Σαν Σήμερα - Γκαετάνο Σιρέα: Ο θρυλικός Ιταλός λίμπερο που δεν μπορούσε να γίνει σκληρός

Εκτός από κορυφαίος λίμπερο που κέρδισε τα πάντα στην καριέρα του, ο Γκαετάνο Σιρέα που έφυγε με τραγικό τρόπο από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου 1989 ήταν ένας απίστευτα ταπεινός άνθρωπος, γι’ αυτό είχε μόνο συμπάθειες στον χώρο του ποδοσφαίρου.

Επιστρέφοντας ένα απόγευμα στο σπίτι της η Μαριέλα, η σύζυγος του αμυντικού της Γιουβέντους, Γκαετάνο Σιρέα, είδε τρεις άγνωστους να κάθονται στην τραπεζαρία.

Απορημένη κοίταξε τον άνδρα της και τον ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί. «Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάνει εκατοντάδες χιλιόμετρα, κάτι πρέπει να φάνε» της απάντησε με φυσικότητα ο Σιρέα, εξηγώντας ότι ήταν οπαδοί της «Γιούβε» που είχαν ταξιδέψει από το Κάρπι στο Τορίνο προκειμένου να παρακολουθήσουν την αγαπημένη τους ομάδα!

Σήμερα φαντάζει αδιανόητο ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές ενός από τους κορυφαίους συλλόγου του πλανήτη να ανοίξει τόσο εύκολα το σπίτι του σε ανθρώπους που είχε μόλις γνωρίσει στο γήπεδο και να τους προσφέρει φαγητό. Για τον Σιρέα, όμως, ήταν το αυτονόητο. Δεν έπαψε ποτέ, ακόμα κι όταν κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο με την Εθνική Ιταλίας το 1982, να είναι ο ίδιος απλός άνθρωπος που ήταν από μικρό παιδί.

Γι’ αυτό ο πρόωρος θάνατός του σε τροχαίο δυστύχημα στην Πολωνία στις 3 Σεπτεμβρίου 1989 προκάλεσε ανείπωτη θλίψη σε ολόκληρη την Ιταλία. Ήταν αγαπητός σε όλη τη χώρα επειδή δεν ήταν απλά ένας μεγάλος ποδοσφαιριστής – ίσως ο κορυφαίος λίμπερο της εποχής του – αλλά κι ένας αγνός πρεσβευτής του fair play πριν ακόμα επινοηθεί ο όρος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε 16 χρόνια επαγγελματικής καριέρας και με περισσότερους από 700 αγώνες στα πόδια του, δεν αντίκρισε ποτέ την κόκκινη κάρτα.

Όταν, όμως, ο Σάντρο Τσιότι διέκοψε την κανονική ροή της «Domenica Sportiva» για να ανακοινώσει το θλιβερό μαντάτο, οι Ιταλοί φίλαθλοι έκλαψαν πιο πολύ για τον άνθρωπο Σιρέα. Τον ποδοσφαιριστή που παρέμεινε ταπεινός και ανιδιοτελής παρότι είχε κερδίσει τα πάντα στην καριέρα του και για τον οποίο κανένας αντίπαλος δεν μπορούσε να προσάψει τίποτε κακό.

Από επιθετικός… τελευταίος παίκτης

Ο Σιρέα γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1953 στο Τσερνούσκο σουλ Ναβίλιο, πέντε χρόνια αργότερα όμως ο Σικελός πατέρας του και η Λομβαρδή μητέρα του αποφάσισαν να μετακομίσουν στο γειτονικό Τσινιζέλο Μπάλσαμο.

