Σαν Σήμερα - Ισάμ Ελ Γκερούζ: Η νίκη στην Αθήνα που τον έχρισε κορυφαίο όλων των εποχών στα 1.500 μ.
Με το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο που κέρδισε ο Ισάμ Ελ Γκερούζ στα 1.500 μ. στις 24 Αυγούστου 2004 στην Αθήνα, λυτρώθηκε για τις προηγούμενες αποτυχίες του στη διοργάνωση και επισφράγισε τον τίτλο του κορυφαίου όλων των εποχών στο αγώνισμα.
Όταν ο Ισάμ Ελ Γκερούζ στήθηκε στη γραμμή της εκκίνησης για τον τελικό των 1.500 μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, στις 24 Αυγούστου 2004, το βάρος στους ώμους του ήταν τεράστιο.
Δεν είναι απλό πράγμα να είσαι ο παγκόσμιος ρέκορντμαν στο αγώνισμα (και στο «συγγενές» μίλι), να έχεις αναδειχθεί παγκόσμιος πρωταθλητής τέσσερις διαδοχικές φορές και να λείπει από τη συλλογή σου το «ιερό δισκοπότηρο», δηλαδή το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Η αμφιβολία για το αν είσαι πράγματι ο κορυφαίος χιλιοπεντακοσάρης όλων των εποχών στο αγώνισμα φωλιάζει μέσα σου, ακόμα κι αν όλος ο κόσμος θεωρεί ότι σου ανήκει ο τίτλος.
Διότι ο Ελ Γκερούζ ήταν κατά κοινή ομολογία ανώτερος από θρύλους όπως ο συμπατριώτης του Σαΐντ Αουίτα, οι Βρετανοί Σεμπάστιαν Κόου και Στιβ Οβέτ και φυσικά ο Αλγερινός Νουρεντίν Μορσελί, τον οποίο ο ίδιος είχε αποκαθηλώσει επτά χρόνια νωρίτερα στο ίδιο στάδιο όπου θα αγωνιζόταν εκείνη τη μέρα. Του έλειπε, όμως, το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο που είχαν στη συλλογή τους όλοι οι προαναφερθέντες, ώστε να αφαιρέσει και το τελευταίο επιχείρημα από όποιον μπορεί να τον αμφισβητούσε.
Οι οιωνοί δεν ήταν οι καλύτεροι για τον Ελ Γκερούζ. Αν και στην οκταετία πριν από το μεγάλο ραντεβού της Αθήνας είχε μόλις τέσσερις ήττες στα 1.500 μ., δύο από αυτές όμως τις είχε υποστεί εκείνο το καλοκαίρι. Η πρώτη είχε καταγραφεί στο Golden Gala της Ρώμης (από τον Αλγερινό Ρασίντ Ραμζί και άλλους έξι δρομείς που τον πέρασαν στο τέλος) και η δεύτερη στο διεθνές μίτινγκ της Ζυρίχης (από τον Κενυάτη Μπέρναρντ Λάγκατ). Τα αναπνευστικά προβλήματα που τον είχαν ταλαιπωρήσει από τον Ιανουάριο του 2004 (απόρροια δέκα διαφορετικών αλλεργιών που τον ταλαιπωρούσαν) είχαν επιδράσει αρνητικά στην απόδοσή του.
Οι άλλες δύο ήττες του Μαροκινού παγκόσμιου ρέκορντμαν ήταν αυτές στους τελικούς των Ολυμπιακών Αγώνων του 1996 και του 2000. Ήξερε δηλαδή τόσο ο ίδιος όσο και οι δεκάδες χιλιάδες θεατές που είχαν κατακλύσει το ΟΑΚΑ ότι παρόλο που δεν βρισκόταν στην ιδανική αγωνιστική κατάσταση, δεν θα είχε άλλη ευκαιρία. Κι ήταν γραφτό να τα καταφέρει, με τον πιο δραματικό τρόπο που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Το κλάμα της λύτρωσης
Το άγχος πριν από τον τελικό ήταν τόσο μεγάλο, που η πρώτη εκκίνηση ήταν άκυρη – κάτι που σπάνια συμβαίνει σε αγώνες μεσαίων αποστάσεων. Ο Ελ Γκερούζ είχε ανταλλάξει μία ιπποτική χειραψία με τον Λάγκατ, τον οποίο αναγνώριζε ως τον βασικό αντίπαλό του, μέσα του όμως ήταν αποφασισμένος για τη νίκη.
