Σαν Σήμερα - Φριτς Βάλτερ: Ο ηγέτης του «Θαύματος της Βέρνης» με το ρεκόρ που άντεξε μέχρι τον Μέσι
Εκτός από ιθύνων νους της Δυτικής Γερμανίας που έκανε την έκπληξη στον τελικό με την Ουγγαρία, στις 4 Ιουλίου 1954, ο Φριτς Βάλτερ κατέχει (ακόμα) το ρεκόρ των περισσότερων ασίστ στα Παγκόσμια Κύπελλα.
Όταν η Δυτική Γερμανία επικράτησε με 3-2 της μεγάλης Ουγγαρίας στις 4 Ιουλίου 1954, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ελβετίας, δεν πέτυχε μόνο μία ποδοσφαιρική νίκη.
Ήταν μία νίκη που αποτέλεσε σύμβολο της αναγέννησης ενός έθνους που είχε βγει ντροπιασμένο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η φράση «Wir sind wieder wer» που έλεγαν τότε όλοι οι Γερμανοί, συνόψιζε τέλεια το συναίσθημα που προκάλεσε η απρόσμενη επιτυχία της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας, στην πρώτη της μεταπολεμική συμμετοχή σε διεθνή διοργάνωση. «Είμαστε πάλι κάποιοι» ή σε πιο ελεύθερη απόδοση «κερδίσαμε πάλι τον σεβασμό των υπόλοιπων λαών».
«Το Θαύμα της Βέρνης», όπως έμεινε στην Ιστορία, είχε πολλούς «πατέρες». Τον προπονητή Ζεπ Χερμπέργκερ, ο οποίος κατείχε τη θέση πριν από τον πόλεμο και είχε κρατήσει αμφιλεγόμενη στάση κατά τα χρόνια της ναζιστικής περιόδου. Τον Χέλμουτ Ραν, σκόρερ του δεύτερου και του τρίτου τέρματος στον τελικό. Πάνω απ’ όλους, όμως, έστεκε ο Φριτς Βάλτερ, ο αρχηγός και αδιαφιλονίκητος ηγέτης της «Νατσιοναλμάνσαφτ», ο οποίος χρειάστηκε να περιμένει μέχρι τα 33 του χρόνια για να ζήσει την απόλυτη καταξίωση.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη επιρροή του ως προσωπικότητα στα αποδυτήρια, ο Βάλτερ ήταν πολύτιμος και στο γήπεδο για τη Δυτική Γερμανία. Μπορεί να μη σκόραρε στον τελικό, είχε πετύχει όμως τρία γκολ νωρίτερα στη διοργάνωση. Ένα στο επιβλητικό 7-2 επί της Τουρκίας, στο μπαράζ για την πρόκριση από τον όμιλο. Κι άλλα δύο στο 6-1 επί της Αυστρίας στον ημιτελικό.
Η σημαντικότερη συνεισφορά του, ωστόσο, ήταν στον τομέα της δημιουργίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ έδωσε έξι ασίστ σε ισάριθμους αγώνες, ανάμεσά τους κι αυτήν στον Ραν για την ισοφάριση στο 18ο λεπτό του τελικού κόντρα στην (αήττητη από τέσσερα χρόνια) παρέα του Φέρεντς Πούσκας. Ήταν ένας εγκεφαλικός ενδιάμεσος επιθετικός, ο οποίος αν και ήταν αριστεροπόδαρος μπορούσε να παίζει τόσο ως μέσα δεξιά όσο και ως μέσα αριστερά και ήταν ο εκφραστής των περισσότερων επιθετικών προσπαθειών της ομάδας του. Ένα «δεκάρι» προτού καθιερωθεί ο όρος.
Αν και υπάρχουν πάντοτε διχογνωμίες για το ποια πάσα είναι ασίστ και ποια όχι, η Opta που έχει πιο αυστηρά κριτήρια τον αναγνωρίζει ως ρέκορντμαν στις τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Με εννιά τελικές πάσες στο σύνολο, μια και έδωσε άλλες τρεις στη διοργάνωση του 1958, απειλείται πλέον μόνο από τον Λιονέλ Μέσι, ο οποίος είχε οκτώ πριν την έναρξη της διοργάνωσης του 2026. Προς στιγμήν φάνηκε ότι ο Αργεντινός σούπερ σταρ ισοφάρισε την επίδοση με το κόρνερ που απέφερε το 3-2 για την ομάδα του στο χθεσινό ματς με το Πράσινο Ακρωτήρι, όμως η FIFA το χρέωσε ως αυτογκόλ του Μπόρζες και η εγκυρότητα της ασίστ αμφισβητείται.