Εκεί, στο γηπεδάκι της ενορίας του Αγίου Πίου του Ι’, ανακάλυψε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο ο μικρός Γκαετάνο, ο οποίος τότε αγωνιζόταν ως επιθετικός. Είχε καλή τεχνική κατάρτιση κι όταν εντάχθηκε στο τοπικό σωματείο, τη Σερενίσιμα, ο προπονητής Τζιάνι Κριμέλα κατάλαβε ότι είχε μπροστά του ένα ξεχωριστό ταλέντο. Δεν ήταν μόνο τα γκολ που πετύχαινε με ευκολία, αλλά και η ξεχωριστή αίσθηση του χώρου που είχε μες στο γήπεδο, καθώς και η απλότητα με την οποία μεταχειριζόταν την μπάλα.

Έτσι, το 1967 ο Κριμέλα τον σύστησε στην Αταλάντα, η οποία τον απέκτησε με συνοπτικές διαδικασίες. Στις ομάδες της ακαδημίας οι προπονητές τον άλλαξαν πολλές φορές θέση (από σέντερ φορ στα άκρα της επίθεσης κι έπειτα στο κέντρο) μέχρι που έφτασε στην Primavera (την αντίστοιχη Κ-19) και ο Ιλάριο Καστανιέρ αποφάσισε να τον δοκιμάσει στη θέση του λίμπερο.

Ο Σιρέα με τη φανέλα της Αταλάντα την πρώτη του σεζόν 1972–73, την πρώτη του ως επαγγελματίας (πηγή: Wikimedia Commons).

Έχοντας δίπλα του ως στόπερ τον Αντόνιο Περκάσι, ο οποίος πολλά χρόνια αργότερα χρημάτισε και πρόεδρος των «Μπεργκαμάσκι», ο Σιρέα αξιοποίησε στο έπακρο τη σπάνια αντιληπτική του ικανότητα. Πέρα από το ότι ήταν αποτελεσματικός στα αμυντικά του καθήκοντα χωρίς να καταφεύγει σε σκληρό παιχνίδι, αναλάμβανε να φτιάχνει το παιχνίδι της ομάδας του θυμίζοντας τον Φραντς Μπεκενμπάουερ, ο οποίος είχε μόλις οπισθοχωρήσει σ’ αυτήν τη θέση στην Μπάγερν και την εθνική ομάδα της Δυτικής Γερμανίας και της είχε δώσει άλλη διάσταση.

Χρειάστηκε βέβαια να περιμένει μέχρι το καλοκαίρι του 1972 για να προωθηθεί στην πρώτη ομάδα και στις 24 Σεπτεμβρίου ο προπονητής Τζούλιο Κορσίνι τον συμπεριέλαβε στο βασικό σχήμα του εκτός έδρας αγώνα με την Κάλιαρι του Τζίτζι Ρίβα για τη Serie A (0-0). Μέχρι το τέλος της σεζόν, που βρήκε την Αταλάντα να υποβιβάζεται, ο Σιρέα καθιερώθηκε ως βασικός και έστρεψε τα βλέμματα των μεγάλων συλλόγων προς το μέρος του.

Ντράπηκε που γιόρτασε το σκουντέτο

Ο Σιρέα δεν κατάφερε να οδηγήσει την Αταλάντα στην άνοδο τη σεζόν που ακολούθησε, το καλοκαίρι του 1974 όμως ήρθε η ώρα να ανοίξει τα φτερά του. Ο Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι τον πήρε στη Γιουβέντους για να καλύψει το κενό του Σάντρο Σαλβαντόρε, ο οποίος ύστερα από μία πλούσια δωδεκαετή καριέρα είχε μόλις κρεμάσει τα παπούτσια του.

Προπονητής στην «Κυρία» ήταν τότε ο Κάρλο Παρόλα (ευρύτερα γνωστός από τη φωτογραφία του ως παίκτης που έγινε σύμβολο της Panini), ο οποίος κατάλαβε από τις πρώτες μέρες της συνεργασίας τους ότι είχε να κάνει με μια ξεχωριστή περίπτωση. Χρησιμοποίησε τον Σιρέα ως βασικό λίμπερο στα πρώτα μας Κυπέλλου και σ’ αυτά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ κόντρα στην ανατολικογερμανική Φόρβερτς και αργότερα τον καθιέρωσε και στο πρωτάθλημα.