Γνώριζε ότι εκείνη τη βραδιά δεν συγχωρούνταν λάθη σαν αυτό που του είχε κοστίσει το 1996 στην Ατλάντα. Τότε που από τον υπέρμετρο ενθουσιασμό του πίεσε τον Μορσελί λίγο πριν το καμπανάκι, βρήκε αθελά του το πόδι του κι έπεσε στο ταρτάν – χάνοντας τη δυνατότητα να διεκδικήσει μέχρι τέλους τη νίκη. Γνώριζε επίσης ότι έπρεπε να είναι δυνατός πνευματικά αν δεχόταν επίθεση σαν αυτήν του Κενυάτη Νόα Νγκένι το 2000 στο Σίδνεϊ, που τον άφησε στο δεύτερο σκαλί του βάθρου. Έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός από κάθε άλλη φορά, αλλά ταυτόχρονα και γρήγορος για να μην αφήσει τους πολύ καλούς αντιπάλους του να του ξεφύγουν.
Ο Λάγκατ πήρε το προβάδισμα ύστερα από το πρώτο τετρακοσάρι κι ο Ελ Γκερούζ κρατιόταν κοντά του, με τον πάντοτε υπολογίσιμο Ισπανό Ρέγες Εστέβες να τους ακολουθεί. Στα μισά της διαδρομής ο Μαροκινός αποφάσισε να περάσει μπροστά. Έδειχνε «φρέσκος» και σε καλή πνευματική κατάσταση, κανείς όμως δεν περίμενε ότι ο αγώνας θα κυλούσε έτσι μέχρι το τέλος. Ήταν βέβαιο ότι θα βρισκόταν κάποιος να αντιδράσει.
Στο καμπανάκι ο Ελ Γκερούζ ανέβασε κι άλλο το τέμπο του πιέζοντας κι άλλο τον Λάγκατ, ο οποίος δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να τον ακολουθήσει μαζί με τον Ουκρανό Ιβάν Χέσκο. Μέχρι το τελευταίο βιράζ ο παγκόσμιος ρέκορντμαν φαινόταν ακλόνητος, όταν όμως μπήκε στην τελική ευθεία είδε τον Κενυάτη με υπερπροσπάθεια να τον προσπερνά από την εξωτερική.
Δεν άφησε, ωστόσο, τον εφιάλτη του Σίδνεϊ να ζωντανέψει. Επιστράτευσε κάθε ικμάδα των δυνάμεών του, ανέκτησε το προβάδισμα είκοσι μέτρα πριν τον τερματισμό κι έκοψε πρώτος το νοητό νήμα με 3:34.19 έναντι 3:34.30 του Κενυάτη και 3:34.68 του Πορτογάλου Ρούι Σίλβα που με τρομερό φίνις άρπαξε το χάλκινο μετάλλιο.
Μόλις τερμάτισε ο Ελ Γκερούζ γονάτισε στο ταρτάν και το φίλησε, ενώ λίγο αργότερα σήκωσε το βλέμμα και τα χέρια του προς τον ουρανό. Μόνο όταν ο Λάγκατ έσπευσε από πάνω του για τον συγχαρεί, συνειδητοποίησε τι είχε πετύχει και ξέσπασε σε κλάματα. Ήταν το κλάμα της λύτρωσης για έναν άνθρωπο που είχε αποτινάξει από πάνω του την ταμπέλα του κορυφαίου αθλητή που δεν είχε κερδίσει ποτέ χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Ήταν το κλάμα της λύτρωσης για τον χαρισματικό δρομέα που είχε φοβηθεί ότι θα τελείωνε την καριέρα του χωρίς την ύψιστη διάκριση.