Και μόνο, πάντως, το γεγονός ότι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών έχει παίξει 30 αγώνες και δεν έχει ξεπεράσει το συγκεκριμένο ρεκόρ του Βάλτερ (ο οποίος το είχε πετύχει σε μόλις 11 συμμετοχές) δίνει μια γεύση για το πόσο προικισμένος ήταν ο αρχηγός της Δυτικής Γερμανίας που σόκαρε την Υφήλιο σαν σήμερα το 1954.
Μεγάλωσε στο γήπεδο της Καϊζερλάουτερν
Ο Φριτς Βάλτερ γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1920 στο Καϊζερλάουτερν και συνέδεσε όλη την καριέρα του με την τοπική ομάδα. Είχε άλλωστε το προνόμιο να μεγαλώσει ουσιαστικά εκεί, μια και ο πατέρας του ήταν ο υπεύθυνος του εστιατορίου που λειτουργούσε στο γήπεδό της. Εκεί γευμάτιζαν οι ποδοσφαιριστές, οι προπονητές κι οι παράγοντες του συλλόγου κι ο μικρός Φριτς τους έβλεπε με δέος από τα πολύ τρυφερά του χρόνια και ονειρευόταν να τους μοιάσει.
Η στιγμή που φόρεσε τη φανέλα και το σορτσάκι της Καϊζερσλάουτερν δεν άργησε, μια και είχε έμφυτο ποδοσφαιρικό ταλέντο. Προτού κλείσει τα οκτώ του χρόνια εντάχθηκε στα «τσικό» αγωνιζόμενος αρχικά ως αμυντικός, πολύ σύντομα όμως πέρασε στην επιθετική γραμμή. Πριν ακόμα φτάσει στην εφηβεία ήταν τόσο καλός που αντιμετωπιζόταν ως ατραξιόν από τους φιλάθλους, οι οποίοι γέμιζαν από νωρίς το γήπεδο για να τον δουν να παίζει με τους μικρούς, πριν από τους αγώνες της πρώτης ομάδας.
Τον Μάρτιο του 1934, ύστερα από μια εντυπωσιακή του εμφάνιση στον αγώνα των Νέων της Καϊζερσλάουτερν κόντρα στην Πίρμαζενς (11-1), η τοπική εφημερίδα «NSZ Rheinfront» εκθείασε το ταλέντο του μικρόσωμου 13χρονου Βάλτερ. Οι ειδικοί της εποχής εκτιμούσαν ότι μόλις αποκτούσε λίγο μπόι και δυνάμωνε το κορμί του, θα εξελισσόταν σε έναν ποδοσφαιριστή που θα άφηνε εποχή. Δεν έπεσαν έξω.
Ήταν 25 Μαρτίου 1938 όταν ο Βάλτερ έκανε την παρθενική του εμφάνιση με την πρώτη ομάδα της Καϊζερσλάουτερν, σε ένα φιλικό παιχνίδι με την Φορτσχάιμ το οποίο έληξε 5-5. Ο 17χρονος άσος σημείωσε δύο γκολ κερδίζοντας την εκτίμηση ακόμα περισσότερων φιλάθλων. Το μέλλον έμοιαζε να είναι δικό του, όμως το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θλιβερός ρόλος της Ναζιστικής Γερμανίας σ’ αυτόν, του στέρησε τα καλύτερα ποδοσφαιρικά του χρόνια.
Αιχμάλωτος των Σοβιετικών στη Ρουμανία
Εκτός από καλός ποδοσφαιριστής ο Βάλτερ ήταν και καλός μαθητής. Σπούδασε στο εμπορικό τμήμα της επαγγελματικής σχολής του Καϊζερσλάουτερν και αποφοίτησε με βαθμό «πολύ καλά», που του εξασφάλισε μία θέση στο λογιστήριο του δημοτικού ταμιευτηρίου. Τη διατήρησε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1940, όταν επιστρατεύτηκε στη Wermacht.
Από τον Ιούλιο του ίδιου έτους είχε χριστεί διεθνής με τη Γερμανία και μάλιστα είχε σημειώσει χατ τρικ στο ντεμπούτο του κόντρα στη Ρουμανία στη Φρανκφούρτη (9-3). Ο Χερμπέργκερ πίστευε από τότε ότι θα εξελισσόταν στον ηγέτη της ομάδας και εξακολουθούσε να τον καλεί για φιλικούς αγώνες, εξασφαλίζοντας του άδειες από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Ήδη από το 1941 αυτό γινόταν πιο δύσκολο, μια και το τάγμα στο ανήκε ο ταλαντούχος ποδοσφαιριστής μετακινήθηκε στα εδάφη της Γαλλίας.
