Σαν Σήμερα - Τρέβορ Μπρούκινγκ: Ο ηγέτης της Γουέστ Χαμ που της χάρισε κούπα με ένα περίεργο γκολ
Από τα δεκάδες γκολ που πέτυχε στην καριέρα του ο Τρέβορ Μπρούκινγκ, ο κόσμος θυμάται περισσότερο αυτό που πέτυχε στις 10 Μαΐου 1980 και χάρισε στη Γουέστ Χαμ το Κύπελλο Αγγλίας κόντρα στην Άρσεναλ (1-0). Κι ας μην είναι απολύτως βέβαιο αν… το ήθελε!
Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους το γκολ του Τρέβορ Μπρούκινγκ που χάρισε στη Γουέστ Χαμ το Κύπελλο Αγγλίας κόντρα στην Άρσεναλ, στις 10 Μαΐου 1980, έχει προσλάβει μυθικές διαστάσεις.
Ο πρώτος έχει να κάνει με την έκπληξη που προκάλεσε. Τα «σφυριά» αγωνίζονταν εκείνη τη σεζόν στη Β’ Κατηγορία και μάλιστα είχαν ήδη μείνει εκτός διεκδίκησης της ανόδου την ημέρα που διεξήχθη ο τελικός στο Γουέμπλεϊ. Από τότε, μάλιστα, το βαρύτιμο τρόπαιο καταλήγει πάντοτε σε συλλόγους που αγωνίζονται στα «σαλόνια», διαψεύδοντας όσους λένε από συνήθεια «Αγγλία γίναμε» όταν βλέπουν βαρβάτες εκπλήξεις στους θεσμούς άλλων χωρών.
Ο δεύτερος λόγος είναι πιο διασκεδαστικός, αφού πολλοί φίλαθλοι θεωρούν ότι ο Μπρούκινγκ είχε σκοράρει στο 13ο λεπτό του τελικού… χωρίς να το θέλει. Αν και δεν έχουν δίκιο, η αλήθεια είναι ότι όσες φορές κι αν δει κανείς τη φάση, όρκο δεν μπορεί να πάρει για το τι συνέβη. Ο Στιούαρτ Πίρσον έκανε κάτι… σαν σουτ από τα δεξιά της περιοχής, ο πολύπειρος μεσοεπιθετικός των «σφυριών» έσκυψε ενστικτωδώς και βρήκε όσο χρειαζόταν την μπάλα με το κεφάλι για να την «καρφώσει» στα δίχτυα του εμβρόντητου Πατ Τζένινγκς!
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σκηνοθέτης του BBC νόμιζε αρχικά ότι σκόρερ ήταν ο Πίρσον κι έδειχνε τον δικό του πανηγυρισμό! Στο μυστήριο έχει συμβάλει κι ο ίδιος ο Μπρούκινγκ, ο οποίος αποφεύγει όλα αυτά τα χρόνια να αποκαλύψει αν το γκολ ήταν προϊόν της τύχης ή των καλών αντανακλαστικών του. Απλώς διασκεδάζει με το γεγονός ότι ο κόσμος τον θυμάται κυρίως γι’ αυτό κι όχι για τη συμβολή του στο Κύπελλο που είχε κατακτήσει η Γουέστ Χαμ το 1975 ή για άλλες σπουδαίες στιγμές του τόσο με τον αγαπημένο του σύλλογο όσο και με την Εθνική Αγγλίας.
«Είμαι πολύ τυχερός, διότι το να σκοράρεις σε έναν τελικό Κυπέλλου αρκεί για να σε θυμάται ο κόσμος για πάντα», είχε απαντήσει ο Μπρούκινγκ σε αφιέρωμα της επίσημης ιστοσελίδας των «σφυριών». Όπως εξήγησε: «Όποιος με συναντά, με ρωτά για το γκολ σε εκείνον τον τελικό. Οι πιο απίθανοι άνθρωποι που μπορείτε να φανταστείτε: νέα παιδιά, ηλικιωμένες γυναίκες, ακόμα και ξένοι που δεν μιλούν καν αγγλικά! Είναι το θέμα που σπάει τον πάγο κάθε φορά που αρχίζουμε μια συζήτηση. Γι’ αυτό είναι μοναδικός ο θεσμός του Κυπέλλου».
