericana, όμως στις 4 Ιουλίου του ίδιου έτους δέχθηκε άλλο ένα, ακόμα πιο σκληρό χτύπημα της μοίρας. Η σύζυγός του, Λάουρα, με την οποία είχαν αποκτήσει δύο κόρες, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στο Μπουένος Άιρες.

Αν και ήταν κατεστραμμένος ηθικά και ψυχολογικά, ο Μπουρουτσάγα πήρε δύναμη από το ποδόσφαιρο για να συνεχίσει τη ζωή του. Οι κάμερες τον έπιασαν δακρυσμένο κατά τους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του Supercopa Sudamericana στα τέλη του 1995 (κόντρα στη Φλαμένγκο που είχε στη σύνθεσή της τον Ρομάριο), προκαλώντας συγκίνηση στους φιλάθλους που είχαν κλονιστεί ύστερα από την εμπλοκή του στο σκάνδαλο στη Γαλλία. Το 1997 παντρεύτηκε ξανά και συνέχισε να αγωνίζεται στην Ιντεπεντιέντε μέχρι το 1998.

Είχε βάψει το «Μονουμεντάλ» το 1978

Αυτό που ελάχιστοι γνωρίζουν είναι ότι ο Μπουρουτσάγα είχε μία μικρή συμμετοχή και στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που κατέκτησε η Αργεντινή το 1978. Όχι φυσικά ως ποδοσφαιριστής, μια και ήταν μόλις 15 ετών, αλλά… ως μπογιατζής στο στάδιο «Μονουμεντάλ», όπου έδωσε τους περισσότερους αγώνες της η «αλμπισελέστε»!

Οι πυλώνες του γηπέδου χρειάζονταν βάψιμο και η δουλειά ανατέθηκε σε έναν μεγαλύτερο αδελφό του Μπουρουτσάγα, ο οποίος ήταν επαγγελματίας ελαιοχρωματιστής. Ο Χόρχε προσφέρθηκε τότε να τον βοηθήσει, αφού από μικρός είχε μάθει να κάνει δουλειές του ποδαριού (από παγωτατζής μέχρι εφημεριδοπώλης) για να βγάζει μεροκάματο. Ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν δώδεκα ετών και έπρεπε να βοηθήσει κι αυτός τη μητέρα του και τα συνολικά δεκατρία (!) παιδιά της που είχαν μείνει πίσω.

Την εποχή που έβαψε το «Μονουμεντάλ» είχε μόλις αποχωρήσει από τα «τσικό» της Ρίβερ Πλέιτ, όπου το ταλέντο του δεν είχε εκτιμηθεί (τότε μάλιστα αγωνιζόταν ως αμυντικός). Λίγο καιρό μετά το Μουντιάλ εντάχθηκε στην Άρσεναλ Σαραντί, η οποία αγωνιζόταν τότε στη δεύτερη κατηγορία κι από το 1979 που προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα της, ανέδειξε σταδιακά το ταλέντο του. Ήταν ακόμα παίκτης της, μάλιστα, στα τέλη του 1981, όταν κλήθηκε στην Κ-20 της Αργεντινής για το Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων στην Αυστραλία.

H Άρσεναλ Σαραντί ήταν και ο πρώτος σύλλογος που εμπιστεύθηκε τον Μπουρουτσάγα ως προπονητή, όταν ανέβηκε στην Primera το 2002. Ο ήρωας του τελικού του Μουντιάλ του 1986 τα πήγε καλά στον νέο του ρόλο, αφού κράτησε την ομάδα του μακριά από τον κίνδυνο του υποβιβασμού και το 2005 μεταπήδησε στην Εστουδιάντες Λα Πλάτα. Έναν χρόνο αργότερα υλοποίησε και το μεγάλο του όνειρο, να προπονήσει την Ιντεπεντιέντε, αν και η θητεία του στον έναν περίπου χρόνο που κράτησε, δεν συνοδεύτηκε από κάποια διάκριση.