Στα μέσα του 1943 ο Βάλτερ προσβλήθηκε από ελονοσία και λίγο καιρό αργότερα μετατέθηκε στην 11η Πτέρυγα Μαχητικών της Luftwaffe στο Γέφερ. Ο Χερμπέργκερ, ο οποίος είχε άκρες στην ηγεσία του Γ’ Ράιχ, είχε φροντίσει ώστε όλοι οι καλοί παίκτες της εθνικής ομάδας να μην πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή, ενώ ειδικά στο Γέφερ όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Βάλτερ, ο διοικητής της πτέρυγας είχε συγκροτήσει ποδοσφαιρική ομάδα (την «Roten Jäger») για την οποία φιλοδοξούσε να γίνει η καλύτερη απ’ όλες τις υπόλοιπες του γερμανικού στρατού.
Ο ταλαντούχος μεσοεπιθετικός έπαιξε και σε άλλες ομάδες στα χρόνια του πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου ισχυρίστηκε ότι δεν έριξε ούτε μία σφαίρα με το όπλο του. Το τέλος του, ωστόσο, ήταν ταπεινωτικό για τη Γερμανία και βρήκε και τον ίδιο αιχμάλωτο των Σοβιετικών στην περιοχή Μαραμούρες της Ρουμανίας, κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία.
Το ποδόσφαιρο έσωσε τη ζωή του Βάλτερ. Αν και ήταν εξουθενωμένος από τις κακουχίες και την ελονοσία, έπαιξε έναν αγώνα με τους Ούγγρους και Σλοβάκους φρουρούς του, στους οποίους αποκάλυψε ότι ήταν μέλος της εθνικής ομάδας των Γερμανίας. Αυτοί τον πήγαν στον διοικητή του στρατοπέδου, Ζούκοφ, ο οποίος αφού επιβεβαίωσε το αληθές του ισχυρισμού, διέταξε την απελευθέρωση του Βάλτερ και του μικρότερου αδελφού του, Λούντβιχ (ο οποίος επίσης έπαιζε ποδόσφαιρο στην Καϊζερλάουτερν), προτού σταλούν ως αιχμάλωτοι στα γκούλαγκ της Σιβηρίας.
Αναμορφωτής της Καϊζερσλάουτερν
Όταν ο Φριτς και ο Λούντβιχ Βάλτερ επέστρεψαν στο Καϊζερσλάουτερν στις 28 Οκτωβρίου 1945, η πόλη ήταν κατεστραμμένη από τον πόλεμο. Οι γονείς τους και οι δύο αδελφές τους είχαν γλιτώσει τον θάνατο και μόνο ο μικρότερος αδελφός τους, ο Ότμαρ, παρέμενε αιχμάλωτος των Βρετανών, ενώ η ποδοσφαιρική ομάδα στην οποία αγωνίζονταν βρισκόταν υπό διάλυση και το γήπεδό της είχε επιταχθεί από τον γαλλικό στρατό.
Ο προσωρινός πρόεδρος του συλλόγου, Πάουλ Καρχ, έπεισε τον Φριτς να ηγηθεί της προσπάθειας ανασυγκρότησής του. Τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο ο διεθνής μεσοεπιθετικός ήταν εκτός από ποδοσφαιριστής, προπονητής και διευθύνων σύμβουλος των «κόκκινων διαβόλων», που χρησιμοποιούσαν ως προσωρινή έδρα το γειτονικό γήπεδο του Έρμπσενμπεργκ. Χάρη στη δική του προθυμία να προπονήσει τους Γάλλους στρατιώτες η Καϊζερσλάουτερν πήρε πίσω το γήπεδό της κι άρχισε την πορεία προς τα πάνω.
Ο σύλλογος υπό την ηγεσία του Βάλτερ συνέβαλε και στη βελτίωση της ζωής των παικτών του, που αντιμετώπιζαν μέχρι και προβλήματα σίτισης ύστερα από τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1948. Εκείνο το διάστημα η ομάδα έκανε περιοδεία σε χωριά της ευρύτερης περιοχής λαμβάνοντας ως αμοιβή πατάτες, αυγά, κρέας, ζάχαρη και άλλα αγαθά από τους τοπικούς παραγωγούς, χάρη στα οποία έθρεψαν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους.
Το 1947, όταν είχε πλέον επιστρέψει στην ομάδα και ο Ότμαρ Βάλτερ, η Καϊζερλάουτερν ισχυροποιήθηκε και κέρδισε το πρωτάθλημα της νοτιοδυτικής περιφέρειας, επιτυχία που επανέλαβε και τις δύο σεζόν που ακολούθησαν. Ο Φριτς Βάλτερ παρέδωσε την τεχνική ηγεσία στον Κούνο Κρίγκελ το 1949 και επικεντρώθηκε στα καθήκοντά του ως παίκτης, έχοντας καταφέρει να μετατρέψει την ποδοσφαιρική ομάδα ως μια διέξοδο από τη ζοφερή καθημερινότητα για τους κατοίκους της πόλης, ύστερα από τον καταστροφικό πόλεμο που τους είχε αφήσει πάμφτωχους.