Η Άρσεναλ στήριξε πολλά στις επινοήσεις του χαρισματικού Ιρλανδού χαφ, Λίαμ Μπρέιντι για να ανατρέψει το εις βάρος της 1-0. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να απειλήσει σοβαρά τη Γουέστ Χαμ ούτε με ισοφάριση, παρά τον άπλετο χρόνο που είχε στη διάθεσή της. Τέσσερις μέρες αργότερα, μάλιστα, έχασε και τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων από τη Βαλένθια (στα πέναλτι αυτήν τη φορά) κι έκλεισε με τον χειρότερο τρόπο τη σεζόν.
Το κυνικό φάουλ του Γιανγκ
Πέρα από το γκολ του Μπρούκινγκ, μνημειώδης στιγμή του τελικού της 10ης Μαΐου 1980 είναι και το φάουλ που έκανε ο Γουίλι Γιανγκ στον Πολ Άλεν, στην απέλπιδα προσπάθειά του να αποτρέψει το 2-0 στο 88ο λεπτό. Ένα φάουλ που δεν ήταν τόσο βάναυσο όσο κυνικό, με τον δράστη να μην κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει την πρόθεσή του.
Ο Άλεν, ο οποίος σε ηλικία 17 ετών και 256 ημερών έγινε τότε ο νεότερος ποδοσφαιριστής που μετείχε σε τελικό που διεξαγόταν στο Γουέμπλεϊ, έβλεπε… πιάτο την εστία αφού είχε αποφύγει με υπέροχη ντρίμπλα τον Γκρέιαμ Ριξ. Όμως, ο Γιανγκ τον έριξε κάτω με ένα εντελώς άγαρμπο τάκλιν στο γόνατο, που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του σχολιαστή του BBC, Τζον Μότσον. Με τους σημερινούς κανονισμούς το φάουλ θα κόστιζε στον Σκωτσέζο αμυντικό την κόκκινη κάρτα, τότε όμως ο διεθνής διαιτητής Τζορτζ Κόρτνεϊ το τιμώρησε μόνο με κίτρινη.
Ο διάσημος Άγγλος συγγραφέας Νικ Χόρνμπι περιγράφει με τον γνωστό γλαφυρό του τρόπο τη συγκεκριμένη φάση στο εμβληματικό «Fever Pitch». Χαρακτηρίζει μάλιστα την ενέργεια του Γιανγκ ως μία παράδοξα κωμική στιγμή της «βαρετής» ομάδας που είχαν τότε οι «κανονιέρηδες», ένα εντελώς… Arsenalesque φάουλ. «Ποιος άλλος εκτός από έναν αμυντικό της Άρσεναλ θα κλάδευε έναν μικροσκοπικό 17χρονο από την ακαδημία του αντιπάλου;».
Τον Άλεν, πάντως, ελάχιστα τον ενόχλησε το γεγονός ότι έχασε μ’ αυτόν τον τρόπο την ευκαιρία να χριστεί σκόρερ σε έναν τελικό Κυπέλλου. Όπως δήλωσε στο αφιέρωμα της επίσημης ιστοσελίδας της Γουέστ Χαμ το 2020, του αρκούσε το γεγονός ότι είχε σηκώσει το τρόπαιο. «Οπωσδήποτε δεν σκέφτομαι αυτό το τάκλιν κάθε πρωί που ξυπνάω!», είχε πει. Αφού δεν σακατεύτηκε (έπαιξε για χρόνια και στην Τότεναμ και στέφθηκε κυπελλούχος και το 1991), καλά λέει.