Εργάστηκε στην Μπάνφιλντ, ξανά στην Άρσεναλ Σαραντί, στη Λιμπερτάδ και δύο φορές στην Ατλέτικο Ραφαέλα, προτού αναλάβει το 2017 το πόστο του γενικού διευθυντή της Εθνικής Αργεντινής, το οποίο κατείχε και κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2018 στη Ρωσία. Το 2020 εργάστηκε για μερικούς μήνες ως αθλητικός διευθυντής της Ιντεπεντιέντε και τα τελευταία χρόνια ασχολείται με το ποδόσφαιρο μόνο ως σχολιαστής στην τηλεόραση.

Από τον δεύτερο γάμο του ο Μπουρουτσάγα απέκτησε δύο γιους που κληρονόμησαν τα αθλητικά του γονίδια. Ο Μάουρο (γενν. το 1998) έγινε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και μάλιστα μεταγράφηκε σε νεαρή ηλικία στην Κιέβο Βερόνα, χωρίς πάντως να πλησιάσει την επιτυχία του πατέρα του. Και ο Ρομάν (γενν. το 2002) έγινε επαγγελματίας τενίστας, ο οποίος διανύει το 2026 την καλύτερη σεζόν της καριέρας του κι έχει φτάσει μέχρι το Νο 56 της παγκόσμιας κατάταξης.

Πηγές: www.fifa.com/es («Burruchaga recuerda su gol de campeonato, el trofeo y Maradona»), el.grafico.com.ar («Jorge Burruchaga 100 x 100: “Me habría gustado retirarme de dos”»), es.wikipedia.org («Jorge Burruchaga»), en.wikipedia.org («1986 FIFA World Cup», «1990 FIFA World Cup»), transfermarkt.com («Jorge Burruchaga»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 29 Ιουνίου

2021: Η Αγγλία νικά με 2-0 τη Γερμανία στο «Γουέμπλεϊ» και προκρίνεται στους «8» του Euro, σπάζοντας παράλληλα και την κακή παράδοση κόντρα στα «πάντσερ». Τα γκολ πετυχαίνουν ο Ραχίμ Στέρλινγκ στο 75′ και ο Χάρι Κέιν στο 86′.

2014: Η Ελλάδα ηττάται με 5-3 στα πέναλτι από την Κόστα Ρίκα (1-1 στα 120′) και μαζί την πρόκριση στους «8» του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας. Ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος ισοφαρίζει στο πρώτο λεπτό των καθυστερήσεων το γκολ που είχε πετύχει από το 52′ ο Μπράιαν Ρουίς και στη ψυχοφθόρο διαδικασία μοιραίος αποδεικνύεται ο Φάνης Γκέκας, το χτύπημα του οποίου αποκρούει ο Κέιλορ Νάβας. Ο 37χρονος Γιώργος Καραγκούνης επιβεβαιώνει μετά τη λήξη ότι κρεμάει τα παπούτσια του, όπως είχε προαναγγείλει πριν από την έναρξη του Μουντιάλ, ενώ ο αγώνας αποδεικνύεται και ο τελευταίος του Φερνάντο Σάντος στον πάγκο της Εθνικής.

2010: Με γκολ του Νταβίδ Βίγια (63′) η Ισπανία νικά με 1-0 την Πορτογαλία και προκρίνεται στους «8» του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Νότιας Αφρικής.

2008: Η Ισπανία κατακτά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα για δεύτερη φορά στην ιστορία της, χάρη στη νίκη με 1-0 επί της Γερμανίας στον τελικό της Βιέννης. Το μοναδικό γκολ πετυχαίνει ο Φερνάντο Τόρες με πλασέ στο 33′ έπειτα από κάθετη μπαλιά του Τσάβι, δώδεκα λεπτά αφότου είχε στείλει την μπάλα στο δοκάρι με κεφαλιά.