Αν και ήταν μόλις 20 χρόνων, ο χαρισματικός λίμπερο ήταν ο βασικός συντελεστής του τίτλου που κατέκτησε η Γιουβέντους, στη σύνθεση της οποίας υπήρχαν καταξιωμένοι άσοι όπως ο Ζοζέ Αλταφίνι, ο Πιέτρο Αναστάζι, ο Ρομπέρτο Μπέτεγκα, ο Ντίνο Τζοφ, ο Φάμπιο Καπέλο και ο Φράνκο Κάουζιο. Ο Σιρέα είχε καταφέρει να γίνει «ένα» μαζί τους, παρότι στα τέλη Ιουλίου του 1974 ντρεπόταν να βγει από το αμάξι του αδελφού του, Πάολο, ο οποίος τον είχε πάει στο «Κομουνάλε» για την πρώτη συγκέντρωση της σεζόν! Δεν μπορούσε να συνηθίσει την ιδέα ότι θα γινόταν συμπαίκτης με θρύλους του ιταλικού και του διεθνούς ποδοσφαίρου και μέσα σε λίγα χρόνια ξεπέρασε σε φήμη τους περισσότερους από αυτούς.

Ο Σιρέα σε μία από τις πρώτες εμφανίσεις του με τη φανέλα της Γιουβέντους, λίγο μετά τη μεταγραφή του το καλοκαίρι του 1974. Στο μέσον βλέπετε τον προπονητή Κάρλο Παρόλα και δεξιά τον Όσκαρ Νταμιάνι, ο οποίος είχε μόλις ενταχθεί κι αυτός στον σύλλογο με μεταγραφή από τη Βιτσέντζα (πηγή: Wikimedia Commons).

Ενδεικτικός του σοβαρού χαρακτήρα του είναι και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το γλέντι για την κατάκτηση εκείνου του πρώτου «σκουντέτο». Όλη η ομάδα βγήκε για να γιορτάσει την επιτυχία σε μία ντίσκο και η γιορτή δεν τελείωσε πριν τα ξημερώματα. Στον δρόμο για το σπίτι του, ο Σιρέα έκανε μια στάση σε ένα περίπτερο για να αγοράσει τις αθλητικές εφημερίδες. Το σημείο ήταν πέρασμα για τους εργάτες της FIAT που πήγαιναν να πιάσουν δουλειά στο εργοστάσιο και το γεγονός σημάδεψε βαθιά τον νεαρό αμυντικό.

Θυμήθηκε τον πατέρα του, που ξυπνούσε κι εκείνος τέτοιες ώρες μια και ήταν εργάτης στην Pirelli και αισθάνθηκε άβολα για το γεγονός ότι είχε ξενυχτήσει για μια αθλητική επιτυχία. Κρύφτηκε για να μην τον δουν και τελικά δεν αγόρασε τις εφημερίδες. «Ντρεπόμουν να με δουν με τα καλά μου ρούχα στις 6 το πρωί, άνθρωποι που πήγαιναν εκείνη την ώρα για το μεροκάματο». Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Σιρέα δεν ξαναπήγε έκτοτε σε ντισκοτέκ μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο ηγέτης με το ράσο

Είναι αδύνατο να αναλύσουμε μία προς μία τη σεζόν και τις επιτυχίες του Σιρέα με τη Γιουβέντους. Και μόνο το γεγονός ότι σταμάτησε το ποδόσφαιρο το 1988 έχοντας καταγράψει 552 επίσημες συμμετοχές με τη φανέλα της (ρεκόρ που κατέρριψε το 2008 ο Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο) λέει πολλά για το πόσο σημαντικός ήταν για τον σύλλογο.

