Σαν Σήμερα - Ντομίνγκος Ντα Γκία: Ο κορυφαίος αμυντικός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου

Στις 18 Μαΐου 2000 έφυγε απ’ τη ζωή σε ηλικία 87 ετών ο Ντομίνγκος Ντα Γκία, ο οποίος αν και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ευρώπη, λατρεύτηκε σαν θεός στη Βραζιλία και θεωρείται ο κορυφαίος αμυντικός που ανέδειξε η χώρα.

Όταν ο Ντομίνγκος Ντα Γκία απεβίωσε στις 18 Μαΐου 2000, η είδηση δεν έλειψε από τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ. Οι περισσότεροι απ’ όσους τη διάβασαν, όμως, παραξενεύτηκαν με τον χαρακτηρισμό «ο κορυφαίος Βραζιλιάνος αμυντικός όλων των εποχών» για τον εκλιπόντα.

Ήταν η εποχή που η αθλητική βιβλιογραφία ήταν περιορισμένη και οι όποιες γνώσεις του μέσου φιλάθλου περιορίζονταν στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Όμως ο Ντομίνγκος δεν ήταν γνωστός, παρά το γεγονός ότι είχε συμμετάσχει στη διοργάνωση του 1938 και είχε συμπεριληφθεί στην κορυφαία εντεκάδα λόγω των εξαιρετικών του εμφανίσεων με τη «σελεσάο».

Η φήμη του άρχισε να διαδίδεται αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του, όταν η γιγάντωση του διαδικτύου έφερε στο φως ιστορίες για λιγότερο προβεβλημένους αστέρες της ηρωικής εποχής του ποδοσφαίρου. Σταδιακά ο Ντομίνγκος κέρδισε τη θέση που του αξίζει δίπλα στο άλλο μεγάλο όνομα της Βραζιλίας του 1938, τον Λεονίντας ντα Σίλβα, αν και η συμμετοχή του σ’ εκείνο το Μουντιάλ ήταν ένα μικρό κομμάτι του παζλ της μεγάλης καριέρας του.

Η πορεία του δεν περιλαμβάνει μόνο την κατάκτηση πρωταθλημάτων σε όλες τις σημαντικές χώρες της Νοτίου Αμερικής (και μάλιστα σε τρεις διαδοχικές χρονιές), αλλά και την αναγνώριση ότι ήταν ένας αμυντικός μπροστά από την εποχή του.

Ο Ντομίνγκος πήγε κόντρα στην αρχετυπική αντίληψη για τον καλό οπισθοφύλακα. Ήταν ψηλός (1,85 μ.), όμως ήξερε και μπάλα. Δεν αρκούνταν στο να τη διώχνει… στα κουτουρού. Πολλές φορές ντρίμπλαρε περίτεχνα τους αντίπαλους κυνηγούς για να τους εξουδετερώσει και με πάσες ακριβείας προς τους συμπαίκτες του δημιουργούσε προϋποθέσεις για να περάσει η ομάδα του στην αντεπίθεση.

Στη Βραζιλία τον λάτρεψαν σαν θεό, αλλά με τις ικανότητές κέρδισε τον θαυμασμό και των φιλάθλων της Ουρουγουάης και της Αργεντινής, χώρες στις οποίες αγωνίστηκε επίσης με μεγάλη επιτυχία. Ακόμα και σήμερα που κοντεύουν να συμπληρωθούν εκατό χρόνια από την εποχή της ακμής του, ο μύθος του παραμένει ζωντανός, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι το όνομά του δεν λείπει ποτέ από τις λίστες με τους κορυφαίους κεντρικούς αμυντικούς της Χώρας του Καφέ.

Για τους παλιότερους ποδοσφαιρόφιλους που τον είχαν προλάβει και μπορούσαν να τον συγκρίνουν με μεταγενέστερους σέντερ μπακ όπως ο Αλνταΐρ ή ο Λούσιο, ήταν ασυζητητί ο κορυφαίος. Το ίδιο υποστήριζε σθεναρά και ο μεγάλος Ουρουγουανός μέσος, Ομπντούλιο Βαρέλα, ο οποίος είχε παίξει αντίπαλός του. Τον θεωρούσε, μάλιστα, πιο ολοκληρωμένο και από τους Βραζιλιάνους μέσους και επιθετικούς μέχρι την εμφάνιση του Πελέ.