«Επιτέλους το εκπλήρωσα», είπε λίγο αργότερα στη μικτή ζώνη συνοψίζοντας τη σημασία που είχε για τον ίδιο η νίκη. Κι όταν ο κόσμος τον είδε να κλαίει από συγκίνηση στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου, κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου του Μαρόκου, αντιλήφθηκε πόσο μεγάλη αξία του χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου ακόμα και για υπεραθλητές όπως αυτός.
Το δεύτερο χρυσό στα 5.000 μ.
Ο Ελ Γκερούζ χαρακτήρισε την 24η Αυγούστου 2004 ως την καλύτερη μέρα της ζωής του. Τέσσερις ημέρες αργότερα, όμως, απελευθερωμένος από το άγχος, έκανε τη συμμετοχή του σε εκείνους τους Ολυμπιακούς Αγώνες ακόμα πιο γλυκιά.
Ήταν γνωστό ότι θα έπαιρνε μέρος και στα 5.000 μ., όπου το 2003 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Παρισιού είχε χάσει στο νήμα το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Παρισιού από τον νεαρό Κενυάτη Ελιούντ Κιπτσόγκε (ο οποίος θα αργούσε ακόμα να κάνει τη στροφή στον Μαραθώνιο). Μόλις εκείνη τη χρονιά είχε αρχίσει να ασχολείται σοβαρά με την απόσταση, όμως οι χρόνοι του, αλλά και η πνευματική του δύναμη, τον καθιστούσαν ικανό ακόμα και για τη νίκη.
Πριν τον τελικό των 1.500 μ., ωστόσο, κανείς δεν είχε δώσει σημασία στη συμμετοχή του μεγάλου Μαροκινού δρομέα στο «πεντάρι». Το ζητούμενο και για τον ίδιο ήταν να δικαιωθεί για τους κόπους του στο κατ’ εξοχήν αγώνισμά του. Όταν το πέτυχε, είχε πλέον «φτερά» στα πόδια και η άνετη πρόκρισή του στον τελικό τον καθιστούσε επικίνδυνο και για τους Κενυάτες και για τον Αιθίοπα Κενενίσε Μπεκέλε ο οποίος στόχευε στο νταμπλ στις μεγάλες αποστάσεις – μια και είχε κερδίσει από τις 20 Αυγούστου το χρυσό στα 10.000 μ.
Ο Ελ Γκερούζ ακολούθησε διαφορετική τακτική από το Παρίσι, όπου είχε βγει μπροστά στον τελευταίο γύρο αλλά δεν είχε αντέξει στην επίθεση του Κιπτσόγκε. Παρακολουθούσε από κοντά τον παγκόσμιο πρωταθλητή και τον Μπεκέλε, στην προσπάθεια του οποίου είχαν συνδράμει τακτικά και οι άλλοι δύο Αιθίοπες φιναλίστ, ο Γκεμπρεγκζιαμπέρ Γκεμπρεμαριάμ και ο Ντετζένε Μπερχάνου. Και δεν ανέβασε το τέμπο του παρά μόνο στο τελευταίο τρακοσάρι, όταν ο Μπεκέλε έκανε την αλλαγή κι άφησε πίσω τον Κενυάτη.
Ο Μπεκέλε φάνταζε αχτύπητος όταν μπήκε στην τελική ευθεία, «λύγισε» όμως όταν δέχθηκε την επίθεση του Ελ Γκερούζ, ο οποίος πανηγύρισε σχηματίζοντας το «δύο» με τα δάχτυλά του. Η νίκη (με 13:14.59) δεν ήταν απλώς η καλύτερη απάντηση στους ελάχιστους αμφισβητίες του που είχαν απομείνει, αλλά του είχε χαρίσει μια θέση στα ιστορικά βιβλία. Ήταν ο πρώτος αθλητής που είχε κερδίσει χρυσά μετάλλια στα 1.500 μ. και τα 5.000 μ. στην ίδια διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων μετά τον Πάαβο Νούρμι, το 1924 στο Παρίσι!