Ήταν επίσης ένας από τους πρώτους ποδοσφαιριστές που κατέκτησαν και τα τρία ευρωπαϊκά τρόπαια. Η ανάμνηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1985, βέβαια, δεν του ήταν ευχάριστη λόγω της αιματοχυσίας του «Χέιζελ» και θα είχε ενδιαφέρον να μαθαίναμε την αντίδραση αυτού του ταπεινού και ευγενικού ανθρώπου όταν πληροφορήθηκε ότι ο τελικός με τη Λίβερπουλ θα διεξαγόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.

Το 1976-77 η Γιουβέντους με τον Σιρέα βασικό στέλεχος είχε κατακτήσει το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ (έχοντας αποκλείσει την ΑΕΚ στα ημιτελικά) και το 1983-84 δεν αρκέστηκε στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων, με τη νίκη επί της Πόρτο με 2-1 στον τελικό, αλλά σήκωσε και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ επικρατώντας με 2-0 της Λίβερπουλ στο Τορίνο. Το επιστέγασμα των διεθνών τίτλων ήρθε τον Δεκέμβριο του 1985 με την κατάκτηση του Διηπειρωτικού Κυπέλλου, σ’ έναν συναρπαστικό τελικό με την Αρχεντίνος Τζούνιορς που κρίθηκε στα πέναλτι.

Η «Γιούβε» έφτασε σε όλες αυτές τις διεθνείς επιτυχίες (αλλά και στην κατάκτηση άλλων έξι πρωταθλημάτων και δύο Κυπέλλων Ιταλίας) έχοντας από το 1976 στον πάγκο τον Τζιοβάνι Τραπατόνι, τον οποίο ο Σιρέα αναγνώριζε ως τον καλύτερο προπονητή που είχε ποτέ. Ο μεγάλος Ιταλός τεχνικός έλεγε κι αυτός τα καλύτερα για τον διεθνή λίμπερο, αν και είχε ένα παράπονο. Δεν υπάκουε ποτέ στην προτροπή του να γίνει… πιο σκληρός την ώρα του αγώνα, γι’ αυτό του είχε κολλήσει το προσωνύμιο «ο ηγέτης με το ράσο».

Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό στο οποίο ο «Τραπ» του ζήτησε να ρίξει «σκαριά» σε έναν αντίπαλο για να του κόψει τον τσαμπουκά. Ο Σιρέα, όμως, γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του και του είπε απλά: «Δεν μπορώ να το κάνω». Μια άλλη φορά, ο λίμπερο της Γιουβέντους είχε καταφέρει να σταματήσει έναν καυγά που ξέσπασε σε ένα ματς με τη Φιορεντίνα φωνάζοντας απλά σε συμπαίκτες και αντιπάλους: «Δεν ντρέπεστε; Οι γυναίκες σας, τα παιδιά σας κι όλος ο κόσμος στην κερκίδα σας κοιτούν να τσακώνεστε».

Παρών σε τρία Μουντιάλ

Ο τρίτος προπονητής που σημάδεψε την καριέρα του Σιρέα ήταν φυσικά ο Έντσο Μπεαρτζότ. Χαρακτήριζε την ανθρωπιά του και τη δικαιοσύνη με την οποία αντιμετώπιζε τους παίκτες του ως τον βασικό λόγο των επιτυχιών της Εθνικής Ιταλίας, κορυφαία στιγμή της οποίας ήταν φυσικά η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982.

Είναι γνωστή (και από την περιγραφή του Γιάννη Διακογιάννη, που πρόφερε με τον σωστό τρόπο το όνομά του) η συμμετοχή του διεθνή λίμπερο στο γκολ του Μάρκο Ταρντέλι που σφράγισε τη νίκη επί της Δυτικής Γερμανίας στον τελικό. Συνολικά, όμως, η παρουσία του στο κέντρο της άμυνας λειτούργησε υποδειγματικά για τους «ατζούρι», αφού αποτέλεσε αντίβαρο στο σκληρό παιχνίδι που επιστράτευσε σε όλους σχεδόν τους αγώνες ο Κλαούντιο Τζεντίλε.

