Σαν Σήμερα - Σεργκέι Λιτβίνοφ: Ο «αιώνιος» αντίπαλος του Σέντιχ που κέρδισε την τελευταία μάχη στη Σεούλ

Ο μοναδικός σφυροβόλος που μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια τον μεγάλο Γιούρι Σέντιχ ήταν ο Σεργκέι Λιτβίνοφ, ο οποίος στις 26 Σεπτεμβρίου 1988 κέρδισε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο που έλειπε απ’ τη συλλογή του, μ’ ένα ρεκόρ που αντέχει ακόμη.

Ένα από τα πολλά must για τους φίλους του στίβου σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, ήταν η σφυροβολία, η οποία ήταν τότε μόνο ανδρικό αγώνισμα.

Από τη μια υπήρχε ο Γιούρι Σέντιχ, ο Σοβιετικός που αποτελούσε το αδιαφιλονίκητο Νο 1 στον κόσμο από το 1976 που κέρδισε το πρώτο του χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο Μόντρεαλ. Κι από την άλλη ο συμπατριώτης του Σεργκέι Λιτβίνοφ, ο οποίος έκανε τη δυναμική του εμφάνιση στο προσκήνιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1980 στη Μόσχα κι ήταν από τότε ο μοναδικός που όχι μόνο τον κοίταζε στα μάτια, αλλά τον νίκησε κιόλας αρκετές φορές.

Αυτό πέτυχε και στις 26 Σεπτεμβρίου 1988. Νίκησε τον «αιώνιο» αντίπαλό του στη Σεούλ και κέρδισε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο που έλειπε από τη συλλογή του. Ήταν το μεγάλο του απωθημένο, μια και το 1980 το είχε χάσει από καθαρά δικό του σφάλμα και το 1984 εξαιτίας της απόφασης της ηγεσίας της Σοβιετικής Ένωσης να κάνει μποϊκοτάζ στους αγώνες του Λος Άντζελες, ως αντίποινα για την αντίστοιχη πράξη των «δυτικών» τέσσερα χρόνια νωρίτερα.

Αν και ο κόσμος τον μνημονεύει ακόμα ως τον Νο 2, κάτι που αποτυπώνεται και στη λίστα με τις κορυφαίες επιδόσεις όλων των εποχών, ο Λιτβίνοφ μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι υπήρξαν φορές που ήταν ανώτερος του Σέντιχ – με τον οποίο διατηρούσε φιλική σχέση και είχαν υγιή ανταγωνισμό. Η νίκη στη Σεούλ στην τελευταία μεταξύ τους κόντρα ήταν αναμφίβολα η πιο σπουδαία και η πιο πειστική, συνολικά όμως η καριέρα του ήταν αξιοζήλευτη.

Το ίδιο σπουδαία ήταν και η στάση ζωής που ακολούθησε ώστε να μη λείψει τίποτε από την πολύτεκνη οικογένειά του, μια και ο αθλητισμός δεν του απέφερε οικονομικά οφέλη.

Η ασθένεια που απείλησε τη συμμετοχή του

Ο Λιτβίνοφ ήταν 30 ετών όταν διεξήχθησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Σεούλ και τους έβλεπε ως την τελευταία του ευκαιρία για την εκπλήρωση του απόλυτου στόχου. Αν και είχε κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1987 στη Ρώμη (απόντος του τραυματία Σέντιχ), είχε ταλαιπωρηθεί νωρίτερα το 1988 από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που είχε απειλήσει ακόμα και τη συμμετοχή του στην κορυφαία διοργάνωση.

Κάποια στιγμή ο Ρώσος σφυροβόλος είχε χάσει δεκαπέντε κιλά και παρουσίαζε έντονη αδυναμία, με συνέπεια να μην μπορεί να προπονηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι γιατροί άργησαν να διαγνώσουν ότι το πρόβλημα ήταν αιματολογικό κι όταν ο Λιτβίνοφ αποθεραπεύτηκε πλήρως απέμεναν μόνο μερικές εβδομάδες για τη διεξαγωγή των αγώνων. Στον πρώτο του αγώνα έριξε τη σφύρα του μόλις στα 63 μ. και φαινόταν δύσκολο να προλάβει να καλύψει το χαμένο έδαφος.