Τα πρωταθλήματα του 1951 και του 1953 και η Εθνική
Οι προσπάθειες της Καϊζερσλάουτερν να στεφθεί πρωταθλήτρια Δυτικής Γερμανίας δικαιώθηκαν το 1951. Ύστερα από την κατάκτηση του περιφερειακού πρωταθλήματος για πέμπτη διαδοχική χρονιά, οι «κόκκινοι διάβολοι» πέτυχαν τον στόχο τους στην τελική φάση νικώντας στον τελικό την Πρόισεν Μίνστερ με 2-1, με δύο γκολ του Ότμαρ Βάλτερ.
Ο Φριτς ήταν δημιουργός και των δύο τερμάτων που πέτυχε ο αδελφός του και αναγνωριζόταν πλέον ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής της χώρας. Η εθνική ομάδα, ωστόσο, παρέμενε αποκλεισμένη από το διεθνές στερέωμα. Ως ηττημένη χώρα του πολέμου, δεν είχε προσκληθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, αργότερα όμως εκείνη τη χρονιά ανασυγκροτήθηκε κι έδωσε τους πρώτους φιλικούς αγώνες της μετά το 1942, με τον Φριτς να δίνει φυσικά το «παρών».
Η Καϊζερσλάουτερν συνέχισε να πρωταγωνιστεί στο γερμανικό πρωτάθλημα, το οποίο κατέκτησε με πιο εμφατικό τρόπο το 1953, ενώ ο αρχηγός της είχε ηγετικό ρόλο και στην πρόκριση της Εθνικής Δυτικής Γερμανίας στην τελική φάση του Μουντιάλ του 1954. Ήταν από μόνη της μια σημαντική επιτυχία και κανείς δεν είχε βλέψεις γι’ αυτό που θα επακολουθούσε.
Η «νατσιοναλμάνσαφτ», όμως, διέθετε πολλούς ταλαντούχους παίκτες και παρά τη συντριβή της με 8-3 από την Ουγγαρία στον πρώτο γύρο, έδειξε σιγά-σιγά τη δυναμική της. Η άνετη νίκη επί της Τουρκίας στο μπαράζ (7-2), ακολουθήθηκε από μία πιο δύσκολη επικράτηση επί της Γιουγκοσλαβίας στον προημιτελικό (2-0). Στον ημιτελικό με την Αυστρία, η Δυτική Γερμανία θεωρούνταν αουτσάιντερ από πολλούς, πέτυχε όμως ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα. Νίκησε 6-1 με τον Φριτς Βάλτερ να ευστοχεί σε δύο πέναλτι και τον Ότμαρ να σκοράρει άλλες δύο φορές.

Ο Φριτς Βάλτερ με το τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ» κατά την επιστροφή της δυτικογερμανικής ομάδας από την Ελβετία.
Κάποιοι είχαν υποψιαστεί ότι η Δυτική Γερμανία, που είχε κατέβει με αρκετούς αναπληρωματικούς στο 8-3 του πρώτου γύρου, δεν θα ήταν εύκολος αντίπαλος για την Ουγγαρία, που είχε δυσκολευτεί αρκετά για να φτάσει στον τελικό. Το γρήγορο προβάδισμα που πήραν οι Μαγυάροι με τα γκολ του Πούσκας (6′) και του Ζόλταν Τσίμπορ (8′), βρήκαν γρήγορα απάντηση. Ο Μαξ Μόρλοκ μείωσε στο 10′ και ο Ραν ισοφάρισε στο 18′.
Η βροχή που ξέσπασε στη Βέρνη ευνόησε τους Δυτικογερμανούς, οι οποίοι φορούσαν πιο ελαφριά παπούτσια με ρυθμιζόμενες τάπες (προσφορά του Άντι Ντάσλερ της Adidas) που πρόσφεραν καλύτερη πρόσφυση στο βρεγμένο τερέν. Κόντρα στα προγνωστικά, κράτησαν το 2-2 και στο δεύτερο ημίχρονο έπαιζαν καλύτερα από τους φημισμένους αντιπάλους τους. Το γκολ του Ραν στο 84′ προκάλεσε έκρηξη ενθουσιασμού σε όλους τους Δυτικογερμανούς που άκουγαν τον τελικό από το ραδιόφωνο ή τον έβλεπαν από τις ελάχιστες διαθέσιμες τηλεοράσεις. Κι όταν ο Βάλτερ πήρε στα χέρια του το τρόπαιο είχαν αποκτήσει ξανά λόγο να νιώθουν περήφανοι για την καταγωγή τους.