Ο Σιρέα είχε ξεχωρίσει από το Μουντιάλ του 1978, όπου η Ιταλία κατέλαβε την τέταρτη θέση και ήταν παρών ως αρχηγός της και στην υπεράσπιση του τίτλου, το 1986. Δεν μπόρεσε να βρει λύσεις απέναντι στον Ντιέγκο Μαραντόνα και τον συμπαίκτη του στη Γιουβέντους, Μισέλ Πλατινί, όμως ήταν ο τελευταίος που έφταιγε για τον πρόωρο αποκλεισμό της ανανεωμένης ομάδες που κατέβασε ο Μπεαρτζότ στο Μεξικό.

Κατά έναν περίεργο τρόπο ο περίφημος λίμπερο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος και με την Ελλάδα. Εναντίον της πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τα εθνικά χρώματα, σε ένα φιλικό στη Φλωρεντία στις 30 Δεκεμβρίου 1975 (3-2). Εναντίον της ήταν και ένα από τα δύο γκολ που σημείωσε στις 78 συμμετοχές του με τη Σκουάντρα Ατζούρα: στη νίκη με 2-0 στη Λεωφόρο στις 6 Δεκεμβρίου 1980 (για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ισπανίας) με μια ατομική ενέργεια ενδεικτική της τεράστιας κλάσης του. Στην Αθήνα, βέβαια, βίωσε και την πίκρα της απώλειας του Κυπέλλου Πρωταθλητριών από το Αμβούργο, το 1983.

Θα είχε γίνει εύκολα προπονητής

Με το που κρέμασε τα παπούτσια του ο Σιρέα παρέμεινε στη Γιουβέντους ως συνεργάτης του Τζοφ, που είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία. Με αυτήν την ιδιότητα πήγε στην Πολωνία προκειμένου να «κατασκοπεύσει» την προσεχή αντίπαλο στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, την Γκόρνικ Ζάμπζε, και ήταν γραφτό να χάσει τη ζωή του σε ηλικία μόλις 36 ετών στις 3 Σεπτεμβρίου 1989.

Η μετωπική σύγκρουση του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε με ένα φορτηγό που κουβαλούσε εύφλεκτο υλικό λίγο έξω απ’ την πόλη Μπαμπσκ, είχε ως συνέπεια να ακολουθήσει έκρηξη που σκότωσε ακαραία τον παλαίμαχο Ιταλό αμυντικό και τους άλλους δύο επιβάτες του αυτοκινήτου. Το γεγονός ότι την ίδια μέρα είχε γίνει γνωστός και ο θάνατος του παλαίμαχου Πολωνού διεθνή, Καζίμιεζ Ντέινα, σε τροχαίο στο Σαν Ντιέγκο (που είχε σημειωθεί την 1η Σεπτεμβρίου), έκανε ακόμα πιο βαρύ το κλίμα σε όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο.

Κανείς στην Ιταλία δεν έχει τον χαρισματικό λίμπερο της Γιουβέντους και της εθνικής ομάδας, ο οποίος πιθανότατα θα είχε εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικό προπονητή. Η ικανότητά του να «διαβάζει» το παιχνίδι ως ποδοσφαιριστής ήταν σπάνια και όσοι τον έζησαν συμφωνούν ότι είχε μπροστά του λαμπρό μέλλον στους πάγκους – αν και είναι ένα ερώτημα αν θα τα έβγαζε πέρα λόγω του υπερβολικά ευγενικού χαρακτήρα του.

Η «Γιούβε» τιμά τη μνήμη του κάθε 3η Σεπτεμβρίου με αναρτήσεις στα social media, ενώ έχει δώσει το όνομά του και στη νότια κερκίδα του γηπέδου της (κάτι που είχε κάνει και στην παλιά της έδρα, το «Ντέλε Άλπι», το οποίο είχε χτιστεί το 1990 στη θέση του παλιού «Κομουνάλε»).