Το αναπόφευκτο ντεφορμάρισμά του οδήγησε τους ιθύνοντες του αθλητισμού της Σοβιετικής Ένωσης να προτείνουν την αντικατάστασή τους με έναν από τους πολλούς αθλητές που περίμεναν στη σειρά και είχαν ικανότητες για μετάλλιο. Συνάντησαν όμως την αντίδραση του εθνικού προπονητή, του χρυσού ολυμπιονίκη του 1972 Ανατόλι Μπονταρτσούκ. O οποίος αν και δούλευε περισσότερο με τον Σέντιχ και τον Νο 3 σφυροβόλο της χώρας, τον Εσθονό Γιούρι Ταμ, ζήτησε από τους επιτελείς να του δώσουν μια ευκαιρία.

Το αίτημά του έγινε αποδεκτό αλλά υπό έναν όρο. Να ξεπεράσει ο Λιτβίνοφ το όριο των 83 μ. σε έναν αγώνα στο Βλαδιβοστόκ στις 14 Σεπτεμβρίου (μόλις έντεκα ημέρες πριν από τον προκριματικό της Σεούλ), ώστε να αποδείξει ότι ήταν σε θέση να διεκδικήσει μια θέση στο βάθρο. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής είχε στο μεταξύ δουλέψει πολύ σκληρά και είχε πλησιάσει τις καλές του επιδόσεις, όμως και πάλι το τεστ δεν ήταν εύκολο. Με κορυφαία βολή, ωστόσο, στα 83.62 μ. κέρδισε με το σπαθί του τη θέση στην ολυμπιακή ομάδα.

Με ολυμπιακό ρεκόρ που αντέχει ακόμα

Το δεύτερο στοίχημα ήταν ακόμα πιο δύσκολo. Πώς θα νικούσε τον Σέντιχ, ο οποίος στην τελευταία τους αναμέτρηση στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1986 στη Στουτγάρδη τον είχε νικήσει σημειώνοντας παγκόσμιο ρεκόρ (86.74 μ.) που αντέχει μέχρι σήμερα; 

Η καλύτερη βολή του Λιτβίνοφ εκείνη τη μέρα ήταν στα 85.74 μ., δηλαδή ένα ολόκληρο μέτρο πιο κάτω, αλλά και πάλι πολύ καλύτερη από όσες χάρισαν χρυσά μετάλλια ακόμα και σε πολύ μεταγενέστερες διοργανώσεις. Ο Ρώσος σφυροβόλος γνώριζε καλά ότι δεν επιτρεπόταν το παραμικρό λάθος. Δεν ήθελε να την πατήσει όπως το 1980, όταν ύστερα από τον επιτυχημένο προκριματικό υπέβαλε τον εαυτό του σ’ ένα απαιτητικό πρόγραμμα προπόνησης και κατέβηκε εξαντλημένος στον τελικό, με συνέπεια να μείνει δεύτερος με 80.64 μ. – ο Σέντιχ νίκησε με 81.80 μ. που ήταν τότε παγκόσμιο ρεκόρ.

Περίμενε οκτώ χρόνια αυτήν την ευκαιρία κι είχε ρυθμίσει τα πάντα στην εντέλεια. Από την ώρα της πτήσης προς τη Σεούλ και την εξασφάλιση καλής θέσης στο αεροπλάνο, έως και τη μετάβαση με ιδιωτικό αυτοκίνητο στο στάδιο αρκετή ώρα πριν από τον τελικό. Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια αποδείχθηκε σημαντική, μια και το λεωφορείο των διοργανωτών που επέλεξε να περιμένει ο Σέντιχ άργησε αδικαιολόγητα. Ο παγκόσμιος ρέκορντμαν έφτασε την ύστατη στιγμή στον προορισμό του και δεν πρόλαβε καλά-καλά να κάνει προθέρμανση.