Το άδοξο φινάλε στη Σουηδία το 1958
Ο Βάλτερ αποσύρθηκε από την εθνική ομάδα στα τέλη του 1956, αφού τα πόδια του είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Με τον ηγέτη της γερασμένο, η Καϊζερσλάουτερν δεν κατόρθωσε να προκριθεί στις τελικές φάσεις του πρωταθλήματος του 1957 και του 1958. Ήταν φανερό ότι το τέλος πλησίαζε, όμως επιφύλασσε μία ακόμα μεγαλύτερη παράσταση.
Οι ιθύνοντες της ομοσπονδίας έπεισαν τον αρχηγό να επιστρέψει στην Εθνική για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 στη Σουηδία, μια και τον θεωρούσαν απαραίτητο στην προσπάθεια για υπεράσπιση του τίτλου. Εκείνος δέχθηκε και παρά τα 37 του χρόνια βοήθησε τη «νατσιοναλμάνσαφτ» να φτάσει μέχρι τον ημιτελικό, όπου ένας τραυματισμός από βίαιο φάουλ του Σίγκβαρντ Πάρλινγκ στο 75′ τον έθεσε ουσιαστικά εκτός αγώνα.
Ο Σουηδός παίκτης δεν αποβλήθηκε και η Δυτική Γερμανία που έπαιζε με δέκα από το 58′ λόγω αποβολής του Έριχ Γιουσκόβιακ, γνώρισε την ήττα με 3-1 από την παρέα του Γκούναρ Γκρεν, ο οποίος – τι σύμπτωση! – ήταν γεννημένος την ίδια ημέρα με τον αρχηγό των «πάντσερ». Το τέλος της διεθνούς καριέρας του Βάλτερ δεν ήταν αυτό που ονειρευόταν, όμως τα επιτεύγματά του τον καθιστούσαν τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή στην ιστορία της χώρας.
Στις 21 Ιουνίου 1959 έπαιξε τον τελευταίο αγώνα της καριέρας του, ένα φιλικό με τη Ρασίνγκ Παρί (4-2) στο γήπεδο της Καϊζερσλάουτερν, το οποίο το 1985 θα έπαιρνε το όνομά του. Τα χρόνια της ακμής του είχε δεχθεί δελεαστικές προτάσεις από ευρωπαϊκούς συλλόγους, όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης, όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να αφήσει τον αγαπημένο του σύλλογο. «Σπίτι σου είναι όπου βρίσκεται η καρδιά σου», είχε πει χαρακτηριστικά. Αν είχε φύγει για το εξωτερικό, άλλωστε, θα έχανε το δικαίωμα να αγωνίζεται στην εθνική ομάδα.
Έπαιζε καλύτερα στην κακοκαιρία
Σε όλη του την καριέρα ο Βάλτερ κρατούσε χαμηλούς τόνους. Ήταν και πολύ ευαίσθητος, γι’ αυτό στις κακές του μέρες αποδείχθηκε πολύτιμη η στήριξη της Ιταλίδας συζύγου του (που μάλιστα ονομαζόταν Ιτάλια), με την οποία είχε παντρευτεί το 1948. Τον Οκτώβριο του 1952, ύστερα από τη συντριβή της Δυτικής Γερμανίας από τη Γαλλία στο Παρίσι (5-2), είχε ζητήσει από τον Χερμπέργκερ να μην τον καλέσει ξανά στην ομάδα. Εκείνος φυσικά δεν τον άκουσε.
Ο μεγάλος άσος είχε επίσης τη φήμη ότι αγωνιζόταν καλύτερα όταν ο καιρός ήταν κακός, όπως στον τελικό της 4ης Ιουλίου 1954 στη Βέρνη. Η εξήγηση που είχε δοθεί ήταν ότι λόγω της περιπέτειάς του με την ελονοσία κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο οργανισμός του δεν ήταν τόσο δυνατός και δεν απέδιδε καλά σε συνθήκες ζέστης. Μάλιστα, στη Γερμανία έχει καθιερωθεί ο όρος «ο καιρός του Φριτς Βάλτερ» για να περιγράψει τον βροχερό καιρό.
Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας ο Βάλτερ εργάστηκε ως προπονητής στη Νόισταντ (1960). Το ίδιο περίπου διάστημα ο Χερμπέργκερ τον ήθελε για βοηθό του στην Εθνική, με σκοπό να γίνει αργότερα ο διάδοχός του. Εκείνος όμως αρνήθηκε, αφού δεν μπορούσε να αντέξει την πίεση του πρωταθλητισμού. Από το 1962 εγκαταστάθηκε στο Άλσενμπορν και τα πρώτα έξι χρόνια ήταν σύμβουλος και προπονητής της μικρής τοπικής ομάδας.

Με τον νεαρό Φραντς Μπεκενμπάουερ, στο καμπ της εθνικής ομάδας στα μέσα της δεκαετίας του ’60.