Πηγές: www.tuttosport.com («Scirea, “Angelo piovuto dal cielo” che il calcio deve onorare sempre»), www.ilfattoquotidiano.it («Gaetano Scirea, a 30 anni dalla morte rimane l’esempio di “Gai”: il campione buono che non riusciva a far fallo “apposta”»), www.comune.cinisello-balsamo.mi.it («Gaetano Scirea»), www.ilfoglio.it («Gaetano Scirea»), www.trecani.it («Gaetano Scirea»), www.transfermarkt.com («Gaetano Scirea»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 3 Σεπτεμβρίου

2022: Στον τελευταίο αγώνα της τεράστιας καριέρας της (23 τίτλοι γκραν σλαμ) η Σερένα Γουίλιαμς ηττάται με 2-1 σετ από την Άιλα Τομλιάνοβιτς για τον 3ο γύρο του US Open.

2012: Τρία χάλκινα μετάλλια πανηγυρίζει η Ελλάδα στην κολύμβηση των Παραολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου. Τα κατακτούν ο Χαράλαμπος Ταϊγανίδης (100 μέτρα ύπτιο S13), η Αλεξάνδρα Δήμογλου (400 μέτρα ελεύθερο T13) και ο Αριστείδης Μακροδημήτρης (100 μέτρα ελεύθερο S2).

2011: Μετά την ακύρωσή του στον τελικό των 100 μ. του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος της Νταεγκού, ο Γιουσέιν Μπολτ επιστρέφει δυναμικά στα 200 μ. και κερδίζει το χρυσό μετάλλιο με χρόνο 19.40. Δεύτερος τερματίζει ο Αμερικανός Γουόλτερ Ντιξ (19.70) και τρίτος ο Γάλλος Κριστόφ Λεμέτρ (19.80).

2006: Ο διάσημος Αμερικανός τενίστας, Αντρέ Άγκασι, ανακοινώνει την απόσυρσή του από το επαγγελματικό τένις ύστερα από την ήττα του από τον Γερμανό Μπένιαμιν Μπέκερ με 3-1 σετ (5-7, 7-6, 4-6, 5-7) για τον 3ο γύρο του US Open.

2006: Η Ελλάδα αρκείται στο ασημένιο μετάλλιο στο Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας, μια και στον τελικό γνωρίζει τη συντριβή από την Ισπανία με 70-47.

2005: Ο Βασίλης Πολύμερος κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο σκιφ ελαφρών βαρών στο παγκόσμιο πρωτάθλημα κωπηλασίας που διεξάγεται στην Ιαπωνία.

2003: Ο Ροναλντίνιο πετυχαίνει το πρώτο, εντυπωσιακό γκολ του με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα στο ισόπαλο παιχνίδι με τη Σεβίλλη στο «Καμπ Νου» (1-1).

2001: Ο Κώστας Πετρόπουλος παραιτείται από την τεχνική ηγεσία της Εθνικής Ελλάδος μετά τον αποκλεισμό από την Γερμανία (75-80) στον αγώνα πλέι οφ για την πρόκριση στην προημιτελική του Ευρωμπάσκετ της Τουρκίας.

2000: Η Ελλάδα κατακτά την πρώτη θέση στο τουρνουά μπάσκετ «Ακρόπολις» νικώντας στον τελικό την Ρωσία με 69-65. Πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης ανακηρύσσεται ο Δημήτρης Παπανικολάου.