Από την πρώτη κιόλας προσπάθεια ο Λιτβίνοφ έδειξε τις διαθέσεις του, μια και με 84.76 μ. βελτίωσε το ολυμπιακό ρεκόρ. Ο Σέντιχ απάντησε με τρεις βολές πάνω από τα 83 μ. (83.62 και δύο φορές 83.44 μ.) όμως σε όλες ο αντίπαλός του έριξε τη σφύρα του πιο μακριά (83.82, 83.86 και 83.98 μ.). Στην πέμπτη ο Λιτβίνοφ βελτίωσε κι άλλο το ολυμπιακό ρεκόρ με 84.80 μ. και έκοψε οριστικά τον βήχα του αντιπάλου του, ο οποίος βελτίωσε ελάχιστα την επίδοσή του στην τελευταία προσπάθεια (83.76 μ.) και δεν πλησίασε το χρυσό μετάλλιο.

Ο νέος ολυμπιονίκης κατάφερε να ξεπεράσει τον Σέντιχ ακόμα και στην τελευταία βολή (83.80 μ.), ώστε να μην αφήσει κανέναν να αμφιβάλλει ότι ήταν ο καλύτερος εκείνη τη μέρα. Το αξιοσημείωτο είναι ότι το 84.80 μ. παραμένει ακλόνητο ως ολυμπιακό ρεκόρ (μόνο ο Ίθαν Κάτσμπεργκ το πλησίασε κάπως το 2024 στο Παρίσι, όπου νίκησε με 84.12 μ.) και είναι το δεύτερο αρχαιότερο στον στίβο ανδρών μετά το μυθικό 8.90 μ. του Μπομπ Μπίμον στο μήκος, το 1968!

Το «όπλο» του ήταν η ταχύτητα

Ο Λιτβίνοφ γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1958 στο χωριό Τσουκέροβα-Μπάλκα, στο Κρασνοντάρ και δεν ήταν από μικρός… ταγμένος στη σφυροβολία. Το πρώτο άθλημα που τον συνάρπασε ήταν η ελληνορωμαϊκή πάλη με την οποία ασχολήθηκε ως μέλος της ΣΚΑ Ροστόφ. Όμως, ο προπονητής στίβου του συλλόγου, Ίγκορ Τιμάσκοφ, έτυχε να τον δει σε κάποιους αγώνες και διέκρινε στις κινήσεις του τα χαρακτηριστικά ενός καλού ρίπτη.

Στην πρώτη του δοκιμή με μια σφαίρα για νέους αθλητές (ελαφρύτερη των πέντε κιλών) ο ξανθομάλλης Ρώσος την έριξε χωρίς καμία τεχνική στα 12 μέτρα. Και πάλι, όμως, δεν δεχόταν να αλλάξει άθλημα επειδή του άρεσε η παρέα με τους συναθλητές του, μέχρι που και ο προπονητής του στην πάλη, Βλαντίμιρ Τάσκεβιτς, τον έπεισε ήταν προς όφελός του να ασχοληθεί με τις ρίψεις. Ο Λιτβίνοφ είχε ασχοληθεί ενδιάμεσα και με τα 100 μ. (είχε ρεκόρ 11.2) και το ύψος (πρότυπό του ήταν ο Βαλέρι Μπρούμελ), αλλά κατέληξε στη σφυροβολία όπου πολύ γρήγορα ξεχώρισε.