Όταν οι μαύροι έτρωγαν ξύλο απ’ τους λευκούς

Ο Ντομίνγκος Αντόνιο Ντα Γκία (όπως ήταν το πλήρες όνομά του) γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1912 στην Μπανγκού, μία από τις μεγαλύτερες συνοικίες του Ρίο ντε Τζανέιρο. Στα σοκάκια της γειτονιάς του ανακάλυψε το ταλέντο του στο ποδόσφαιρο και ήταν καλύτερος απ’ όλα τα υπόλοιπα παιδιά. Αντιμετώπιζε, όμως, ένα πρόβλημα. Τον ρατσισμό των λευκών, που έμενε ατιμώρητος παρά το γεγονός ότι η Βραζιλία είχε αναγκαστεί να ακολουθήσει το ρεύμα και να καταργήσει τη δουλεία από το 1888 – η τελευταία χρονικά απ’ όλες τις χώρες της αμερικανικής ηπείρου.

«Όταν ήμουν πιτσιρίκι φοβόμουν να παίξω μπάλα γιατί έβλεπα συχνά τους μαύρους, εκεί στην Μπανγκού, να τρώνε ξύλο στο γήπεδο μόνο και μόνο επειδή έκαναν ένα φάουλ. Καμιά φορά ούτε καν γι’ αυτό», είχε πει σε μία συνέντευξή του ο Ντομίνγκος, ο οποίος κατέφυγε… στον χορό για να ξεπεράσει τα εμπόδια που του έβαζαν οι λευκοί με το βάναυσο παιχνίδι τους.

Εκτός από ταλαντούχος με την μπάλα στα πόδια, ήταν από τη φύση του ευλύγιστος και κατάφερνε να αποφεύγει τους αντιπάλους του με απλά σπασίματα της μέσης. Όπως είχε πει, μάλιστα, σκαρφίστηκε μία κοφτή ντρίμπλα που έγινε σήμα κατατεθέν του από μία φιγούρα της μοτζίνια (modinha – μια παραλλαγή της σάμπας)! Οι Βραζιλιάνοι την ονόμασαν «Domingada» (απ’ το όνομά του), μια και ήταν ένας πρωτοποριακός τρόπος άμυνας για εκείνη την εποχή και πρόσθετε ένα ακόμα στοιχείο στο Jogo Bonito, που συνόψιζε την αντίληψή τους για το ποδόσφαιρο.

Οι ανιχνευτές ταλέντων της Μπανγκού δεν άργησαν να ανακαλύψουν τον Ντομίνγκος ο οποίος έκανε ντεμπούτο στην πρώτη ομάδα το 1929. Αρχικά αγωνιζόταν ως μέσος, γρήγορα όμως μετατράπηκε σε σέντερ χαφ στο 2-3-5. Τότε ο κεντρικός μέσος δρούσε ως ελεύθερος αμυντικός και «σκούπιζε» ό,τι περνούσε από τους δύο σέντερ μπακ που ήταν τοποθετημένοι στα δεξιά και τα αριστερά της μεγάλης περιοχής. Περίπου όπως ο κατοπινός λίμπερο.

Επισκίασε τον Νασάτζι στην Ουρουγουάη

Ο Ντομίνγκος έπαιξε τρία χρόνια στην Μπανγκού και το 1931 φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας, σε ένα φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Ουρουγουάη (2-0). Ο σύλλογος της γενέτειράς του ήταν πλέον μικρός για να τον χωρέσει κι έτσι το 1932 πήρε μεταγραφή στη Βάσκο ντα Γκάμα.

Η φήμη του ταλαντούχου αμυντικού είχε διαδοθεί και στις γειτονικές χώρες κι όταν το 1933 δέχθηκε πρόταση από τη Νασιονάλ Μοντεβιδέο είπε το «ναι», δελεασμένος και από το σεβαστό χρηματικό ποσό που του προσφέρθηκε για να γίνει επαγγελματίας. Μια μερίδα φιλάθλων της Νασιονάλ αντιτάχθηκε στη μεταγραφή του, μια και την ίδια εποχή είχε αποκτηθεί από την Μπέλα Βίστα ο Χοσέ Νασάτζι.