Στην Αθήνα «γεννήθηκε» ως δρομέας
Όπως συνέβη και με τον Μορσελί, ο οποίος άργησε να κερδίσει το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο και δεν μπόρεσε να κρατηθεί στο ίδιο υψηλό επίπεδο ύστερα από αυτό, έτσι και για τον Ελ Γκερούζ η διπλή εκπλήρωση του στόχου ήταν… ο τελευταίος χορός του στο διεθνές στερέωμα.
Δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Δεν είχε κλείσει καλά-καλά τα 30 (γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1974), όμως ύστερα από τόσα χρόνια πρωταθλητισμού που είχαν συνοδευτεί κι από αρκετούς τραυματισμούς, ένιωθε ότι δεν είχε πλέον κίνητρο να τα δίνει όλα. Δεν είχε απομείνει άλλωστε τίποτε να αποδείξει. Μετά τους Ολυμπιακούς της Αθήνας δεν εμφανίστηκε σε άλλους διεθνείς αγώνες και στις 22 Μαΐου 2006 ανακοίνωσε επίσημα την απόσυρσή του από τη δράση.
Ο πρωταθλητισμός ήταν στο αίμα του από τα εφηβικά χρόνια, όταν ντόπιοι προπονητές τον πήραν από τα γηπεδάκια του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ και τον έστειλαν στους στίβους για να εξελίξει το ταλέντο του στις μεσαίες αποστάσεις. Το γεγονός ότι είχε μεγαλώσει σε αστικό περιβάλλον κι ότι είχε κοντά του ένα στάδιο, φούντωσε την αγάπη του για τον κλασικό αθλητισμό και τον βοήθησε να σημειώσει από πολύ μικρός μεγάλες διακρίσεις.

Ο Ελ Γκερούζ ξεσπά σε λυγμούς την ώρα της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου του Μαρόκου, κατά την απονομή των μεταλλίων των 1.500 μ. στην Αθήνα (πηγή: EUROKINISSI).
Το 1992 τερμάτισε τρίτος στα 5.000 μ. στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων πίσω από τον μετέπειτα θρύλο του αγωνίσματος Χαϊλέ Γκεμπρσελασιέ και τον Κενυάτη Ισμαήλ Κιρούι και συνέχισε να προοδεύει ως junior, σημειώνοντας διακρίσεις και σε αγώνες ανώμαλου δρόμου. Το 1995 αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής των 1.500 μ. στον κλειστό στίβο και λίγους μήνες αργότερα κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Παγκόσμιο του ανοιχτού στο Γκέτεμποργκ, απειλώντας σοβαρά με ήττα τον Μορσελί. Τον νίκησε τελικά τον Σεπτέμβριο του 1996 στο Μιλάνο, στον τελικό του γκραν πρι, έναν μήνα μετά την τραυματική εμπειρία της Ατλάντα.
Ωστόσο, «βασιλιάς» της απόστασης στέφθηκε επίσημα το 1997, όταν νίκησε τον Μορσελί και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Αθήνας, τίτλο που θα διατηρούσε άλλες τρεις φορές (1999, 2001, 2003). «Σ’ αυτήν την πόλη “γεννήθηκα” ως δρομέας», είχε τονίσει στις πρώτες δηλώσεις του μετά την άφιξή του στην ελληνική πρωτεύουσα για τους Ολυμπιακούς του 2004, για να δείξει πόσο ψηλά είχε στην καρδιά του εκείνο το χρυσό. Είχε προσθέσει, μάλιστα, ότι θα ήθελε να συνδυάσει την επιστροφή του με κάτι μεγάλο και δεν θα μπορούσε να πέσει περισσότερο μέσα.