Το 1976 σημείωσε παγκόσμιο ρεκόρ εφήβων στη Δρέσδη (76.98 μ.) και το 1977 κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Νέων στο Ντόνετσκ. Τον νίκησε ο Ανατολικογερμανός Ρόλαντ Στόικ, ο οποίος είχε πιο γρήγορη εξέλιξη (κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο πίσω από τον Σέντιχ στο Ευρωπαϊκό Ανδρών του 1978), αλλά στη συνέχεια δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί τον Λιτβίνοφ, ο οποίος μετά τη νίκη του στην Σπαρτακιάδα των Λαών του 1979 με επίδοση 77.08 μ., ήταν έτοιμος για μεγάλα πράγματα.

Ο Μπονταρτσούκ έπαιξε και τότε καθοριστικό ρόλο στην καριέρα του, μια και ήταν ο πρώτος που τον πίστεψε και τον έστειλε σε διεθνείς αγώνες όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο του Μόντρεαλ (όπου κέρδισε την πρώτη θέση με 78.70 μ.). Το μεγάλο μυστικό του Λιτβίνοφ ήταν η εξαιρετική τεχνική του, η οποία αντιστάθμιζε το μειονέκτημα ότι δεν ήταν ψηλός για σφυρoβόλος (1,80 μ. έναντι 1,85 μ. του Σέντιχ, ενώ ο Ταμ και ο τέταρτος της παρέας, Ίγκορ Νικούλιν, έβλεπαν τον κόσμο από το 1,91 μ.).

Χάρη στα ταχύτατα πόδια του, ο ξανθομάλλης αθλητής πετύχαινε εξαιρετικά γρήγορη περιστροφή μέσα στη βαλβίδα. Παράλληλα, είχε την ικανότητα να τοποθετεί το σώμα του με τέτοιο τρόπο ώστε να μεταφέρει τη μέγιστη δυνατή ενέργεια στη σφύρα, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο και την ισορροπία του. Με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε την εκρηκτικότητα που έκανε τη διαφορά στην τελική επιτάχυνση, ενώ ταυτόχρονα είχε εντυπωσιακή συνέπεια στις προσπάθειές του, οι οποίες σπάνια έβγαιναν άκυρες.

Έπαιζαν… πινγκ πονγκ με το παγκόσμιο ρεκόρ

Στις 24 Μαΐου 1980 ο Λιτβίνοφ κατέρριψε για πρώτη φορά το παγκόσμιο ρεκόρ με 81.66 μ., γι’ αυτό και είχε βλέψεις για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας – το οποίο έχασε με τον τρόπο που προαναφέραμε. Κάτι αντίστοιχο έπαθε και το 1982. Στις 4 Ιουνίου ανέβασε το παγκόσμιο ρεκόρ στα 83.98 μ., όμως στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Αθήνας, τρεις μήνες αργότερα, δεν βρέθηκε στην ίδια καλή κατάσταση και είδε την πλάτη όχι μόνο του Σέντιχ αλλά και του Νικούλιν. Τουλάχιστον κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο.

Η πρώτη εξιλέωση ήρθε το 1983, στο πρώτο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Ελσίνκι. Ο Λιτβίνοφ είχε βελτιώσει και πάλι το παγκόσμιο ρεκόρ νωρίτερα στη σεζόν (84.14 μ.), αυτήν τη φορά όμως κέρδισε και τον μεγάλο αγώνα με 82.68 μ. από την πρώτη προσπάθεια. Τότε δεν κατάφερε να έχει και τις έξι βολές καλύτερες από την κορυφαία του Σέντιχ, είχε γίνει όμως ο πρώτος αθλητής που είχε αμφισβητήσει ευθέως τον μύθο του. Γι’ αυτό η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη όταν η Σοβιετική Ένωση ανακοίνωσε το μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς του 1984.

Για ένα μεγάλο διάστημα, μάλιστα, ο Λιτβίνοφ σταμάτησε τις προπονήσεις και πήρε μέρος σε ελάχιστους αγώνες το 1985, ξαναβρήκε όμως τη φόρμα του το 1986, οπότε και ανέβασε το ατομικό του ρεκόρ στα 86.04 μ. Δεν ήταν πια παγκόσμιο, μια και ο Σέντιχ το είχε εκτοξεύσει δύο χρόνια νωρίτερα στα 86.34 μ. και το βελτίωσε κι άλλο στο Ευρωπαϊκό της Στουτγάρδης, όπου ανέκτησε τα πρωτεία με τον πλέον πειστικό τρόπο.