Αργότερα κατάφερε να «πουλήσει» το όνομά του, ως εκπρόσωπος μεγάλων αθλητικών εταιριών, Έβγαζε πολλά χρήματα για χρόνια, μόνο και μόνο επειδή ήταν ο Φριτς Βάλτερ, ο αρχηγός της ομάδας που είχε κάνει το «Θαύμα της Βέρνης» και όλοι ήθελαν το αυτόγραφό του. Παράλληλα, όμως, είχε και πλούσια φιλανθρωπική δράση.
Στα βαθιά του γεράματα, είχε βάλει ως στόχο ζωής να γίνει το Καϊζερσλάουτερν και το γήπεδο που έφερε το όνομά του, μία από τις έδρες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006. Μετά την ανάληψη της διοργάνωσης από τη Γερμανία είχε αναλάβει πρεσβευτής της πόλης μαζί με άλλους τέσσερις πρώην παίκτες των «κόκκινων διαβόλων» που είχαν στεφθεί παγκόσμιοι πρωταθλητές (ένας απ’ τους οποίους ήταν κι ο αδελφός του Ότμαρ). Δεν πρόλαβε, όμως, να δει τον στόχο να υλοποιείται. Πέθανε στις 17 Ιουνίου 2002, σε ηλικία 81 ετών.
Το άγαλμά του κοσμεί εδώ και πολλά χρόνια τον περιβάλλοντα χώρο του σταδίου «Φριτς Βάλτερ», ενώ από το 1985 ήταν επίτιμος πολίτης του Καϊζερσλάουτερν. Το 2000 έγινε και ο πρώτος (και μοναδικός έως σήμερα) επίτιμος πολίτης του κρατιδίου Ρηνανία-Παλατινάτο. Ανάμεσα στις αμέτρητες τιμές στη μνήμη του, ξεχωρίζουν τα μετάλλια «Φριτς Βάλτερ» που απονέμει από το 2005 η γερμανική ομοσπονδία στους καλύτερους νέους ποδοσφαιριστές κάθε χρονιάς.
Πηγές: Simon Kuper: «Στον Πυρετό του Μουντιάλ» (μτφρ. Βαγγέλης Γιαννίσης, εκδ. «Η Καθημερινή»), de.wikipedia.org («Fritz Walter»), en.wikipedia.org («1954 FIFA World Cup», «FIFA World Cup records and statistics»)
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 4 Ιουλίου
2015: Πεθαίνει σε ηλικία 79 ετών ο Παντελής Δέδες, παλαίμαχος μπασκετμπολίστας της ΧΑΝΘ και του Παναθηναϊκού και επί δεκαετία αντιπρόεδρος της ΕΟΚ. Είχε γίνει γνωστός και ως ένας από τους πρωτεργάτες του αθλητικού δικαίου στην Ελλάδα.
2014: Η Βραζιλία νικά με 2-1 την Κολομβία και προκρίνεται στους «4» του Παγκοσμίου Κυπέλλου που διοργανώνεται στα εδάφη της. Τα γκολ πετυχαίνουν οι Τιάγκο Σίλβα (7′) και Νταβίντ Λουίζ (69′), ενώ για την Κολομβία μειώνει ο Χάμες Ροντρίγκες (80′ πέν.), ο οποίος φτάνει τα έξι τέρματα και μένει μόνος στον πίνακα των σκόρερ της διοργάνωσης. Αντίπαλος της «σελεσάο» θα είναι η Γερμανία, η οποία νικά 1-0 τη Γαλλία στον άλλο προημιτελικό (13′ Χούμελς).
2006: Η Ιταλία νικά με 2-0 τη Γερμανία στην παράταση στον πρώτο ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Ντόρτμουντ. Ο Φάμπιο Γκρόσο στο 119′ και ο Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο στις καθυστερήσεις, πετυχαίνουν τα γκολ που στέλνουν τους «Ατζούρι» στον τελικό για πρώτη φορά μετά το 1994.
2004: Η Εθνική Ελλάδας νικά με 1-0 την Πορτογαλία στον τελικό του Euro 2004 και στέφεται πρωταθλήτρια Ευρώπης δημιουργώντας μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών στο διεθνές ποδόσφαιρο. Το γκολ της ομάδας του Ότο Ρεχάγκελ σημειώνει στο 57′ ο Άγγελος Χαριστέας.
2004: Στο διεθνές μίτινγκ «Τσικλητήρεια» που φιλοξενείται στο Παγκρήτιο Στάδιο, σημειώνονται δύο παγκόσμια ρεκόρ από Ρωσίδες αθλήτριες μέσα σε διάστημα μισής ώρας. Το πρώτο στα 3.000 μ. στιπλ από την Γκουλνάρα Σαμίτοβα με 9:01.59 και το δεύτερο στο επί κοντώ από τη Σβετλάνα Φεοφάνοβα με 4.88 μ.