Ο κορυφαίος Ουρουγουανός αμυντικός της εποχής (και όχι μόνο) και αρχηγός της «σελέστε» που είχε κατακτήσει δύο χρυσά ολυμπιακά μετάλλια (1924, 1928) και το παρθενικό Παγκόσμιο Κύπελλο (1930) έκανε τη μεταγραφή του Ντομίνγκος να φαίνεται περιττή. Το αγωνιστικό στιλ του, όμως, ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο του Βραζιλιάνου κι όπως αποδείχθηκε στην πράξη, ο ένας συμπλήρωνε ιδανικά τον άλλον.

Με τον Χοσέ Νασάτζι, την εποχή που ήταν συμπαίκτες στη Νασιονάλ Μοντεβιδέο (πηγή: Wikimedia Commons).

Καρπός της συνεργασίας των δύο κορυφαίων αμυντικών του κόσμου ήταν το πρωτάθλημα Ουρουγουάης του 1933. Όπως λέγεται, μάλιστα, οι οπαδοί της Νασιονάλ παραδέχθηκαν ότι κατάλαβαν την πραγματική έννοια της λέξης «αμυντικός» μόνο όταν είδαν τον Ντομίνγκος να αγωνίζεται με τα χρώματα της ομάδας τους. Εκείνοι επινόησαν και το προσωνύμιο «El Divino Maestro» («Ο Θεϊκός Δάσκαλος») που τον ακολούθησε σε όλη του την καριέρα.

Ο Βραζιλιάνος άσος, όμως, επέλεξε να επιστρέψει στις αρχές του 1934 στη Βάσκο ντα Γκάμα προκειμένου να αποκτήσει ξανά δικαίωμα συμμετοχής στην εθνική ομάδα της πατρίδας του. Συνδύασε την παραμονή του εκεί με την κατάκτηση του πρωταθλήματος Καριόκα, αλλά το 1935 δελεάστηκε ξανά από την προοπτική να παίξει στο εξωτερικό. Αυτήν τη φορά στην Αργεντινή, για λογαριασμό της Μπόκα Τζούνιορς.

Με τους «εκατομμυριούχους» ο Ντομίνγκος κατέκτησε άλλο ένα εθνικό πρωτάθλημα, το τρίτο διαδοχικό σε τρίτη διαφορετική χώρα, έχοντας συμπαίκτες μεγάλα ονόματα όπως ο Ερνέστο Λασάτι, o Φρανσίσκο Βαράγιο και ο Ρομπέρτο Τσέρο, αλλά και τον παρτενέρ του στην άμυνα, τον Βίκτορ Βαλούσι, με τον οποίο συνέβαλαν ώστε η Μπόκα να δεχθεί μόλις 31 τέρματα σε 34 αγώνες.

Ούτε εκεί, όμως, έμελλε να μείνει για πολύ. Το 1937, ύστερα από έναν διαπληκτισμό με έναν διαιτητή που του κόστισε την ποινή του δίμηνου αποκλεισμού από κάθε ποδοσφαιρική δραστηριότητα, επέστρεψε στη Βραζιλία. Αυτήν τη φορά για λογαριασμό της Φλαμένγκο, όπου ένωσε τις δυνάμεις του με τον κορυφαίο επιθετικό της χώρας, τον Λεονίντας.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938

Η Βραζιλία είναι η μοναδική χώρα που δεν έχει λείψει ποτέ από την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όμως τόσο το 1930 στην Ουρουγουάη όσο και το 1934 στην Ιταλία, είχε κατέβει ανοργάνωτη και χωρίς τα περισσότερα «αστέρια» της. Η πρώτη φορά που αντιμετώπισε τη διοργάνωση σοβαρά ήταν το 1938 στα γήπεδα της Γαλλίας.

Ο Ντομίνγκος επιλέχθηκε στην αποστολή κι έπαιξε στο συναρπαστικό 6-5 επί της Πολωνίας στην παράταση, όπου έλαμψε το «αστέρι» του Λεονίντας. Βασικός ήταν και στον επεισοδιακό προημιτελικό με την Τσεχοσλοβακία (1-1), που σημαδεύτηκε από τις αποβολές των συμπαικτών του Ζεζέ Προκόπιο και Μασάδο, αλλά και τον σοβαρό τραυματισμό του αντίπαλου τερματοφύλακα Φράντισεκ Πλάνιτσκα, ο οποίος έβγαλε μεγάλο μέρος του ματς με σπασμένο χέρι.