Το 1987 η νίκη για τον Λιτβίνοφ στο Παγκόσμιο της Ρώμης ήταν εκ των ων ουκ άνευ απ’ τη στιγμή που ο Σέντιχ δεν κατέβηκε λόγω τραυματισμού και την πήρε με χαρακτηριστική άνεση (83.06 μ. έναντι 80.84 μ. του δεύτερου Ταμ). Το 1988 έζησε και την απόλυτη δικαίωση με το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στη Σεούλ, το οποίο όμως αποδείχθηκε και ο τελευταίος «χορός» του. Ο ξανθομάλλης σφυροβόλος άδειασε από κίνητρο, ενώ έβγαλε και αρκετούς τραυματισμούς από τη συσσωρευμένη καταπόνηση ετών στο κορμί του.

Δεν συμμετείχε σε κανέναν αγώνα το 1989 κι έμεινε μακριά από τις καλές επιδόσεις και το 1990. Δούλεψε σκληρά με ορίζοντα τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς του 1992, αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει θέση στην Ενωμένη Ομάδα που αντιπροσώπευσε τη Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε στο μεταξύ διαλυθεί. Δεν το έβαλε και κάτω και το 1993 πήρε μέρος στο Παγκόσμιο της Στουτγάρδης όπου κατετάγη έβδομος και αποφάσισε να προετοιμαστεί για τους Ολυμπιακούς του 1996, ενώ στο μεταξύ η σύζυγος και τα τέσσερα παιδιά τους είχαν μεταναστεύσει στη Γερμανία. Μόνο όταν είδε ότι αποτύγχανε διαρκώς να ξεπεράσει τα 65 μ. αποφάσισε να τα παρατήσει.

Υιοθέτησε τρία παιδιά και πέθανε νωρίς

Οι φίλοι του στίβου γνωρίζουν τον βιολογικό γιο του Λιτβίνοφ, ο οποίος ονομάζεται κι εκείνος Σεργκέι και έγινε κι εκείνος σφυροβόλος. Κέρδισε μάλιστα το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2014, το οποίο όμως του αφαιρέθηκε μερικά χρόνια αργότερα, όταν αποκαλύφθηκε ότι έκανε συστηματική χρήση απαγορευμένων ουσιών.

Αντίστοιχες φήμες αιωρούνταν και για τον πατέρα του ύστερα από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τις αποκαλύψεις για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η αθλητική της βιομηχανία. Πάντως, ο πρώην επικεφαλής του εργαστηρίου αντι-ντόπινγκ της Μόσχας, Γριγκόρι Ροντσένκοφ, δεν ανέφερε το όνομα του Λιτβίνοφ στο βιβλίο του «The Rodchenkov Affair», όπου κατονόμασε τον Σέντιχ ως χρήστη βαριών αναβολικών. Σε συνέντευξή του το 2016, ο χρυσός ολυμπιονίκης του 1988 αρνήθηκε ότι έκανε ποτέ κάτι αντίστοιχο, αν και δήλωσε ότι «το ντόπινγκ υπήρχε πάντα».

Ο θάνατος του από ανακοπή καρδιάς στις 19 Φεβρουαρίου 2018, σε ηλικία μόλις 60 ετών, την ώρα που επέστρεφε με το ποδήλατο στο σπίτι όπου διέμενε στο Σότσι, προκάλεσε αναπόφευκτους συνειρμούς. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι ο Λιτβίνοφ είχε υποστεί ένα σοβαρό έμφραγμα το 2006 και, σύμφωνα με τον γιο του (από συνέντευξη του οποίου στο matchtv.ru» προέρχονται οι περισσότερες πληροφορίες του παρόντος αφιερώματος) το γεγονός ότι έζησε άλλα δώδεκα χρόνια ήταν κόντρα στις εκτιμήσεις των γιατρών του.

