Σαν Σήμερα - Μπομπ Χέιζ: Ο μοναδικός ολυμπιονίκης του στίβου που κέρδισε δαχτυλίδι του Super Bowl

Σαν να έχει βγει από κινηματογραφική ταινία μοιάζει η ζωή του Μπομπ Χέιζ, του Αμερικανού σπρίντερ που στις 15 Οκτωβρίου 1964 κέρδισε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στα 100 μ. στο Τόκιο. Η επιτυχημένη καριέρα στο NFL και τα μπλεξίματα με τα ναρκωτικά.

Θρύλος στην ακμή του, μα εντελώς παραγνωρισμένος στις μέρες μας; Πόσες φορές το έχουμε δει να συμβαίνει με καταξιωμένους αθλητές που χάθηκαν στη λήθη με την πάροδο των χρόνων;

Αξίζει, ωστόσο, να θυμόμαστε κάθε τόσο ιστορίες ανθρώπων όπως ο Μπομπ Χέιζ, ο σπρίντερ από το Τζάκσονβιλ, ο οποίος στις 15 Οκτωβρίου 1964 κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στα 100 μ. των Ολυμπιακών Αγώνων του Τόκιο. Η αθλητική πορεία του, άλλωστε, δεν περιορίστηκε σ’ αυτήν τη μεγάλη διάκριση, ενώ και η συνέχεια της σχετικά σύντομης ζωής του σημαδεύτηκε από μπλεξίματα με τον νόμο και καταχρήσεις, που την κάνουν να μοιάζει βγαλμένη από κινηματογραφική ταινία.

Και δεν εννοούμε το δεύτερο χρυσό που κέρδισε στους ίδιους αγώνες με την ομάδα των ΗΠΑ στη σκυταλοδρομία 4×100 λίγες μέρες αργότερα, αλλά την εξαιρετική καριέρα που πραγματοποίησε ως αθλητής του αμερικάνικου ποδοσφαίρου με τους Ντάλας Καουμπόις, φτάνοντας στην κορύφωση το 1972 με την κατάκτηση του δαχτυλιδιού του Super Bowl!

Μέχρι σήμερα ο Χέιζ παραμένει ο μοναδικός άνθρωπος που έχει καταφέρει να αναδειχθεί χρυσός ολυμπιονίκης σε οποιοδήποτε άθλημα και κατόπιν και στο NFL, παρά το γεγονός ότι πολλοί προσπάθησαν να τον μιμηθούν. Αναμφίβολα ήταν ένας αθλητής μπροστά από την εποχή του, μια και ήταν απίστευτα μυώδης και δυνατός και συνάμα απίστευτα γρήγορος. Ένα εκρηκτικό μείγμα που του χάρισε το παρατσούκλι «Bullet Bob» («Μπομπ η σφαίρα») και τον έκανε δύσκολα αντιμετωπίσιμο τόσο στους στίβους όσο και στα γήπεδα του αμερικάνικου ποδοσφαίρου.

Στην πρώτη θέση με ένα παπούτσι δανεικό

Διαβάζοντας τον τρόπο με τον οποίο έφτασε ο Χέιζ στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου των 100 μ., σαν σήμερα το 1964 το Τόκιο, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτείτε είναι τι θα έκανε αν αγωνιζόταν στη σημερινή εποχή. Με τις εξελιγμένες μεθόδους προπόνησης, την επιστημονική υποστήριξη, τις πλουσιοπάροχες αμοιβές ή έστω πράγματα που είναι αυτονόητα στις μέρες μας, όπως ο συνθετικός τάπητας στα στάδια.