Αν και υπέπεσε στο πέναλτι με το οποίο ο Όλντριχ Νέγεντλι ισοφάρισε, ο Ντομίνγκος ήταν ένας από τους διακριθέντες της «σελεσάο». Δεν έπαιξε, ωστόσο, λόγω κόπωσης στον επαναληπτικό που διεξήχθη δύο ημέρες αργότερα και τον οποίο η Βραζιλία κέρδισε με 2-1, χάρη σε γκολ του Λεονίντας και του Ρομπέρτο στο δεύτερο ημίχρονο.

Ο χαρισματικός αμυντικός επέστρεψε στην εντεκάδα για τον ημιτελικό με την κάτοχο του τίτλου Ιταλία, όμως υπέπεσε ξανά σε πέναλτι, το οποίο αποδείχθηκε καθοριστικό. Ο Τζουζέπε Μεάτσα έστειλε την μπάλα στα δίχτυα κι έγραψε το 2-0 στο 60′ και η Βραζιλία που αγωνιζόταν χωρίς τον τραυματία Λεονίντας δεν κατάφερε παρά να μειώσει με τον Ρομέου στο 87′. Σε κατοπινές συνεντεύξεις του ο Ντομίνγκος τα έβαζε με την πονηριά του Σίλβιο Πιόλα, που κέρδισε την εσχάτη των ποινών, αλλά και με τον Ελβετό διαιτητή Χανς Βίτριχ που το καταλόγισε.

Η συμμετοχή του στον μικρό τελικό με τη Σουηδία (4-2) ήταν και η τελευταία του σε Μουντιάλ. Η επιλογή του στην κορυφαία εντεκάδα του τουρνουά φαίνεται παράδοξη, δεδομένου ότι είχε υποπέσει σε δύο πέναλτι κι ότι η ομάδα του είχε δεχθεί πέντε γκολ στον πρώτο της αγώνα. Είναι, όμως, ενδεικτική της εντύπωσης που προκαλούσε ο πρωτοποριακός τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε στον ρόλο του σέντερ χαφ.

Κληρονομιά του ήταν και ο γιος του

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε την κορυφαία διεθνή διοργάνωση, όμως ο Ντομίνγκος αγωνίστηκε σε τρία Κόπα Αμέρικα, στα οποία η «σελεσάο» έμεινε στη σκιά της Ουρουγουάης (1942) και της Αργεντινής (1945, 1946). Ο μύθος που τον ακολουθεί οφείλεται περισσότερο στα κατορθώματά του στο  βραζιλιάνικο πρωτάθλημα.

Με τη φανέλα της Φλαμένγκο κατέκτησε τρία πρωταθλήματα Καριόκα (1939, 1942 1943) και το Relampago του Ρίο ντε Τζανέιρο (1943) Αργότερα που εντάχθηκε στην Κορίνθιανς ύστερα από διαφωνία που είχε με τους διοικούντες της «Φλα», κατέκτησε δύο φορές το Κύπελλο Σάο Πάουλο (1947, 1948) κι άλλη μία το τουρνουά Inicio Paulista (1944). Το 1948 επέστρεψε στην ομάδα που τον ανέδειξε, την Μπανγκού, όπου και κρέμασε τα παπούτσια του σε ηλικία 38 ετών. Δεν είχε πια πολλές δυνάμεις, όμως το κοφτερό μυαλό του και η άψογη τεχνική του κατάρτιση τον βοηθούσαν να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του ποδοσφαίρου, που ήταν ακόμα πολύ αργό.

Καλός ποδοσφαιριστής υπήρξε και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Λαντισλάου, ο οποίος έμεινε στην Μπανγκού και παραμένει έως και σήμερα ο κορυφαίος σκόρερ της ιστορίας της με 215 γκολ. Στον ύμνο του συλλόγου, πάντως, αναφέρεται το όνομα του Ντομίνγκος, η φήμη του οποίου εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Βραζιλία αλλά και στις γειτονικές χώρες. Κι ας μην έπαιξε με τα χρώματά του στα καλύτερα χρόνια της καριέρας του.