Ο Λιτβίνοφ με την πρώτη σύζυγό του και τα τέσσερα παιδιά τους το 1988, όταν στέφθηκε χρυσός ολυμπιονίκης στη Σεούλ (Πηγή: matcroomtv.ru – από το προσωπικό αρχείο του Σεργκέι Λιτβίνοφ του νεότερου).

Ο Λιτβίνοφ τζούνιορ τόνισε κι άλλες πτυχές του χαρακτήρα του πατέρα του, με πιο σημαντικό γεγονός την απόφασή του να υιοθετήσει τρία ορφανά παιδιά. Το πρώτο ήταν ένα κορίτσι το 1984, όταν αδυνατούσαν να αποκτήσουν παιδί με φυσικό τρόπο με τη σύζυγό του και τα άλλα δύο προέκυψαν το 1987. Το ίδρυμα τους είχε ενημερώσει αρχικά για ένα μωρό, αλλά ο σφυροβόλος επέστρεψε στο σπίτι με δύο, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Αργότερα το ζευγάρι χώρισε κι ο σφυροβόλος έκανε και δεύτερο γάμο, απ’ τον οποίο απέκτησε άλλες δύο κόρες.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι ο αν και φτασμένος ολυμπιονίκης, ο Λιτβίνοφ δούλεψε ως εργάτης σε εργοστάσιο όταν μετανάστευσε στη Βρέμη στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Επέλεξε μάλιστα τη νυχτερινή βάρδια ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί τον μικρό Σεργκέι, ο οποίος είχε αρχίσει την ενασχόλησή του με το τζούντο (προτού στραφεί στη σφύρα). Πέρασε καιρός για να μάθουν οι Γερμανοί συνάδελφοί του ποιος ήταν και να διαδώσουν την παρουσία του, με συνέπεια να δεχθεί κρούσεις για να εργαστεί ως προπονητής.

Τελικά ο Λιτβίνοφ επέστρεψε στη Ρωσία, όπου εργάστηκε ως προπονητής μέχρι και την τελευταία ημέρα της ζωής του. Από τον Ιούλιο του 2021 φέρει το όνομά του το παλιό στάδιο του Ροστόφ, στο οποίο είχε περάσει πολλές ώρες εξάσκησης κι ο ίδιος στα νιάτα του. Η απόφαση της τοπικής περιφέρειας, μάλιστα, στηρίχθηκε σε δημόσια ψηφοφορία στην οποία οι κάτοικοι της πόλης υπερψήφισαν σε συντριπτικό ποσοστό την πρόταση.

Πηγές: www.olympedia.org («Sergey Litvinov»), matchtv.ru («Усыновить троих детей, выиграть Олимпиаду, пойти работать на завод. Мужской путь Сергея Литвинова»), Περιοδικό «Athletics Weekly» (Vol. 34, No 28, July 12th 1980), worldathletics.org («Sergey Ltivinov», «Litvinov, former world and Olympic hammer champion, dies»), www.gulf-times.com («Father and son hammer throwers share Olympic pain»), championat-rostov.ru («Теперь официально: Стадиону “Труд” в Ростове присвоено имя олимпийского чемпиона Сергея Литвинова»), en.wikipedia.org («Sergei Litvinov», «Athletics at the 1980 Summer Olympics – Men’s Hammer» «Athletics at the 1988 Summer Olympics – Men’s Hammer», «1983 World Championships in Athletics», «1987 World Championships in Athletics»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 26 Σεπτεμβρίου

2021: Με κορυφαίο παίκτη και σκόρερ ενός τέρματος τον Ντιέγκο Μπίσεσβαρ, ο ΠΑΟΚ νικά με 2-0 την ΑΕΚ στην Τούμπα στο πρώτο ντέρμπι της σεζόν.