Η πεταλούδα… τσίμπησε δυνατά
Το γεγονός ότι η Γουέστ Χαμ νίκησε την Άρσεναλ έδωσε ένα ισχυρό ράπισμα στον Μπράιαν Κλαφ, τον προπονητή της πρωταθλήτριας Ευρώπης, Νότιγχαμ Φόρεστ. Τις μέρες πριν τον τελικό, είχε επικρίνει στη στήλη του στην Daily Express τον Τζορτζ Λάιαλ και τους παίκτες του για την προσοχή που είχαν δώσει στον θεσμό του Κυπέλλου, ισχυριζόμενος ότι είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στην απώλεια της ανόδου στην Α’ Κατηγορία.
Ακόμα πιο αιχμηρός ήταν στην κριτική του προς τον Μπρούκινγκ. «Πετάει σαν πεταλούδα και τσιμπάει σαν πεταλούδα», είχε γράψει, εμπνευσμένος από την περίφημη ατάκα του θρύλου της πυγμαχίας, Μοχάμεντ Αλί. Μόνο που ο Κλαφ ειρωνευόταν τον διεθνή μεσοεπιθετικό, υπονοώντας ότι ήταν όλο… φρου-φρου κι αρώματα χωρίς να έχει ουσία στο παιχνίδι του. Κι όταν τον είδε να πετυχαίνει το μοναδικό γκολ του τελικού και μάλιστα με κεφαλιά (στις οποίες ποτέ δεν ήταν καλός), έμεινε εκτεθειμένος στα μάτια του κόσμου.
Επτά χρόνια αργότερα, όταν ο Μπρούκινγκ είχε κρεμάσει τα παπούτσια του και εργαζόταν ως τηλεσχολιαστής, συναντήθηκε με τον ιδιόρρυθμο τεχνικό στο Σέλχαστ Παρκ, στο περιθώριο ενός αγώνα της Φόρεστ με την Κρίσταλ Πάλας. Προτού προλάβουν να ανταλλάξουν κουβέντα, ο Κλαφ κατευθύνθηκε προς το μέρος του και του είπε: «Νεαρέ, πριν κάτι χρόνια είχα πει κάτι που δεν έπρεπε πριν από έναν τελικό Κυπέλλου. Λυπάμαι και σου ζητώ συγγνώμη».
Οι δύο άνδρες είχαν συναντηθεί στο μεσοδιάστημα κι άλλες φορές, όμως οι περιστάσεις δεν τους είχαν επιτρέψει να συζητήσουν το θέμα. Η ανάγκη του Κλαφ να απολογηθεί τόσα χρόνια αργότερα, προξένησε θετική εντύπωση στον Μπρούκινγκ, ο οποίος το 2010 δήλωσε στο BBC: «Μ’ αυτήν την πράξη του κέρδισε τον σεβασμό μου».
Οπαδός των «σφυριών» από μικρός
Όλη η ζωή του Μπρούκινγκ που άρχισε στις 2 Οκτωβρίου 1948 με τη γέννησή του στο Μπάρκινγκ του Έσεξ, είναι συνυφασμένη με τη Γουέστ Χαμ. Και οι δυο γονείς του ήταν φανατικοί οπαδοί της και μεταλαμπάδευσαν στον γιο τους την ιδέα της από τότε που ήταν πολύ μικρός. Σε ηλικία εννέα ετών, βρέθηκε για πρώτη φορά στο Άπτον Παρκ για να παρακολουθήσει επίσημο παιχνίδι, μια ισοπαλία 1-1 με τη Λίβερπουλ, τον Απρίλιο του 1958.
Από τότε ήταν τακτικός επισκέπτης του γηπέδου των «σφυριών», μέχρι που στα 15 του αποφάσισε να κάνει το βήμα παραπάνω. Να επιδιώξει να γίνει ποδοσφαιριστής τους. Είχε ταλέντο και πίστευε στις δυνατότητές του, γι’ αυτό και πήγε να δοκιμαστεί και σε άλλους δύο μεγάλους συλλόγους του Λονδίνου, την Τσέλσι και την Τότεναμ.