Τα ποδοσφαιρικά γονίδια του χαρισματικού αμυντικού κληρονόμησε ο γιος του, Αντεμίρ Ντα Γκία, ο οποίος εξελίχθηκε σε θρύλο της Παλμέιρας (ως μεσοεπιθετικός από το 1961 έως και το 1977) και φόρεσε κι αυτός τη φανέλα της «σελεσάο» (με συμμετοχή μάλιστα και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974). Δεν πλησίασε, όμως, τη φήμη του Ντομίνγκος, ο οποίος μέχρι και τα βαθιά του γεράματα έδινε με ευχαρίστηση συνεντεύξεις στις οποίες εξιστορούσε τις περιπέτειές του στα κακοτράχαλα γήπεδα της Νοτίου Αμερικής τα ηρωικά χρόνια της δεκαετίας του ’30.

Πηγές: Alex Bellos: «Futebol – Ο Βραζιλιάνικος Τρόπος Ζωής» (μτφ. Γιάννης Ανδρέου-Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Κέρδος 2002), Jonathan Wilson: «Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα» (μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, εκδ. Polaris 2010), pt.wikipedia.org («Domingos da Guia»), thesporting.blog («Domingos da Guia: A Defender Ahead of His Time»), transfermarkt.com («Domingos da Guia»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 18 Μαΐου

2021: Η Χανιώτισσα κολυμβήτρια Άννα Ντουντουνάκη κατακτά το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα πεταλούδα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Βουδαπέστης με χρόνο 57.37. Η Ντουντουνάκη γίνεται η πρώτη Ελληνίδα κολυμβήτρια που αναδεικνύεται πρωταθλήτρια Ευρώπης.

2019: Η Μάντσεστερ Σίτι του Πεπ Γκουαρντιόλα συντρίβει με 6-0 τη Γουότφορντ στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας και γίνεται η πρώτη αγγλική ομάδα που κατακτά το εγχώριο τρεμπλ.

2018: Ο Ολυμπιακός αναδεικνύεται πρωταθλητής Ελλάδας στο πόλο για έβδομη σερί χρονιά, όταν νικά με 12-3 τη Βουλιαγμένη στον Πειραιά και κάνει το 3-0 στις νίκες στον τελικό των πλέι οφ.

2016: Ο 22χρονος κολυμβητής του ΑΝΟ Αργυρούπολης, Ανδρέας Βαζαίος, κατακτά το χρυσό μετάλλιο στα 200 μέτρα μικτής ατομικής στο Ευρωπαικό Πρωτάθλημα που διεξάγεται στο Λονδίνο, με χρόνο 1.58.18 που αποτελεί νέο πανελλήνιο ρεκόρ. Πρόκειται για το τρίτο χρυσό στην ιστορία της ελληνικής κολύμβησης μετά τα δύο του Άρη Γρηγοριάδη, το 2008 και το 2012 στο ύπτιο.

2014: Πεθαίνει σε ηλικία 88 ετών ο Αυστραλός πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής της Formula 1, Τζακ Μπράμπαμ. Το 1966 είχε γράψει Ιστορία κατακτώντας τον τίτλο με αυτοκίνητο που είχε κατασκευάσει ο ίδιος.

2005: Η ΤΣΣΚΑ Μόσχας κατακτά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ νικώντας με 3-1 τη Σπόρτινγκ Λισαβώνας στον τελικό του «Ζοζέ Αλβαλάντε». Η Σπόρτινγκ του μετέπειτα προπονητή του Παναθηναϊκού, Ζοζέ Πεσέιρο, ανοίγει το σκορ στο 29′ με τον Ροζέριο, όμως οι Ρώσοι φτάνουν στη νίκη με τέρματα των Μπερεζούτσκι (56′), Ζίρκοφ (65′) και Βάγκνερ Λοβ (79′).

1999: Πεθαίνει σε ηλικία 64 ετών ο πρωτοπόρος της ελληνικής γυμναστικής Ηλίας Ταπραντζής.

1997: Ο Άρης υποβιβάζεται για πρώτη φορά στην ιστορία του στη Β’ Εθνική, ύστερα από το εντός έδρας 0-0 κόντρα στην Καλαμάτα.