2004: Ο Χαράλαμπος Ταϊγανίδης κατακτά το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα ύπτιο της κατηγορίας S13 των Παραολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, με επίδοση 1:03.98. Το ασημένιο κερδίζει ο Κωνσταντίνος Φίκας στα 50 μέτρα ελεύθερο της κατηγορίας S8 με 27.54.

2001: Ο Παναθηναϊκός νικά με 1-0 την Άρσεναλ του Αρσέν Βενγκέρ και φτάνει τις τρεις νίκες σε ισάριθμους αγώνες στον όμιλο του Champions League. Το μοναδικό γκολ πετυχαίνει ο Γιώργος Καραγκούνης με κεφαλιά στο 24ο λεπτό.

2000: Ο Παναθηναϊκός νικά 1-0 στο Αμβούργο με γκολ του Γιώργου Νασιόπουλου για την 3η αγωνιστική του Champions League.

2000: Ο Κώστας Θάνος καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στην κατηγορία των 97 κ. της ελληνορωμαϊκής πάλης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ. Ο Καρδιτσιώτης αθλητής αγωνίζεται με ενέσεις λόγω τραυματισμού στα πλευρά και γνωρίζει την ήττα στον μικρό τελικό από τον Αμερικανό Γκάρετ Λόουνι με 3-1 στην παράταση.

2000: Ο Ιρανός Χοσεΐν Ρεζαζαντέχ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα +105 κ. των Ολυμπιακών Αγώνων του Σίδνεϊ με 472,5 κ. στο σύνολο. Δεύτερος κατατάσσεται ο Γερμανός ολυμπιονίκης του 1992 Ρόνι Βέλερ και τρίτος ο Ρώσος νικητής του 1996 Αντρέι Τσεμέρκιν.

1993: Ο Αλέν Προστ εξασφαλίζει τον τέταρτο παγκόσμιο τίτλο του στη Formula 1 με τη δεύτερη θέση που καταλαμβάνει στο γκραν πρι του Εστορίλ, πίσω από τον ομόσταυλό του στη Williams-Renault, Ντέιμον Χιλ. Μετά τον αγώνα ανακοινώνει ότι θα αποσυρθεί από τη δράση με την ολοκλήρωση της σεζόν.

1992: Διεξάγεται η 1η αγωνιστική της επαγγελματικής πλέον Α1 μπάσκετ. Ξεχωρίζει το ντεμπούτο του Νίκου Γκάλη με τη φανέλα του Παναθηναϊκού (71-64 το Παγκράτι στο Ματς) και η άνετη νίκη του Άρη επί της Λάρισας με 102-59, με πρωταγωνιστή τον πρώην ΝΒΑer Ρόι Τάρπλεϊ (26 π.).

1988: Αποκαλύπτεται ότι ο νικητής των 100 μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ, Μπεν Τζόνσον, είχε κάνει χρήση απαγορευμένων ουσιών. Η ΔΟΕ αφαιρεί το χρυσό μετάλλιο από τον Καναδό σπρίντερ, ακυρώνοντας παράλληλα το παγκόσμιο ρεκόρ που είχε σημειώσει (9.79) και ανακηρύσσει νικητή τον Αμερικανό Καρλ Λιούις, ο οποίος είχε τερματίσει δεύτερος με 9.92. Την ίδια ημέρα, ο Λιούις κερδίζει το χρυσό μετάλλιο και στο μήκος, με άλμα στα 8.72 μ.