Άφησε παντού θετικές εντυπώσεις, προτίμησε όμως τη Γουέστ Χαμ για έναν πρόσθετο λόγο. Επειδή ο προπονητής της, Ρον Γκρίνγουντ, ήταν ο μόνος που του επέτρεψε να συνεχίσει τη φοίτησή του στο σχολείο, παράλληλα με την παρουσία του στην ακαδημία των «σφυριών». Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τσέλσι είχε προσφέρει 500 λίρες στην οικογένεια Μπρούκινγκ μέσω του μάνατζέρ της, Τόμι Ντόχερτι. Όμως είχε ζητήσει να παρατήσει ο Τρέβορ το σχολείο, κάτι που ο πατέρας του (που ήταν αξιωματικός της Μητροπολιτικής Αστυνομίας) δεν δέχθηκε.
Το συναίσθημα του Μπρούκινγκ όταν προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα των «σφυριών» ήταν μοναδικό. Από κει που θαύμαζε ως οπαδός τον Μπόμπι Μουρ, τον Τζεφ Χαρστ και τον Μάρτιν Πίτερς, οι οποίοι είχαν κατακτήσει το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1965 και είχαν μόλις στεφθεί πρωταθλητές κόσμου με την Εθνική Αγγλίας, ήταν πλέον συμπαίκτης τους. Πραγματοποίησε το επίσημο ντεμπούτο του το 1967 και με το χατ τρικ που πέτυχε στον θρίαμβο με 5-0 επί της Νιουκάστλ, στις 5 Απριλίου 1968, θεωρήθηκε το νέο μεγάλο «αστέρι» της μεσοεπιθετικής γραμμής.
Ένας τραυματισμός στον αστράγαλο τον Δεκέμβριο του 1969 τον άφησε έξω για πολλούς μήνες και έθεσε σε κίνδυνο τη συνέχιση της καριέρας του. Επέστρεψε όμως πιο δυνατός και η συγκυρία της μεταγραφής του Πίτερς στην Τότεναμ, τον Μάρτιο του 1970, τον βοήθησε να καθιερωθεί στη μεσαία γραμμή. Ύστερα από μερικά ακόμα σκαμπανεβάσματα μονιμοποιήθηκε στο βασικό σχήμα στη διάρκεια της περιόδου 1971-72, το τέλος της οποίας τον βρήκε να κερδίζει την ψηφοφορία των οπαδών για τον κορυφαίο παίκτη της ομάδας («Hammer of the Year»).
Στην Εθνική ως παίκτης Β’ Κατηγορίας
O Μπρούκινγκ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας του 1975, αν και δεν σκόραρε στον τελικό με τη Φούλαμ (2-0, με τον Άλαν Τέιλορ να σημειώνει και τα δύο τέρματα). Το ίδιο έκανε και τη σεζόν που ακολούθησε στην πορεία μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, όπου η Γουέστ Χαμ έχασε το τρόπαιο από την Άντερλεχτ του χαρισματικού Ρόμπι Ρένσενμπρινκ.
Όλα αυτά τα χρόνια είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον άλλων συλλόγων, όπως της Ντέρμπι Κάουντι (που προπονούσε ο Κλαφ) και της Τότεναμ, ενώ από το 1974 είχε καθιερωθεί και στην Εθνική Αγγλίας. Για διαφόρους λόγους, όμως, έμενε πάντοτε πιστός στα «σφυριά» και δεν τα εγκατέλειψε ούτε μετά το σοκ του υποβιβασμού στη Β’ Κατηγορία, το 1978. Μόνο ο κίνδυνος να χάσει τη θέση του στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα τον έκανε να σκεφτεί τη μεταγραφή. Για καλή του τύχη, όμως, προπονητής στα «λιοντάρια» ήταν πλέον ο ποδοσφαιρικός του πατέρας, ο Γκρίνγουντ, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχε να φοβηθεί κάτι αν η απόδοσή του με τη Γουέστ Χαμ ήταν καλή.