2002: Ο Τούρκος επιθετικός Χακάν Σουκούρ σημειώνει το γρηγορότερο γκολ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μόλις στο 11ο δευτερόλεπτο του μικρού τελικού κόντρα στη Νότιο Κορέα. Το ρεκόρ κατείχε από τη διοργάνωση του 1962 ο Τσεχοσλοβάκος Βάτσλαβ Μάτσεκ, ο οποίος είχε σκοράρει μόλις στο 15ο δευτερόλεπτο του αγώνα της ομάδας του με το Μεξικό (1-3).

2000: Η Ιταλία νικά με 3-1 στα πέναλτι την Ολλανδία και προκρίνεται στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όπου την περιμένει η παγκόσμια πρωταθλήτρια Γαλλία. Ήρωας της Σκουάντρα Ατζούρα στην ψυχοφθόρο διαδικασία είναι ο τερματοφύλακας, Φραντσέσκο Τόλντο, ο οποίος αποκρούει τις εκτελέσεις του Φρανκ Ντε Μπουρ και του Πολ Μπόσφελντ, ενώ είχε πει «όχι» στον Ντε Μπουρ και στην κανονική διάρκεια του αγώνα. Οι «οράνιε» παίζουν από το 34′ με παίκτη παραπάνω λόγω αποβολής του Τζαμπρότα, χάνουν και δεύτερο πέναλτι στο δεύτερο μέρος με τον Κλάιφερτ (δοκάρι), ενώ είχαν δοκάρι και στα πρώτα λεπτά με τον Μπέργκαμπ.

1998: Αγχωτικές νίκες πετυχαίνουν τα φαβορί στους αγώνες της φάσης των «16» του Μουντιάλ της Γαλλίας. Η Γερμανία νικά 2-1 το Μεξικό ανατρέποντας το εις βάρος της σκορ στο τελευταίο δεκαπεντάλεπτο (75′ Κλίνσμαν, 86′ Μπίρχοφ/47′ Ερνάντες), ενώ η Ολλανδία επικρατεί με το ίδιο σκορ της Γιουγκοσλαβίας, χάρη σε γκολ που σημειώνει στις καθυστερήσεις ο Ντάβιντς.

1994: Ο Σαουδάραβας μεσοεπιθετικός Σαΐντ Οβαϊράν πετυχαίνει ένα από τα πιο εντυπωσιακά γκολ στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, με ατομική ενέργεια που έχει αρχίσει πίσω από τη σέντρα, και χαρίζει στην εθνική ομάδα της χώρας του τη νίκη-πρόκριση επί του Βελγίου με 1-0.

1991: Η Γιουγκοσλαβία κατακτά το Ευρωμπάσκετ για δεύτερη σερί φορά, νικώντας με 88-73 τη γηπεδούχο Ιταλία στον τελικό. Ο αγώνας αυτός θα αποδειχθεί ο τελευταίος με τους Σέρβους και τους Κροάτες παίκτες εκείνης της μεγάλης ομάδας (Κούκοτς, Ντίβατς, Ντανίλοβιτς, Πάσπαλι, Ράτζα, Τζόρτζεβιτς, Κόμαζετς) να πανηγυρίζουν αγκαλιασμένοι, μια και τα τύμπανα του εμφυλίου πολέμου είχαν ήδη αρχίσει να χτυπούν. Μεσούσης της διοργάνωσης οι Σλοβένοι είχαν διατάξει τον Γιούρι Ζντοβτς να εγκαταλείψει τη γιουγκοσλαβική αποστολή.

1983: Η ΑΕΚ νικά με 2-0 τον ΠΑΟΚ στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας, ο οποίος φιλοξενείται για πρώτη φορά στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας και αμαυρώνεται από μεγάλης έκτασης επεισόδια, μέσα και έξω από το γήπεδο. Τα γκολ της Ένωσης πετυχαίνουν στο 27′ ο Θωμάς Μαύρος και στο 80′ ο Βαγγέλης Βλάχος, ο οποίος είναι και ο αρχηγός της σε ηλικία μόλις 20 ετών.