1988: Ο Κενυάτης Πολ Έρενγκ κάνει την έκπληξη στον τελικό των 800 μ. των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, μια και με φοβερό φίνις νικά τον χρυσό ολυμπιονίκη του 1984, Ζόακιμ Κρουζ. Στα 110 μ. εμπ. νικητής αναδεικνύεται ο Αμερικανός Ρότζερ Κίνγκντομ με νέο ολυμπιακό ρεκόρ (12.98), ενώ ο Μαροκινός Μπραχίμ Μπουταγέμπ κερδίζει τα 10.000 μ. αφήνοντας δεύτερο τον Ιταλό Σαλβατόρε Αντίμπο (27:21.46 έναντι 27:23.55). Στον ακοντισμό των γυναικών το χρυσό κερδίζει η Ανατολικογερμανίδα Πέτρα Φέλκε με 74.68 μ. (ολυμπιακό ρεκόρ).

1987: Πεθαίνει σε ηλικία 79 ετών στο Γκρας Βάλεϊ της Καλιφόρνια η Καναδή Έθελ Κάδεργουντ, η πρώτη χρυσή ολυμπιονίκης στο άλμα εις ύψος (1928, Άμστερνταμ).

1982: Παγκόσμιο ρεκόρ στον ακοντισμό με 74.20 μ. σημειώνει η Σοφία Σακοράφα, κατά τη διάρκεια του Πανελληνίου Πρωταθλήματος στα Χανιά. Είναι η δεύτερη φορά στην ιστορία που ένας αθλητής ή μία αθλήτρια απ’ την Ελλάδα σημειώνει την κορυφαία επίδοση όλων των εποχών στον κόσμο μετά τον επικοντιστή Χρήστο Παπανικολάου το 1970.

1977: Το μπαράζ για τον τίτλο του πρωταθλητή στο πόλο ανάμεσα στον Εθνικό και τον Ολυμπιακό διακόπτεται λόγω συμπλοκής παικτών των δύο ομάδων. Ο διεθνής διαιτητής Λάκης Τσαντάς αποβάλλει τον Γούνα και τον Καπράλο του Ολυμπιακού και τον Σιταρένιο του Εθνικού. Οι «ερυθρόλευκοι» αντιδρούν στην απόφαση και αποχωρούν προβάλλοντας ως δικαιολογία τη διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας των παικτών τους και ο Εθνικός ανακηρύσσεται νικητής και πρωταθλητής Ελλάδας για 27η φορά.

1969: Δεκαεπτά ποδοσφαιριστές και τρεις συνοδοί της βολιβιανής ποδοσφαιρικής ομάδας Δε Στρόνγκεστ (The Strongest) χάνουν τη ζωή τους όταν το αεροπλάνο στο οποίο επιβαίνουν συντρίβεται στο όρος Τσοκετάνγκα, 176 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας Λα Παζ.

1956: Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ συντρίβει την Άντερλεχτ με 10-0 για τον 1ο γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Έως και σήμερα πρόκειται για την ευρύτερη νίκη των «κόκκινων διαβόλων» στα Κύπελλα Ευρώπης. Τέσσερα γκολ πετυχαίνει ο Ντένις Βάιολετ, τρία ο Τόμι Τέιλορ, δύο ο Μπίλι Γουίλαν και ένα ο Τζόνι Μπέρι.

1948: Χάρη στην ισοπαλία που αποσπά από τον ΝΟ Μυτιλήνης (2-2), ο Εθνικός Πειραιώς κατακτά το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα υδατοσφαίρισης για τρίτη φορά στην ιστορία του.

1920: Η Ουρουγουάη αναδεικνύεται πρωταθλήτρια Νοτίου Αμερικής για τρίτη φορά, χάρη στη νίκη της με 2-1 επί της γηπεδούχου Χιλής στον τελευταίο και καθοριστικό αγώνα του 4ου Κόπα Αμέρικα. Τα γκολ πετυχαίνουν ο Άνχελ Ρομάνο και ο Χοσέ Πέρες, οι οποίοι μοιράζονται και τον τίτλο του πρώτου σκόρερ της διοργάνωσης με τρία γκολ ο καθένας.

1874: Στο Κρίντμουρ της Νέας Υόρκης διεξάγεται το πρώτο τουρνουά σκοποβολής επί αμερικάνικου εδάφους.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News