Όχι ότι μέχρι τότε είχε γευτεί και πολλές χαρές με το εθνόσημο ο Μπρούκινγκ, αφού η Αγγλία είχε αποτύχει να προκριθεί στις τελικές φάσεις των Παγκοσμίων Κυπέλλων του 1974 και του 1978, αλλά και του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1976. Ο Γκρίνγουντ, πάντως, τήρησε την υπόσχεσή του και τον εμπιστεύθηκε τόσο στα προκριματικά του Euro ’80 όσο και στην τελική φάση. Ο έμπειρος μεσοεπιθετικός πέτυχε μάλιστα ένα γκολ στη νίκη επί της Ισπανίας με 2-1 στο τελευταίο ματς του ομίλου, που δεν στάθηκε αρκετή για να χαρίσει την πρόκριση στον τελικό.
Το πόσο πολύ τον πίστευε ο Γκρίνγουντ αποδείχθηκε το 1982, όταν τον συμπεριέλαβε στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο παρότι προερχόταν από τραυματισμό που καθιστούσε εξαιρετικά αμφίβολη τη συμμετοχή του. Ο Μπρούκινγκ δεν γινόταν να λείψει, μια και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα προκριματικά, με αποκορύφωμα τα δύο γκολ που πέτυχε στο κομβικό 3-1 επί της Ουγγαρίας στο «Νεπ Στάντιον».
Την ίδια «έκπτωση» είχε κάνει ο ομοσπονδιακός τεχνικός και για τον Κέβιν Κίγκαν, μια και δεν διέθετε πολλούς παίκτες με τα δικά τους χαρακτηριστικά. Τους έβαλε τελικά και τους δύο ως αλλαγή στο τελευταίο ημίωρο του τελευταίου αγώνα της προημιτελικής φάσης κόντρα στη γηπεδούχο Ισπανία, στην απέλπιδα προσπάθειά του να βρει το γκολ της νίκης. O Μπρούκινγκ το «άγγιξε» λίγο μετά την είσοδό του στο γήπεδο με ένα σουτ που απέκρουσε δύσκολα ο Λουίς Αρκονάδα και με το 0-0 η Αγγλία αποκλείστηκε χωρίς να έχει γνωρίσει ήττα στο τουρνουά.
Για τον άσο της Γουέστ Χαμ, ο αγώνας αυτός αποδείχθηκε και ο τελευταίος του με την εθνική ομάδα (τελικός απολογισμός 47 συμμετοχές και 5 γκολ). Μετά την αποχώρησή του από το Άπτον Παρκ το καλοκαίρι του 1984, έκανε δύο «αρπαχτές» στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία και ύστερα από ορισμένα σύντομα περάσματα σε μικρά σωματεία της Αγγλίας, κρέμασε τα παπούτσια του στα τέλη του 1985, σε ηλικία 37 ετών.
Απεχθανόταν το αλκοόλ
Ο Μπρούκινγκ δεν έμοιαζε με Άγγλο ποδοσφαιριστή της εποχής. Διέθετε εξαιρετική τεχνική κατάρτιση, καλή μακρινή και κοντινή πάσα και σούταρε ικανοποιητικά και με το αριστερό πόδι. Το σημαντικότερο; Ένιωθε αποστροφή για το αλκοόλ! Ήταν επίσης αργός και ειδικά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του δεν άντεχε τα σκληρά μαρκαρίσματα, στην πορεία όμως έγινε πιο ανθεκτικός.