1994: Με κορυφαίο παίκτη και σκόρερ ενός τέρματος τον Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς, η Μίλαν συντρίβει με 4-0 την Μπαρτσελόνα στον τελικό του Champions League που φιλοξενείται στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας.

1991: Η Τότεναμ κατακτά το Κύπελλο Αγγλίας νικώντας με 2-1 στην παράταση τη Νότιγχαμ Φόρεστ. Ο τελικός σημαδεύεται από τον σοβαρό τραυματισμό του Πολ Γκασκόιν, ο οποίος παθαίνει ρήξη χιαστών την ώρα που κάνει ένα βάναυσο φάουλ στον Γκάρι Τσαρλς.

1988: Η Μπάγερ Λεβερκούζεν κατακτά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ σημειώνοντας μία από τις πιο εντυπωσιακές ανατροπές όλων των εποχών. Έχοντας ηττηθεί με 3-0 από την Εσπανιόλ στον πρώτο τελικό στη Βαρκελώνη, νικά με το ίδιο σκορ στη ρεβάνς (57′ Τίτα, 63′ Γκετς, 81′ Τσα) και στα πέναλτι καταφέρνει να επικρατήσει με 3-2. Στο δυναμικό της Εσπανιόλ ανήκει και ο μετέπειτα τεχνικός του Ολυμπιακού, Ερνέστο Βαλβέρδε, ο οποίος αγωνίζεται μόνο στον πρώτο τελικό.

1985: Με ένα υπέροχο σε εκτέλεση γκολ του 20χρονου Νόρμαν Γουαϊτσάιντ η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ νικά με 1-0 την Έβερτον και κατακτά το Κύπελλο Αγγλίας.

1980: Ο Ολυμπιακός (2-0 τον ΠΑΟΚ στο «Γ. Καραϊσκάκης») και ο Άρης (1-0 τη Ρόδο εκτός έδρας) τερματίζουν ισόβαθμοι στην κορυφή της βαθμολογίας της Α’ Εθνικής και, όπως προβλέπουν οι κανονισμοί, θα διεκδικήσουν τον τίτλο σε μπαράζ που θα διεξαχθεί μία εβδομάδα αργότερα.

1977: Η Γιουβέντους κατακτά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ παρά την ήττα της με 2-1 από την Αθλέτικ Μπιλμπάο στον δεύτερο τελικό στο «Σαν Μαμές» (11′ Ιρουρέτα, 78′ Ρουίθ/7′ Μπέτεγκα), αφού είχε νικήσει με 1-0 στον πρώτο, στο Τορίνο. Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που μια ιταλική ομάδα σηκώνει ευρωπαϊκό τρόπαιο χωρίς να έχει κανέναν ξένο στη σύνθεσή της, αφού οι μεταγραφές απ’ το εξωτερικό έχουν απαγορευτεί στη Serie A από το 1966. Στην ημιτελική φάση, η «Κυρία» είχε αποκλείσει την ΑΕΚ.

1962: Ο Αμερικανός Αλ Έρτερ γίνεται ο πρώτος δισκοβόλος που σπάει το «φράγμα» των 61 μετρών, με βολή στα 61.10 μ. σε αγώνα στο Λος Άντζελες.

1960: Η Ρεάλ Μαδρίτης κάνει το «5×5» στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης χάρη στον θρίαμβο με 7-3 την Άιντραχτ Φρανκφούρτης στον τελικό του «Χάμπντεν Παρκ», τον οποίο παρακολουθούν 127.000 φίλαθλοι. Τέσσερα γκολ πετυχαίνει ο Φέρεντς Πούσκας (45′, 56′ πέν., 60′, 71′) και τρία ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο (20′, 23′, 73′). Τα γκολ της γερμανικής ομάδας σημειώνουν οι Κρες (18′) και Στάιν (72′, 75′).

1929: Η FIFA αναθέτει τη διοργάνωση του 1ου Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1930 στην Ουρουγουάη, η οποία είναι και η μοναδική χώρα που δεν έχει αποσύρει την υποψηφιότητά της, απ’ όσες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον (Ιταλία, Ουγγαρία, Σουηδία, Ολλανδία, Ισπανία).

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News