Ο Χέιζ όχι μόνο δεν είχε τίποτε από όλα αυτά στη διάθεσή του, αλλά την ώρα που έβγαζε τα πράγματά του από την τσάντα του για να αρχίσει την προετοιμασία για τον ημιτελικό των 100 μ., διαπίστωσε με τρόμο ότι ένα από τα δύο spikes του έλειπε! Φταίχτης, σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις, ήταν ο πυγμάχος Τζο Φρέιζερ, ο οποίος είχε πάει το προηγούμενο βράδυ στο δωμάτιο του σπρίντερ μαζί με τον ολυμπιονίκη του μήκους, Ραλφ Μπόστον και την ώρα που διασκέδαζαν, έσπρωξε κατά λάθος το αριστερό παπούτσι κάτω από το κρεβάτι του.

Εκείνη την ώρα, βέβαια, τον Χέιζ δεν τον ενδιέφερε ποιος έφταιγε, αλλά να βρει ένα spike στο νούμερό του ώστε να μπορέσει να αγωνιστεί. Τα κατάφερε τελικά και παρά την αγχωτική δοκιμασία που είχε βιώσει, κέρδισε την ημιτελική σειρά του με έναν απίστευτο χρόνο: 9.9 δευτερόλεπτα, που θα συνιστούσε παγκόσμιο ρεκόρ αν ο άνεμος δεν ήταν υπερβολικά ευνοϊκός (+5,3 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, ενώ το επιτρεπτό όριο είναι +2,0)! Κατά έναν παράδοξο τρόπο, στον δεύτερο ημιτελικό που διεξήχθη λίγο αργότερα ο αέρας ήταν κόντρα (-1,3) και ο χρόνος του νικητή, του Καναδού Χάρι Τζέρομ ήταν μόλις 10.3.

Έτσι κι αλλιώς, ο «Bullet Bob» παρέμενε το μεγάλο φαβορί για τη νίκη στον τελικό και δεν τον πτόησε ούτε το γεγονός ότι κληρώθηκε να τρέξει στον πρώτο διάδρομο. Το πρόβλημα ήταν κυρίως πρακτικό και όχι ψυχολογικό, μια και λίγο νωρίτερα είχε δοθεί η εκκίνηση στον αγώνα των 20 χλμ. βάδην των ανδρών και οι αθλητές είχαν τρέξει τρεις γύρους στην εσωτερική λωρίδα του στίβου πριν βγουν από το στάδιο. Σε συνδυασμό με τη βροχή που είχε προηγηθεί, ο διάδρομος στον οποίο θα έτρεχε ο Χέιζ ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένος από τους υπόλοιπους και θα μπορούσε να είχε σταθεί εμπόδιο στον δρόμο του για το ψηλότερο σκαλί του βάθρου.

Ωστόσο, η διαφορά κλάσης ήταν τέτοια που τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει τον 21χρονο Αμερικανό. Προτού φτάσει στα μισά της κούρσας πέρασε τον συμπατριώτη του Μελ Πέντερ (ο οποίος αγωνίστηκε με τραυματισμό στην κοιλιακή χώρα, παραβλέποντας τις συστάσεις των γιατρών) και με τον εκρηκτικό διασκελισμό του δημιούργησε μια διαφορά που ήταν αδύνατο να καλυφθεί στα λίγα μέτρα που απέμεναν. Με χρόνο 10.0 με κανονικό άνεμο (+1,0) σημείωσε νέο ολυμπιακό ρεκόρ και ισοφάρισε το παγκόσμιο.

Ο Κουβανός Ενρίκε Φιγκερόλα τερμάτισε δεύτερος (10.2), ελάχιστα μπροστά από τον Τζέρομ (10.2) που κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο. Τέταρτος τερμάτισε ο Πολωνός Βιέσουαβ Μάνιακ, πέμπτος ο Γερμανός Χάιντς Σούμαν, ενώ ο ηρωικός Πέντερ αρκέστηκε στην έκτη θέση, την οποία μοιράστηκε με τον Ιβοριανό Γκαουσού Κονέ (όλοι καταγράφηκαν με χρόνο 10.4).