Ο Ελ Γκερούζ παραμένει από τις 14 Ιουλίου 1998 στη Ρώμη ο κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ στα 1.500 μ. με 3:26.00 κι όπως έχει πει, αν έτρεχε με τα σημερινής τεχνολογίας παπούτσια θα το είχε ρίξει στα 3:23. To 1999 σημείωσε στην ίδια πόλη παγκόσμιο ρεκόρ και στο μίλι (3:43.23), αγώνισμα στο οποίο επίσης μετείχε συστηματικά – δήλωνε μάλιστα θαυμαστής του μεγάλου Ρότζερ Μπάνιστερ, τον οποίο γνώρισε από κοντά το 2000.
Το ρεκόρ στο μίλι άντεξε μέχρι τις 18 Ιουλίου 2026, όταν το κατέρριψε ο Βρετανός Τζος Κερ με 3:42.66. Κάποια στιγμή ο θρυλικός Μαροκινός δρομέας θα χάσει κι αυτό στο «χιλιοπεντακοσάρι», δύσκολα όμως θα απειληθεί ο τίτλος του ως κορυφαίου δρομέα όλων των εποχών στην απόσταση. Για να τον απειλήσει κάποιος, θα πρέπει να ξεπεράσει και τον αριθμό των μεταλλίων του κι αυτό φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο στο εγγύς μέλλον.
Πηγές: worldathletics.org («Men’s 1500m Final», «El Guerrouj returns to ‘birthplace’ for last Olympic chance»), en.wikipedia.org («Hicham El Guerrouj», «Athletics at the 2004 Summer Olympics», «Men’s 1500m World Record Progression»).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 24 Αυγούστου
2023: Με άλμα στα 8.52 μ. στην τελευταία του προσπάθεια, ο Μίλτος Τεντόγλου κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης. Ο Έλληνας πρωταθλητής νικά τον Τζαμαϊκανό, Γουέιν Πίνοκ, ο οποίος με 8.50 μ. υπερτερούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή στην ισοβαθμία επειδή είχε καλύτερο δεύτερο άλμα (8.40 έναντι 8.38).
2023: Η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη κατακτά το χάλκινο μετάλλιο στα 35 χλμ. βάδην στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης, ένα χρόνο μετά την τέταρτη θέση που είχε καταλάβει στην αντίστοιχη διοργάνωση στο Γιουτζίν των ΗΠΑ.
2019: Ο κολυμβητής του ΝΟ Χανίων, Απόστολος Παπαστάμος, κατακτά το χρυσό μετάλλιο στα 400 μέτρα μικτής του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Εφήβων-Νεανίδων, σημειώνοντας νέο πανελλήνιο ρεκόρ στην κατηγορία των ανδρών (4:11.93).
2019: Αρχίζει το πρωτάθλημα της Super League, το πρώτο στο οποίο υπάρχει χρήση του Video Assistant Referee (VAR). Η πρώτη εφαρμογή του «ηλεκτρονικού» βοηθού γίνεται στο 35′ του αγώνα Λαμία-Παναθηναϊκός, για τον καταλογισμό πέναλτι υπέρ των «πρασίνων» για χέρι του Πλιάτσικα σε σουτ του Κολοβού.
2015: Ο Καναδός Σον Μπάρμπερ κερδίζει τον συναρπαστικό τελικό του επί κοντώ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Πεκίνου με 5.90 μ.
2008: Η εθνική ομάδα μπάσκετ των ΗΠΑ επιστρέφει στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες, χάρη στη νίκη της με 118-107 επί της Ισπανίας στον τελικό του Πεκίνου. «Αστέρια» της ομάδας είναι οι Λεμπρόν Τζέιμς, Κόμπι Μπράιαντ και Κρις Πολ. Η Εθνική Ελλάδας καταλαμβάνει την πέμπτη θέση.
2004: Η Ρωσίδα Γελένα Ισινμπάγεβα κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο επί κοντώ στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας βελτιώνοντας κατά ένα εκατοστό το δικό της παγκόσμιο ρεκόρ (4.91 μ.). Αυτό είναι και το μοναδικό παγκόσμιο ρεκόρ που σημειώνεται στον στίβο στη συγκεκριμένη διοργάνωση.