1999: Ο Πιτ Σάμπρας νικά με 3-0 σετ τον Αντρέ Άγκασι στον τελικό του Γουίμπλεντον (6-3, 6-4, 7-5) και φτάνει τις έξι κατακτήσεις του λονδρέζικου γκραν σλαμ μέσα σε επτά χρόνια, καταρρίπτοντας παράλληλα και το ρεκόρ των πέντε τίτλων του Μπιορν Μποργκ στην open era.
1998: Χάρη σε ένα υπέροχο γκολ του Ντένις Μπέργκαμπ στο 89ο λεπτό, η Ολλανδία νικά με 2-1 την Αργεντινή και προκρίνεται στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γαλλίας. Ο Μπέργκαμπ είχε δώσει και την ασίστ στον Κλάιφερτ για το 1-0 στο 12′, πριν ισοφαρίσει στο 17′ ο Λόπες. Στον άλλο προημιτελικό της ημέρας, η Κροατία συντρίβει με 3-0 τη Γερμανία (45′ Γιάρνι, 80′ Βλάοβιτς, 85′ Σούκερ) και προκρίνεται στους «4» στην παρθενική συμμετοχή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο.
1994: Η Βραζιλία νικά με 1-0 τη γηπεδούχο ομάδα των ΗΠΑ με γκολ του Μπεμπέτο στο 73′ και προκρίνεται στους «8» του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το γεγονός του αγώνα είναι η αποβολή του Λεονάρντο στο 44′ για αγκωνιά στον Ταμπ Ράμος, η οποία θα κοστίσει ποινή τεσσάρων αγωνιστικών στον Βραζιλιάνο άσο.
1993: Η Γερμανία στέφεται πρωταθλήτρια Ευρώπης στο μπάσκετ για πρώτη φορά στην ιστορία της, αφού νικά στον τελικό του Μονάχου τη Ρωσία με 71-70. Προπονητής της είναι ο Σέρβος, Σβέτισλαβ Πέσιτς και πολυτιμότερος παίκτης αναδεικνύεται ο Κρίστιαν Βελπ. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση, αφού μία ημέρα νωρίτερα έχει γνωρίσει τη συντριβή από την Κροατία στον μικρό τελικό (99-59).
1990: Στον συγκλονιστικό δεύτερο ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ιταλίας, η Δυτική Γερμανία αποκλείει την Αγγλία με 4-3 στα πέναλτι και κλείνει ραντεβού στον τελικό με την Αργεντινή, τέσσερα χρόνια μετά την αντίστοιχη κόντρα τους στο Μεξικό. Ο κανονικός αγώνας λήγει ισόπαλος 1-1 (59′ Μπρέμε/80′ Λίνεκερ) και στη διαδικασία των πέναλτι αποτυγχάνουν να σκοράρουν οι Πιρς (αποκρούει ο Ίλγκνερ) και Γουόντλ (άουτ). Πρόσωπο του αγώνα είναι ο Πολ Γκασκόιν, ο οποίος ξεσπά σε κλάματα όταν δέχεται κίτρινη κάρτα στο 9ο λεπτό της παράτασης, με συνέπεια να χάσει τη δυνατότητα να αγωνιστεί στον τελικό (αν προκρινόταν η Αγγλία).
1988: Ανήμερα της 112ης επετείου της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η FIFA αναθέτει στη χώρα τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994.
1982: Η Γαλλία (4-1 τη Βόρεια Ιρλανδία) και η Πολωνία (0-0 με τη Σοβιετική Ένωση) παίρνουν την πρόκριση από τους ομίλους της προημιτελικής φάσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας και κλείνουν ραντεβού για τον πρώτο ημιτελικό που θα διεξαχθεί στο «Καμπ Νου» της Βαρκελώνης.
1982: Ο Τζίμι Κόνορς κατακτά το Γουίμπλεντον νικώντας με 3-2 τον Τζον ΜακΕνρο (3-6, 6-3, 6-7, 7-6, 6-4) , στον μεγαλύτερο σε διάρκεια τελικό στην ιστορία του τουρνουά (4 ώρες και 16 λεπτά).
1981: Ο Τζον ΜακΕνρο κατακτά το Γουίμπλεντον για πρώτη φορά στην καριέρα του, νικώντας στον τελικό τον Μπιορν Μποργκ με 3-1 σετ (4-6, 7-6, 7-6, 6-4). Ο Σουηδός τενίστας αποτυγχάνει να κερδίσει το τρόπαιο για έκτη συνεχή χρονιά και να ισοφαρίσει το ρεκόρ του Γουίλιαμ Ρένσο (1881-86), το οποίο αντέχει μέχρι σήμερα.
1975: Η Αμερικανίδα Μπίλι Τζιν Κινγκ κατακτά τον έκτο τίτλο της στο μονό του Γουίμπλεντον, νικώντας στον τελικό την Αυστραλή Ίβον Γκούλαγκονγκ με 2-0 σετ (6-0, 6-1).