Κέρδισε μόνος του και τη σκυταλοδρομία

Ο Χέιζ είχε ήδη αποφασίσει να σταματήσει τον στίβο μετά το Τόκιο, μια και είχε ήδη επιλεγεί στο ντραφτ από τους Ντάλας Καουμπόις. Εκείνα τα χρόνια που ο στίβος και η κολύμβηση ήταν αυστηρά ερασιτεχνικά σπορ, οι περισσότεροι αθλητές τα έβλεπαν ως μέσο καταξίωσης για να ακολουθήσουν στη συνέχεια επαγγελματική καριέρα κάπου αλλού – γι’ αυτό και λίγοι επέστρεφαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες για να υπερασπιστούν τους τίτλους τους.

Ο χρυσός ολυμπιονίκης της «κούρσας της μιας ανάσας», όμως, είχε να φέρει σε πέρας άλλη μία αποστολή. Να οδηγήσει στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου και την ομάδα σκυταλοδρομίας των ΗΠΑ στα 4×100 μ., η οποία είχε δεχθεί δύο πλήγματα. Πέρα από την απουσία του Πέντερ, η κατάσταση του οποίου επιδεινώθηκε λόγω της επιμονής του να τρέξει στον τελικό των 100 μ., νοκ άουτ λόγω τραυματισμού είχε τεθεί από τον ημιτελικό και ο τρίτος της παρέας, ο Τρέντον Τζάκσον.

Οι Αμερικανοί κάλυψαν τα κενά με τον ασημένιο ολυμπιονίκη των 200 μ. Πολ Ντρέιτον και τον Ρίτσαρντ Στέμπινς, ο οποίος είχε τερματίσει έβδομος στο ίδιο αγώνισμα. Οι απουσίες έδωσαν αέρα στις υπόλοιπες ομάδες που εποφθαλμιούσαν την κορυφή και ο Γάλλος Ζοσλίν Ντελκούρ δεν μπόρεσε να κρατηθεί όταν συνάντησε τον Ντρέιτον πριν από τον τελικό της σκυταλοδρομίας.

«Δεν πρόκειται να μας νικήσετε, ο μόνος που έχετε είναι ο Μπομπ Χέιζ», ήταν η ατάκα του Ντελκούρ, η οποία όμως γύρισε μπούμερανγκ λίγα λεπτά αργότερα. Ο Γάλλος σπρίντερ έτρεχε στο τελευταίο κομμάτι της κούρσας και μπήκε πρώτος στην τελική ευθεία, ακολουθούμενος από τους αθλητές της Τζαμάικας, της Σοβιετικής Ένωσης και της Πολωνίας. Ο Χέιζ παρέλαβε τη σκυτάλη όντας πέμπτος, αλλά με ένα εκρηκτικό σπριντ (πόσο μεγάλη διαφορά έκανε το ότι ξεκινούσε όρθιος κι όχι από τον βατήρα…) «κατάπιε» έναν-έναν τους αντιπάλους του και χάρισε στις ΗΠΑ το χρυσό μετάλλιο με νέο παγκόσμιο ρεκόρ (39.0)!

Το τελευταίο κατοστάρι του Χέιζ μετρήθηκε στα 8.6 δευτερόλεπτα με χειροκίνητο χρονόμετρο και τον κατέστησε πλέον χωρίς αμφιβολία τον ταχύτερο άνθρωπο που είχε εμφανιστεί μέχρι τότε στον πλανήτη. Έδωσε παράλληλα το δικαίωμα στον Ντρέιτον να πικάρει τον Ντελκούρ (ο οποίος τερμάτισε τρίτος στη σκυταλοδρομία, αφού ο Πολωνός Μάριαν Ντούτζιακ τον πέρασε στο νήμα), λέγοντάς του: «Όντως μας αρκούσε ο Χέιζ για να νικήσουμε».