1994: Ο Πορτορικανός πυγμάχος των υπερελαφρών βαρών, Ντάνιελ Χιμένεθ, χρειάζεται μόλις 17 δευτερόλεπτα για να βγάλει νοκ άουτ τον Αυστριακό Χάραλντ Γκάιερ και σημειώνει το πιο γρήγορο νοκ άουτ σε αγώνα για τον παγκόσμιο τίτλο. Το ρεκόρ θα σπάσει στις 18 Νοεμβρίου 2017 ο Νοτιοαφρικανός Ζολάνι Τέτε, όταν θα βγάλει νοκ άουτ τον συμπατριώτη του Σιμπονίσο Γκόνια σε 11 δευτερόλεπτα.

1994: Πεθαίνει σε ηλικία 70 ετών από καρκίνο του στομάχου ο Μπίλι Ράιτ, παλαίμαχος μέσος της Γουλβς (541 συμμετοχές, 19 γκολ) και της Εθνικής Αγγλίας (105 συμμετοχές, 3 γκολ).

1987: Η Ανατολικογερμανίδα Σίλκε Γκλάντις κάνει το νταμπλ στα σπριντ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ρώμης, μια και κερδίζει το χρυσό μετάλλιο και στα 200 μ. (με χρόνο 21.74) τέσσερις ημέρες μετά από εκείνο στα 100 μ. Στα 400 μ. των ανδρών νικητής αναδεικνύεται ο συμπατριώτης της, Τόμας Σένλεμπε, με νέο ρεκόρ Ευρώπης (44.33).

1978: Ο Μίμης Δομάζος κάνει το επίσημο ντεμπούτο του με τη φανέλα της ΑΕΚ και την οδηγεί στην εκτός έδρας νίκη με 2-0 επί του Αιγάλεω, για την 1η αγωνιστική της Α’ Εθνικής.

1978: Στην τελευταία ημέρα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Πράγας ξεχωρίζει η νίκη του Γιουγκοσλάβου Μίλος Σρέγιοβιτς στο τριπλούν, με ένα εκατοστό διαφορά επί του Σοβιετικού, τρεις φορές χρυσού ολυμπιονίκη, Βίκτορ Σανέγεφ (16.94 έναντι 16.93 μ.).

1974: Ο σούπερ σταρ του ΝΒΑ, Όσκαρ Ρόμπερτσον, αποχωρεί από τη δράση με 26.710 πόντους 9.887 ασίστ και 7.804 ριμπάουντ σε 1.040 αγώνες με τις φανέλες των Σινσινάτι Ρόγιαλς (1960-70) και των Μιλγουόκι Μπακς (1970-74).

1972: Ο Μαρκ Σπιτς φτάνει τα έξι χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου, με τη νίκη του στον τελικό των 100 μέτρων ελεύθερο με 51.22 (παγκόσμιο ρεκόρ).

1972: Αν και έχει πτώση στο ξεκίνημα του τελικού των 5.000 μ. των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου, ο Φινλανδός Λάσε Βίρεν καταφέρνει να τερματίσει πρώτος με 13:26.4 έναντι 13:27.4 του Τυνήσιου Μοχάμεντ Γκαμούντι και 13:27.6 του Βρετανού Ίαν Στιούαρτ. Στον ακοντισμό, ο Δυτικογερμανός Κλάους Βόλφερμαν κερδίζει το χρυσό μετάλλιο με διαφορά μόλις δύο εκατοστών από τον Σοβιετικό Γιάνις Λούσις (90.48 έναντι 90.46 μ.).

1967: Πεθαίνει σε ηλικία 74 ετών ο Αμερικάνος γκόλφερ Φράνσις Ουιμέτ. Θεωρείται ως ο άνθρωπος που έφερε στις ΗΠΑ το γκολφ, στο οποίο μέχρι τότε κυριαρχούσαν οι Βρετανοί.