2004: Η εθνική ομάδα πόλο γυναικών προκρίνεται στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, νικώντας με 6-2 την Αυστραλία.
2003: Η Κατερίνα Θάνου κατακτά το χάλκινο μετάλλιο στα 100 μ. του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος του Παρισιού με 11.03, πίσω από τη Σάντρα Στούρουπ από τις Μπαχάμες (11.02) και την Τόρι Έντουαρντς από τις ΗΠΑ (10.93).
2000: Ο παγκόσμιος πρωταθλητής του κικ μπόξινγκ, Άντι Χαγκ, πεθαίνει από οξεία λευχαιμία σε ηλικία 35 χρόνων.
1999: Η Βούλα Τσιαμήτα κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο τριπλούν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη Σεβίλλης με άλμα στα 14.88 μ. Τρίτη κατατάσσεται η Όλγα Βασδέκη με 14.61 μ.
1997: Ο Παναγιώτης Στρουμπάκος σημειώνει πανελλήνιο ρεκόρ στα 1.500 μ. με 3:36.74 στο διεθνές μίτινγκ της Κολωνίας.
1996: Άγνωστοι μαχαιρώνουν στα πλευρά τον χρυσό ολυμπιονίκη της κολύμβησης, Αλεξάντρ Ποπόφ, σε δρόμο της Μόσχας. Ο Ποπόφ διακομίζεται σε νοσοκομείο όπου υποβάλλεται σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση και θα χρειαστεί θεραπεία τριών μηνών για να επανέλθει στις προπονήσεις.
1994: Με γκολ του Τόνι Σαβέβσκι στο 43ο λεπτό, η ΑΕΚ νικά τη Ρέιντζερς 1-0 στη ρεβάνς του «Άιμπροξ» (2-0 ο πρώτος αγώνας στη Νέα Φιλαδέλφεια με σκόρερ τον Δημήτρη Σαραβάκο) και προκρίνεται πανηγυρικά στη φάση των ομίλων του Champions League.
1986: Το φορτηγάκι που οδηγεί ο μπασκετμπολίστας, Κεν Μπάρλοου, με συνεπιβάτη τον φίλο και συναθλητή του, Ντέιβιντ Ρίβερς, εκτρέπεται από την πορεία του και πέφτει σε ένα χαντάκι. Ο Μπάρλοου (μετέπειτα παίκτης του ΠΑΟΚ) γλιτώνει με μικροαμυχές, όμως ο Ρίβερς (μετέπειτα παίκτης του Ολυμπιακού) τραυματίζεται σοβαρά στην κοιλιακή χώρα και επιβιώνει παρότι χάνει πολύ αίμα. Θα μείνει εκτός δράσης για αρκετούς μήνες, όμως θα καταφέρει να αγωνιστεί σε 32 αγώνες της επερχόμενης σεζόν του κολεγιακού πρωταθλήματος.
1976: Ο 21χρονος τερματοφύλακας του Πανιωνίου, Νίκος Γερολυμάτος, χάνει τη ζωή του μαζί με τον πατέρα του, Κώστα, σε τροχαίο δυστύχημα που σημειώνεται έξω από το Αίγιο.
1973: Η Βουλγάρα Σβέτλα Ζλάτεβα καταρρίπτει το παγκόσμιο ρεκόρ στα 800 μ. με 1:57.48, σε αγώνες που διεξάγονται στο στάδιο «Γ. Καραϊσκάκης».
1967: Το σκάκι αναγνωρίζεται ως πνευματικό άθλημα με τον Αναγκαστικό Νόμο 127 περί Αναδιοργανώσεως Εξωσχολικού Αθλητισμού. Το πρώτο σκακιστικό σωματείο έχει ιδρυθεί στην Κέρκυρα το 1923 και η ομοσπονδία λίγο μετά τον πόλεμο, το 1947.