Η καριέρα στο NFL

Γεννημένος ως Ρόμπερτ Λι Χέιζ στις 20 Δεκεμβρίου 1942, ο μεγάλος αυτός αθλητής ήταν περισσότερο ένας ποδοσφαιριστής που έτρεχε πολύ γρήγορα, παρά σπρίντερ που έπαιξε και αμερικάνικο φούτμπολ. Από τα χρόνια που φοιτούσε στο λύκειο Matthew Gilbert (παραδοσιακό σχολείο αποκλειστικά για μαύρους νέους τα χρόνια των έντονων φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ) ήταν εξίσου ενεργός και δυνατός και στα δύο αθλήματα.

Έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στον στίβο όταν πέρασε με υποτροφία στο πανεπιστήμιο Florida A&M, ένα από τα πιο γνωστά πανεπιστήμια που προοριζόταν αποκλειστικά για τα μέλη της μαύρης κοινότητας της πολιτείας. Το 1962 σημείωσε παγκόσμιο ρεκόρ στις 100 γιάρδες με 9.2 και την ίδια χρονιά έγινε ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που κατέβηκε τα 6 δευτερόλεπτα στις 60 γιάρδες (με 5.9). Το 1963 κατέβασε το ρεκόρ των 100 γιαρδών στα 9.1, επίδοση που άντεξε μέχρι το 1974 όταν την κατέρριψε με 9.0 ο Άιβορι Κρόκετ. Μέχρι και το 1964, εξάλλου, κέρδισε τρεις εθνικούς τίτλους στις 100 γιάρδες, ενώ την ολυμπιακή χρονιά αναδείχθηκε και πρωταθλητής NCAA στις 200.

Ο Μπομπ Χέιζ στα χρόνια της δόξας του ως παίκτης του αμερικάνικου ποδοσφαίρου, με τη στολή των Ντάλας Καουμπόις (πηγή: Wikimedia Commons).

Εξίσου εντυπωσιακή, όμως, ήταν και η καριέρα του με τους Ντάλας Καουμπόις, η οποία άρχισε το 1965. Αγωνιζόταν ως wide receiver και με σκληρή δουλειά βελτίωσε γρήγορα κάποιες αδυναμίες στην υποδοχή της μπάλας και τα τρεξίματά του, κερδίζοντας θέση στο βασικό σχήμα της ομάδας. Όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο προπονητής του, ο θρυλικός Τζέικ Γκέιθερ: «Ο Μπομπ μπορεί να κάνει ό,τι βάλει στο μυαλό του. Φροντίστε μόνο να του πείτε τι θέλετε».

Ήταν τόσο δύσκολος αντίπαλος που οι Νιου Γιορκ Τζάιαντς απέκτησαν τον χρυσό ολυμπιονίκη των 200 μ. στο Τόκιο, Χένρι Καρ, ο οποίος όμως αποδείχθηκε ανήμπορος να τον σταματήσει. Εξαιτίας του, μάλιστα, όλο και περισσότεροι αντίπαλοι κατέφευγαν στην άμυνα με αλληλοκάλυψη (ή και κανονική «ζώνη») για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που τους δημιουργούσε.

Η κορύφωση της καριέρας του Χέιζ στο NFL ήταν φυσικά το πρωτάθλημα που κατέκτησε με τους Καουμπόις, νικώντας στο Super Bowl με 24-3 τους Μαϊάμι Ντόλφινς (την ομάδα απ’ την οποία είχε περάσει ανεπιτυχώς ο χρυσός ολυμπιονίκης των 100 μ. το 1968, Τζιμ Χάινς). Έως και σήμερα παραμένει ο μοναδικός άνθρωπος που έχει κατακτήσει χρυσό μετάλλιο σε οποιοδήποτε άθλημα και κατάφερε να το συνδυάσει με το υπέρτατο κατόρθωμα του αμερικάνικου ποδοσφαίρου, το δαχτυλίδι του Super Bowl.