1961: Ο Ολυμπιακός νικά με 2-1 στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας τη Σάντος, την ομάδα του Πελέ που τις προηγούμενες μέρες είχε νικήσει την ΑΕΚ και τον Παναθηναϊκό. Τα γκολ των «ερυθρόλευκων» σημειώνουν ο Αντώνης Ποσειδών και ο Τάσος Σουρούνης, ενώ για τους Βραζιλιάνους μειώνει ο Ζίτο.
1954: «Το Θαύμα της Βέρνης»: Η Δυτική Γερμανία κατακτά το 5ο Παγκόσμιο Κύπελλο, μια και νικά με 3-2 στον τελικό την επί τετραετία αήττητη Ουγγαρία. Αν και οι Μαγυάροι προηγούνται 2-0 με γκολ των Φέρεντς Πούσκας (6′) και Ζόλταν Τσίμπορ (8′), οι Δυτικογερμανοί ισοφαρίζουν γρήγορα με τους Μαξ Μόρλοκ (10′) και Χέλμουτ Ραν (18′). Στο δεύτερο ημίχρονο ο αγώνας είναι μοιρασμένος μέχρι το 84′ οπότε ο Ραν διαμορφώνει το τελικό 3-2 με συρτό σουτ.
1938: Πεθαίνει σε ηλικία μόλις 39 ετών η Γαλλίδα Σουζάν Λανγκλέν, η πρώτη μεγάλη σταρ του τένις.
1925: Ο Γάλλος τενίστας Ρενέ Λακόστ κατακτά το Γουίμπλεντον νικώντας στον τελικό τον συμπατριώτη του, Ζαν Μποροτρά, με 3-1 σετ (6-3, 6-3, 4-6, 8-6).
1919: Ο Τζακ Ντέμσι στέφεται για πρώτη φορά παγκόσμιος πρωταθλητής στα βαρέα βάρη, νικώντας τον κατόχο του τίτλου, Τζες Γουίλαρντ, που εγκαταλείπει στον τρίτο γύρο.
1914: Η Βρετανίδα τενίστρια Ντορόθια Λάμπερτ Τσέιμπερς κερδίζει τον έβδομο και τελευταίο τίτλο της στο μονό του Γουίμπλεντον (ρεκόρ που κατέρριψε το 1938 η Έλεν Γουίλς-Μούντι), νικώντας τη συμπατριώτισσά της Έθελ Λάρκομπ με 2-0 σετ (7-5, 6-4).
1912: Η Μεγάλη Βρετανία κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο ποδόσφαιρο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, νικώντας στον τελικό τη Δανία με 4-2. Τα γκολ των Βρετανών πετυχαίνουν οι Γουόλντεν (10′), Χόουρ (22′, 41′) και Μπέρι (43′) και των Δανών ο Όλσεν (27′, 81′). Στη σχεδόν τρίωρης διάρκειας ταινία που κινηματογράφησαν οι Σουηδοί διοργανωτές, υπάρχει κι ένα απόσπασμα 4 λεπτών και 36 δευτερολέπτων από εκείνον τον τελικό. Πρόκειται για ένα από τα παλιότερα ντοκουμέντα με στιγμιότυπα επίσημου διεθνή ποδοσφαιρικού αγώνα.
1910: Ο Τζακ Τζόνσον, ο πρώτος μαύρος παγκόσμιος πρωταθλητής της πυγμαχίας, διατηρεί τον τίτλο του νικώντας τον Τζέιμς Τζέφρις στον επονομαζόμενο «Αγώνα του Αιώνα». Το αποτέλεσμα ενοχλεί πολλούς υπέρμαχους της ιδέας περί ανωτερότητας της λευκής φυλής, οι οποίοι επιτίθενται σε μαύρους που πανηγυρίζουν τη νίκη του Τζόνσον στους δρόμους. Τις επόμενες δύο ημέρες ξεσπούν σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ ταραχές κατά τις οποίες υπολογίζεται ότι σκοτώνονται 19 άνθρωποι (κατά άλλες πηγές 11 και κατά άλλες 26) και τραυματίζονται εκατοντάδες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Ομπράντοβιτς για τις φήμες αποχώρησης Χουάντσο, Οσμάν και Γκράντ: «Δε μπορείς να το παλέψεις»
- Ολυμπιακός: Το... ντόμινο που θα προκαλέσει «τσουνάμι»
- ΠΑΟΚ: Ξέσπασμα στο β' μέρος και 4-0 τη Βέστερλο
- Ο Ομπράντοβιτς θέλει τον Μπόνγκα στον Παναθηναϊκό: «Ποιος ξέρει; Μακάρι...»
- Ολυμπιακός: Ο Γιάρεμτσουκ και το μέλλον του