1966: Η ΑΕΚ αντιμετωπίζει τη Σάντος του Πελέ σε φιλικό αγώνα στη Νέα Υόρκη και ηττάται με 1-0 με γκολ του Τονίνιο. Κορυφαίος παίκτης του αγώνα είναι ο τερματοφύλακας της Ένωσης, Θόδωρος Μανιατέας, ο οποίος πραγματοποιεί σωρεία αποκρούσεων.
1957: Στο ντεμπούτο του με την Τσέλσι στο αγγλικό πρωτάθλημα, ο 17χρονος Τζίμι Γκριβς είναι ο σκόρερ του μοναδικού γκολ στο ισόπαλο παιχνίδι με την Τότεναμ στο «Γουάιτ Χαρτ Λέιν» (1-1).
1952: Αποκαλύπτεται ότι ο διεθνής τερματοφύλακας του Πανιωνίου, Νίκος Πεντζαρόπουλος, βρίσκεται στο Μιλάνο όπου έχει αρχίσει προπονήσεις με την Ίντερ. Η μεταγραφή δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ.
1946: Με καλύτερη βολή στα 47.96 μ. ο Νίκος Σύλλας καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στη δισκοβολία στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Όσλο, μόλις 18 εκατοστά πίσω από τον τρίτο, τον Φινλανδό Βέικο Νίκβιστ (48.14 μ.). Στα 200 μ. γυναικών η Σοβιετική Γεβγκένια Σετσένοβα νικά τη Βρετανίδα Γουίνιφρεντ Τζόρνταν (25.4 έναντι 25.6) και κάνει το νταμπλ στα σπριντ, μια και την είχε νικήσει και στα 100 μ.
1928: Η Ομοσπονδία τένις των ΗΠΑ αποβάλλει τον Μπιλ Τίλντεν από την ομάδα του Davis Cup επειδή είχε συντάξει άρθρα σε εφημερίδες σχετικά με την διοργάνωση.
1923: Ο Πάαβο Νούρμι σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στα 3 μίλια (14:11.2) σε αγώνα που διεξάγεται στη Στοκχόλμη.
1920: Η Σουζάν Λανγκλέν κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αμβέρσας, νικώντας στον τελικό τη Βρετανίδα Ντόροθι Χόλμαν με 2-0 σετ (6-3, 6-0). Την ίδια ημέρα η Γαλλίδα τενίστρια θα κερδίσει το χρυσό και στο μικτό διπλό με παρτενέρ τον Μαξ Ντεκιζίζ.
1920: Ο Αμερικανός πυγμάχος Έντι Ίγκαν κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των ημιβαρέων βαρών νικώντας στον τελικό τον Νορβηγό Σβέρε Σούρσνταλ. Δώδεκα χρόνια αργότερα θα γίνει ο πρώτος (και τελευταίος μέχρι νεωτέρας) αθλητής με χρυσό μετάλλιο και στους Χειμερινούς Αγώνες, ως μέλος της ομάδας τετραπλού μπόμπσλεϊ των ΗΠΑ.
1908: Ο Καναδός πυγμάχος Τόμι Μπερνς νικά με νοκ άουτ στον 13ο γύρο τον Αυστραλό, Μπιλ Σκουάιρς, στο Σίδνεϊ και διατηρεί τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στα βαρέα βάρη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Μαϊάμι Χιτ: Ενα σκουριασμένο ρομπότ στην υπηρεσία του Γιάννη
- Mεταγραφές: Μια... μικρή Λίβερπουλ στην Τράμπζονσπορ με Σαλάχ και Φαμπίνιο
- Γιάννης Κωνσταντέλιας: Ενα video με όλες τις ενέργειες που τρέλαναν τους Γερμανούς
- Ολυμπιακός: «Πρόταση 8 εκατ. ευρώ για τον Εντσον Αλβαρες»
- Super League: Τα αποτελέσματα και η βαθμολογία μετά την 1η αγωνιστική - Το πρόγραμμα της 2ης αγωνιστικής