Στη φυλακή για διακίνηση ναρκωτικών

Η καριέρα του Χέιζ στους Καουμπόις τελείωσε το 1975, όταν δόθηκε στους Σαν Φρανσίσκο 49ερς ως αντάλλαγμα για τον Ντιουκ Φέργκιουσον. Η πορεία του εκεί ήταν σύντομη, αφού τα χρόνια είχαν πλέον περάσει και στο τέλος της χρονιάς εγκατέλειψε τη δράση.

Δεν είχε διαχειριστεί καλά τα χρήματα που είχε κερδίσει από το αμερικάνικο ποδόσφαιρο και η απουσία του από το αθλητικό προσκήνιο του στοίχισε ψυχολογικά. Το ‘ριξε στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά και το 1978 η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψή του για διακίνηση, μια και πούλησε μικροποσότητα κοκαΐνης σε μυστικό αστυνομικό. Ομολόγησε την ενοχή του και καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών, εξέτισε όμως μόνο δέκα μήνες μια και αργότερα η ποινή του ανεστάλη.

Πανοραμικό πλάνο από τη στιγμή του τερματισμού του τελικού των 100 μ., στις 15 Οκτωβρίου 1964 στο Τόκιο. Ακόμα κι από αυτήν τη λήψη γίνεται αντιληπτό πόσο μπροστά βρισκόταν ο Χέιζ από τους αντιπάλους του (πηγή: Wikimedia Commons).

Μπήκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης το οποίο πλήρωσε ο πρώην συμπαίκτης του Ρότζερ Στόμπακ και προσπάθησε να ξαναχτίσει τη ζωή του εργαζόμενος ως τεχνικός συντήρησης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 εργάστηκε για ένα μικρό διάστημα και ως ατζέντης αθλητών. Το 1990 εξέδωσε την αυτοβιογραφία του («Run, Bullet, Run: The Rise, Fall, and Recovery of Bob Hayes») και επέστρεψε στο Τζάκσονβιλ, όπου έμεινε μαζί με τους γονείς του. Είχε ήδη κάνει δύο αποτυχημένους γάμους, απ’ τους οποίους είχε αποκτήσει πέντε παιδιά.

Αφού ταλαιπωρήθηκε από πολλά προβλήματα υγείας, πέθανε στις 18 Σεπτεμβρίου 2002 από νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια σε ηλικία 59 ετών. Έμεινε με το παράπονο ότι δεν είχε εισαχθεί στο Hall of Fame του επαγγελματικού αμερικάνικου ποδοσφαίρου, γεγονός το οποίο απέδιδε στα μπλεξίματά του με τον νόμο. Έγινε τελικά δεκτός μετά θάνατον, το 2009, ενώ τρία χρόνια νωρίτερα είχε εισαχθεί και στο ολυμπιακό Hall of Fame των ΗΠΑ. Όσο ζούσε είχε προλάβει να χαρεί την εισαγωγή στο Hall of Fame του κλασικού αθλητισμού της χώρας του, το 1976.

Πηγές: worldathletics.org («Bullet Bob, the Lightning Bolt of his day»), www.theguardian.com («Bob Hayes – America’s fastest footballer on the athletics track»), www.olympedia.org (Bob Hayes), www.teamusa.com («Bob Hayes»), usopm.org («Bob Hayes – Track and Field»), www.tshaonline.org («The Legacy of Bob Hayes: Olympic Champion and NFL Superstar»), www.olympics.com («Melvin Pender: The sprinter who was carted off on a stretcher – but never gave up»),  en.wikipedia.org («Bob Hayes», «Athletics at the 1964 Summer Olympics – Men’s 100 metres»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 15 Οκτωβρίου

2019: Ο Βαγγέλης Παυλίδης σημειώνει το παρθενικό του γκολ με την Εθνική Ελλάδας, στη νίκη γοήτρου επί της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης με 2-1 στο ΟΑΚΑ, για τα προκριματικά του Euro 2020. Ο 20χρονος επιθετικός ανοίγει το σκορ στο 30′, οι Βόσνιοι ισοφαρίζουν στο 35′ με τον Γκόιακ κι ένα αυτογκόλ του Κοβάτσεβιτς στο 88′ χαρίζει στην Ελλάδα τη νίκη.