1966: Ο Βρετανός Τζίμ Χόγκαν κερδίζει τον Μαραθώνιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης με χρόνο 2 ώρες 20:04.6

1964: Πεθαίνει σε ηλικία 66 ετών ο Δημητρός Καραμπάτης, πολυσύνθετος αθλητής του Πανιωνίου και εν ενεργεία πρόεδρός του από το 1936. Υπήρξε παγκόσμιος ρέκορντμαν στην ελληνική δισκοβολία (38.94 μ.), βαλκανιονίκης σε πολλά αγωνίσματα, ενώ μετείχε σε τρεις Ολυμπιακούς Αγώνες (1920, 1924, 1928). Το 1925 η διάσημη Σμυρνιά φωτογράφος Έλλη Σουγιουλτζόγλου (Nelly’s) τον απαθανάτισε σε μία ιστορική σειρά με τίτλο «Σπουδή ενός άνδρα στην Ακρόπολη».

1960: Ο Ιταλός Λίβιο Μπερούτι γίνεται ο πρώτος χρυσός ολυμπιονίκης των 200 μ. που δεν κατάγεται από τη Βόρειο Αμερική, όταν κερδίζει το αγώνισμα στη Ρώμη ισοφαρίζοντας το παγκόσμιο ρεκόρ (20.5).

1950: Ο Ιταλός Νίνο Φαρίνα κερδίζει το πρώτο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula 1, με τη νίκη του στο γκραν πρι της Μόντσα.

1938: Στην πρεμιέρα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του Παρισιού ο Ολλανδός σπρίντερ Τίνους Όσενταρπ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα 100 μ. με 10.5, αφήνοντας πίσω του τον Ιταλό Οράτσιο Μαριάνι και τον Σουηδό Λεναρτ Στράντμπεργκ (αμφότεροι με 10.6).

1938: Η ΔΟΕ αναθέτει στο Ελσίνκι τη διοργάνωση των 12ων Ολυμπιακών Αγώνων του 1940, ύστερα από την παραίτηση του Τόκιο λόγω του Β’ Σινοϊαπωνικού Πολέμου. Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα προκαλέσει τη ματαίωση των αγώνων, τον Δεκέμβριο του 1939.

1935: Ο σερ Μάλκομ Κάμπελ γίνεται ο πρώτος οδηγός που πιάνει ταχύτητα μεγαλύτερη των 300 μιλίων την ώρα (301,129) με μία Bluebird, στο Μπόνβιλ Σολτ Φλατς της Γιούτα.

1923: Η κολυμβήτρια Γκέρτρουντ Έντερλι σημειώνει επτά παγκόσμια ρεκόρ ΗΠΑ μέσα σε ένα απόγευμα.

1921: Δημιουργείται η πρώτη λίγκα του μπόουλινγκ στις ΗΠΑ.

1904: Ο Περικλής Κακούσης κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών με δύο χέρια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεντ Λούις, μια και σηκώνει 111.70 κιλά.

1904: Ο 26χρονος αθλητής του Πανελληνίου, Νικόλαος Γεωργαντάς, κερδίζει το χάλκινο μετάλλιο στη δισκοβολία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεντ Λούις με βολή στα 37.68 μ. Το χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμα κρίνεται για πρώτη φορά στα χρονικά σε μπαράζ, αφού οι Αμερικανοί Μάρτιν Σέρινταν και Ραλφ Ρόουζ ρίχνουν αμφότεροι τον δίσκο τους στα 39.28 μ. Στην πρόσθετη βολή επικρατεί ο Σέρινταν (38.97 μ. έναντι 36.74 μ.).

1892: Η Νιούτον Χιθ, πρόγονος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, δίνει τον πρώτο της αγώνα εναντίον της Blackburn Rovers στο Έντγουντ Παρκ και χάνει με 3-4.

1881: Ο Ρίτσαρντ Σίαρς κερδίζει το πρώτο εθνικό πρωτάθλημα των ΗΠΑ στο τένις (ο προάγγελος του σημερινού US Open) νικώντας στον τελικό τον Γουίλιαμ Γκλιν με 3-0 σετ (6-0, 6-3, 6-2).

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News