Οι αριθμοί του προκαλούν δέος. Με 643 συμμετοχές με τη Γουέστ Χαμ σε όλες τις διοργανώσεις κατατάσσεται τέταρτος στην ιεραρχία του συλλόγου πίσω μόνο από τους Μπίλι Μποντς (799), Φρανκ Λάμπαρντ (ο πατέρας του σημερινού προπονητή της Κόβεντρι – 670) και Μπόμπι Μουρ (647), με τους οποίους ήταν συνοδοιπόρος λίγα ή περισσότερα χρόνια. Έχει επίσης τριψήφιο αριθμό τερμάτων (102), αν και οι βασικές δουλειές του στο γήπεδο ήταν άλλες.
Αν και δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την προπονητική, την άνοιξη του 2003 δέχθηκε να αναλάβει τα «σφυριά» ως υπηρεσιακός (στη θέση του ασθενή Γκλεν Ρέντερ). Η ομάδα επιζητούσε ένα θαύμα για να σωθεί και παρότι με τον Μπρούκινγκ συγκέντρωσε επτά βαθμούς σε τρεις αγώνες, δεν απέφυγε τον υποβιβασμό. Ο παλαίμαχος άσος επέστρεψε στον ρόλο του υπηρεσιακού μετά την πρεμιέρα της σεζόν στη Β’ Κατηγορία και είχε καλά αποτελέσματα μέχρι να εισηγηθεί ο ίδιος στη διοίκηση την αντικατάστασή του από τον Άλαν Πάρντιου.
Από το 1984 εργάστηκε τακτικά ως σχολιαστής αγώνων στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση του BBC, ενώ το 2004 (χρονιά κατά την οποία του απονεμήθηκε ο τίτλος του σερ για την προσφορά του στο ποδόσφαιρο) η αγγλική ομοσπονδία τον προσέλαβε ως διευθυντή αναπτυξιακού ποδοσφαίρου – πόστο που διατήρησε μέχρι το 2014. Το 2009 η Γουέστ Χαμ τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε μία κερκίδα του Άπτον Παρκ.
Πηγές: www.whufc.com («On This Day/West Ham win third FA Cup with win over Arsenal», «My West Ham Scrapbook – Sir Trevor Brooking», «1980 – West Ham United 1-0 Arsenal», «Appearances»), news.bbc.co.uk («When the Hammers shocked Arsenal»), en.wikipedia.org («Trevor Brooking»), transfermarkt.com («Trevor Brooking»).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 10 Μαΐου
2023: Η Άννα Κορακάκη κατακτά το χρυσό μετάλλιο στα 10μ αεροβόλο πιστόλι στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μπακού στο Αζερμπαϊτζάν με 241,3 βαθμούς.
2006: Ο πρωταθλητής Ολυμπιακός κάνει το νταμπλ με πανηγυρικό τρόπο, αφού συντρίβει με 3-0 την ΑΕΚ στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας που διεξάγεται στο Παγκρήτιο Στάδιο (61′ Κωνσταντίνου, 70′ αυτ. Βλ. Ίβιτς, 90′ Καστίγιο). Ιδιαίτερη είναι η στιγμή για τον Αντώνη Νικοπολίδη, ο οποίος κατακτά πρωτάθλημα και Κύπελλο για τρίτη διαδοχική σεζόν (το 2003-04 με τον Παναθηναϊκό, το 2004-05 και το 2005-06 με τον Ολυμπιακό).
2000: Η ΑΕΚ κατακτά το Κύπελλο νικώντας με 3-0 τον Ιωνικό στον τελικό του ΟΑΚΑ. Την παράσταση, όμως, κλέβει ο Ντέμης Νικολαΐδης ο οποίος σκοράρει με το χέρι στο 35′, αλλά υποδεικνύει την παράβαση στον διαιτητή Γιώργο Δούρο, ο οποίος ακυρώνει το γκολ.
2000: Ο Αμερικανός τενίστας, Τζιμ Κούριερ, ανακοινώνει την αποχώρησή του από τη δράση σε ηλικία 29 ετών. Στα 13 χρόνια της επαγγελματικής του καριέρας κατέκτησε 23 τίτλους, εκ των οποίων ξεχωρίζουν δύο Ρολάν Γκαρός (1991, 1992) και δύο Αυστραλιανά Όπεν (1992, 1993).