2013: Η Εθνική Ελλάδας νικά με 2-0 το Λιχτενστάιν στο «Γ. Καραϊσκάκης» (7′ Σαλπιγγίδης, 81′ Καραγκούνης) και κερδίζει θέση στα πλέι οφ για την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας, μια και τερματίζει δεύτερη στον όμιλό της πίσω από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, που νικά με 1-0 στη Λιθουανία.

2008: Η Εθνική Ελλάδας γνωρίζει την ήττα με 2-1 από την Ελβετία στο «Γ. Καραϊσκάκης» (68′ Χαριστέας/42′ πέν. Φρέι, 77′ Νκούφο), για τον προκριματικό όμιλο του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 στη Νότια Αφρική.

2003: Και οι τρεις ελληνικές ομάδες που μετέχουν στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ κερδίζουν την πρόκριση στον 2ο γύρο. Ο Πανιώνιος νικά 1-0 τη Νόρτζελαντ στη Δανία με γκολ του Ραγκουέλ στο 90′ (είχε νικήσει 2-1 στη Νέα Σμύρνη), ο ΠΑΟΚ με 3-0 τη Λιν στη Νορβηγία (είχε ηττηθεί 1-0 στην Τούμπα) και ο Άρης με 2-1 τη Ζίμπρου Κισινάου στου Χαριλάου (1-1 το πρώτο ματς στη Μολδαβία).

1996: Το διοικητικό συμβούλιο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης προσλαμβάνει ως προπονητή της εθνικής ομάδας τον Παναγιώτη Γιαννάκη, ο οποίος έχει μόλις εγκαταλείψει τη δράση. Άμεσος συνεργάτης του θα είναι ο Λάκης Τσάβας.

1983: Ο Βραζιλιάνος Νέλσον Πικέ κατακτά για δεύτερη φορά στην καριέρα του το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula 1. Τερματίζει τρίτος στο τελευταίο γκραν πρι της σεζόν στο Κιαλάμι της Νότιας Αφρικής και παίρνει την πρώτη θέση στην κατάταξη με διαφορά δύο βαθμών από τον Γάλλο Αλέν Προστ.

1980: Με κορυφαίο παίκτη τον πρωτοεμφανιζόμενο με το εθνόσημο Νίκο Σαργκάνη, η Εθνική Ελλάδας νικά 1-0 τη Δανία στην Κοπεγχάγη στο πλαίσιο των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982. Το γκολ πετυχαίνει με απ’ ευθείας φάουλ στο 50′ ο Ντίνος Κούης.

1980: Πεθαίνει σε ηλικία 84 ετών ο «πατριάρχης» του Παναθηναϊκού, Απόστολος Νικολαΐδης. Υπήρξε ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού από την εποχή που ονομαζόταν ΠΟΑ (Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών) και συμμετείχε στον πρώτο επίσημο αγώνα της Εθνικής Ελλάδας, το 1920. Μετά το τέλος της αθλητικής του καριέρας υπηρέτησε τον Παναθηναϊκό ως προπονητής και για πολύ περισσότερα χρόνια ως πρόεδρος, ενώ διατέλεσε και πρόεδρος της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων από το 1974 έως και το 1976. Ο Παναθηναϊκός θα τον τιμήσει δίνοντας το όνομά του στο γήπεδό του στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

1971: Ο επικοντιστής Χρήστος Παπανικολάου και ο σφυροβόλος Γιώργος Γεωργιάδης κατακτούν χρυσά μετάλλια για την Ελλάδα στους Μεσογειακούς Αγώνες της Σμύρνης. Το ασημένιο κερδίζει ο Απόστολος Καθηνιώτης στο τριπλούν και χάλκινα οι Στράτος Βασιλείου (110 μ. εμπ.) και Θόδωρος Τόγκας (επί κοντώ).