1982: Ο Ολυμπιακός κατακτά το πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής για τρίτη σερί σεζόν, μια και νικά με 2-1 τον Παναθηναϊκό στο μπαράζ του Βόλου. Τα γκολ των νικητών πετυχαίνουν ο Βισέντε Εσταβίγιο (6′) και ο Νίκος Αναστόπουλος (69′) και των ηττημένων ο Χρήστος Ζιάκος (82′).

1982: Η Ιταλία επικρατεί με 2-1 της Αργεντινής στο «Σαριά» της Βαρκελώνης και παίρνει προβάδισμα πρόκρισης στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ισπανίας. Αργότερα την ίδια ημέρα, η Αγγλία και η Δυτική Γερμανία μένουν στο 0-0 στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου», ύστερα από ένα ιδιαίτερα σκληρό παιχνίδι.

1967: Πεθαίνει σε ηλικία 60 ετών ο Πρίμο Καρνέρα, ο Ιταλός πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής στα βαρέα βάρη της πυγμαχίας. Όταν κατέκτησε τον τίτλο το 1933 ζύγιζε 120 κιλά και ήταν ο βαρύτερος παγκόσμιος πρωταθλητής στην ιστορία του αθλήματος. Το ρεκόρ άντεξε μέχρι το 2005, όταν στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής ο Ρώσος Νικολάι Βαλούγεφ, ο οποίος ζύγιζε 147 κιλά.

1958: Με μεγάλο πρωταγωνιστή τον 17χρονο Πελέ, η Βραζιλία συντρίβει με 5-2 τη Σουηδία στον τελικό του «Ρασούντα» της Στοκχόλμης και κατακτά το Παγκόσμιο Κύπελλο για πρώτη φορά στην ιστορία της. Αν και οι Σουηδοί ανοίγουν το σκορ με τον Νιλς Λίντχολμ (4′), στη συνέχεια υποκύπτουν στην ανωτερότητα της «Σελεσάο», η οποία κλείνει το πρώτο μέρος προηγούμενη με 2-1 χάρη σε δύο γκολ του Βαβά (9′, 30′), έπειτα από ισάριθμες ασίστ του Μανέ Γκαρίντσα. Ο Πελέ διαμορφώνει το 3-1 στο 55′ με ένα από τα πιο εντυπωσιακά γκολ στην ιστορία των Μουντιάλ και ο Μάριο Ζαγκάλο το 4-1 στο 68′. Ο μετέπειτα προπονητής του Ηρακλή, Άγκνε Σίμονσον, μειώνει στο 80′, όμως ο Πελέ βάζει το κερασάκι στην τούρτα σκοράροντας με κεφαλιά στο 89′.

1950: Οι ΗΠΑ κάνουν τη μεγάλη έκπληξη στον πρώτο γύρο του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας, μια και νικούν με 1-0 την Αγγλία χάρη σε γκολ του Τζο Γκέιτζενς και τη θέτουν νοκ άουτ απ’ τη συνέχεια.

1933: Ο Πρίμο Καρνέρα αναδεικνύεται παγκόσμιος πρωταθλητής στα βαρέα βάρη της πυγμαχίας, όταν νικά με νοκ άουτ στον 6ο γύρο τον Τζακ Σάρκι στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν. Θα διατηρήσει τον τίτλο μέχρι τις 14 Ιουνίου 1934, όταν θα γνωρίσει την ήττα από τον Μαξ Μπερ.

1920: Η Madrid FC, η οποία είχε ιδρυθεί το 1902, προσθέτει τον βασιλικό τίτλο Real στην ονομασία της, ύστερα από τη σχετική τιμή που της κάνει ο βασιλιάς της Ισπανίας, Αλφόνσος ο 13ος. Έτσι γεννιέται η Ρεάλ Μαδρίτης, η πιο επιτυχημένη ομάδα στην ιστορία του διεθνούς ποδοσφαίρου.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News