1995: Το ψηλοκρεμαστό σουτ του Ναγίμ από τη σέντρα στο 119′ πιάνει απροετοίμαστο τον τερματοφύλακα της Άρσεναλ, Ντέιβιντ Σίμαν και η Σαραγόσα επικρατεί με 2-1 και κατακτά το Κύπελλο Κυπελλούχων.
1995: Το αδιάφορο βαθμολογικά ντέρμπι πρωταθλήματος Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός στο ΟΑΚΑ (1-1) κόβει μόλις 9.880 εισιτήρια, μια και ο κόσμος προτιμά να παρακολουθήσει απ’ την τηλεόραση τον τρίτο τελικό των πλέι οφ της Α1 μπάσκετ. Οι «ερυθρόλευκοι» νικούν με 66-56 τους «πράσινους» στο ΣΕΦ και παίρνουν προβάδισμα στις νίκες με 2-1.
1989: Η Μπαρτσελόνα νικά με 2-0 τη Σαμπντόρια στη Βέρνη (4′ Σαλίνας, 79′ Λόπεζ Ρεκάρτε) και κατακτά το Κύπελλο Κυπελλούχων για τρίτη φορά στην ιστορία της.
1978: Η Λίβερπουλ νικά 1-0 την Μπριζ στον τελικό του «Γουέμπλεϊ» και κατακτά για δεύτερη διαδοχική χρονιά το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Το γκολ πετυχαίνει ο Κένι Νταλγκλίς στο 64ο λεπτό.
1977: Η Εθνική Ελλάδας νικά 1-0 τη Σοβιετική Ένωση στο Καυτανζόγλειο με γκολ του Μίμη Παπαϊωάννου στο 58′ και διατηρεί ελπίδες πρόκρισης στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αργεντινής.
1973: Οι Νιου Γιορκ Νικς επικρατούν 102-93 των Λος Άντζελες Λέικερς και αναδεικνύονται πρωταθλητές στο ΝΒΑ με 4-1 νίκες. Ο 36χρονος Γουίλτ Τσάμπερλεν παίζει τον τελευταίο αγώνα της πλούσιας καριέρας του και κάνει double double figure με 23 πόντους και 21 ριμπάουντ.
1956: Ο 20χρονος αγωνιστής της ΕΟΚΑ και πρωταθλητής των 800 μ., Μιχαλάκης Καραολής, εκτελείται με απαγχονισμό από τους Άγγλους κατακτητές της Μεγαλονήσου, μαζί με τον Ανδρέα Δημητρίου.
1955: Πεθαίνει σε ηλικία 73 ετών ο Καναδός πυγμάχος Τόμι Μπερνς, παγκόσμιος πρωταθλητής στα βαρέα βάρη από το 1906 έως και το 1908.
1886: Η Αγγλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποφασίζει να δίνει καπελάκια στους ποδοσφαιριστές που συμμετέχουν σε αγώνες της Εθνικής Αγγλίας κι έτσι με τον καιρό επικρατεί η χρήση της λέξης caps (καπελάκια) για τις διεθνείς συμμετοχές.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Ολυμπιακός: Ποιες μεταγραφές φέρνει ο σοβαρός τραυματισμός του Γιαζίτζι
- ΑΕΚ-Ρίτας 86-92: «Έβγαλε» τα μάτια της κι έχασε δική της κούπα!
- Πλέι άουτ: Η βαθμολογία και το πρόγραμμα μέχρι το φινάλε-θρίλερ
- Μυστακίδης: Εδώ θα χτιστεί το προπονητικό κέντρο του ΠΑΟΚ
- Τσέριν: «Τον καλύτερό μας εαυτό απέναντι στην ΑΕΚ»