1969: Η Ελλάδα συντρίβει με 4-1 την Ελβετία στο Καυτανζόγλειο, για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. Πρόκειται για τον πρώτο ποδοσφαιρικό αγώνα που μεταδόθηκε ολόκληρος σε ζωντανή μετάδοση από την ελληνική τηλεόραση.

1968: Ο Αμερικανός δισκοβόλος Αλ Έρτερ γίνεται ο πρώτος αθλητής στίβου που κατακτά τέταρτο διαδοχικό χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο ίδιο αγώνισμα, με τη νίκη του στην Πόλη του Μεξικού με βολή στα 64.78 μ. (ολυμπιακό ρεκόρ). Στα 100 μ. των γυναικών νικήτρια αναδεικνύεται η Αμερικανίδα Γουαϊόμι Τάιους, η οποία γίνεται ο πρώτος άνθρωπος ανεξαρτήτως φύλου που υπερασπίζεται τον ολυμπιακό τίτλο του στην «κούρσα της μιας ανάσας».

1967: Σκοτώνεται σε τροχαίο δυστύχημα ο 24χρονος διεθνής ποδοσφαιριστής της Τορίνο, Τζίτζι Μερόνι.

1964: Η Γιολάντα Μπάλας κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο ύψος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο με νέο ρεκόρ αγώνων (1.90 μ.). Πρόκειται για το δεύτερο διαδοχικό χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της Ρουμάνας αθλήτριας, ύστερα από εκείνο του 1960 στη Ρώμη. Στη δισκοβολία των ανδρών νικητής αναδεικνύεται ο Αλ Έρτερ με 61.00 μ.

1964: Ο Αμερικανός κολυμβητής Ντον Σολάντερ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα 400 μέτρα ελεύθερο των Ολυμπιακών Αγώνων του Τόκιο με νέο παγκόσμιο ρεκόρ (4:12.2). Τις προηγούμενες ημέρες είχε κερδίσει άλλα δύο χρυσά στα 100 ελεύθερο και στα 4×100 του ίδιου στιλ.

1964: Η Ουγγαρέζα Ίλντικο Ούιλακι-Ριέτο, η οποία είναι εκ γενετής κωφή, κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο ατομικό του ξίφους ασκήσεως, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο.

1924: Το πηδαλιούχο αερόστατο «Zeppelin 126» με πιλότο τον ταγματάρχη Χιούγκο Χέγκνερ, προσγειώνεται στη Νέα Υόρκη έχοντας διασχίσει τον Ατλαντικό σε 81 ώρες και 17 λεπτά, με αφετηρία το Φριντριχσχάφεν.

1919: Δεκατέσσερα άλογα ξεκινούν ένα αγώνα 300 μιλίων από το Βερμόντ μέχρι τη Μασσαχουσέτη, με έπαθλο 1.000 δολάρια.

1910: Ο παγκόσμιος πρωταθλητής μεσαίων βαρών της πυγμαχίας, Στάνλεϊ Κέτσελ, πυροβολείται και πεθαίνει στο Κόνγουεϊ του Μιζούρι σε ηλικία μόλις 24 ετών.

1887: Η Πρέστον συντρίβει τη Χάιντ με 26-0 για το Κύπελλο Αγγλίας και σημειώνει ρεκόρ ευρύτερης νίκης σε όλες τις αγγλικές διοργανώσεις. Τοπ σκόρερ του αγώνα είναι ο Τζίμι Ρος με επτά γκολ, ενώ από πέντε σημειώνουν οι Τζακ Γκόρντον και Σάμι Τόμσον.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News