Σαν Σήμερα - Στιβ Οβέτ: Η απρόσμενη νίκη του αινιγματικού Βρετανού δρομέα επί του αντίζηλου Κόου στα 800 μ. στη Μόσχα

Μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων είναι η νίκη του Στιβ Οβέτ επί του Σεμπάστιαν Κόου στα 800 μ., στις 26 Ιουλίου 1980 στη Μόσχα. Η αντιπαλότητα των δύο κορυφαίων Βρετανών δρομέων σημάδεψε μια εποχή.

Έκπληξη δεν ήταν ακριβώς η νίκη του Στιβ Οβέτ επί του Σεμπάστιαν Κόου στον τελικό των 800 μ. των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας, στις 26 Ιουλίου 1980.

Ήταν όμως απρόσμενη, γι’ αυτό κι έχει καταγραφεί ως μία από τις πιο εμβληματικές κούρσες στην ιστορία της διοργάνωσης. Ο Οβέτ ήταν ήδη φτασμένος αθλητής, με διακρίσεις σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις που είχε συμμετάσχει, όμως δεν ήταν τόσο δυνατός στο οχτακοσάρι όσο στα 1.500 μ., όπου ήταν ο παγκόσμιος ρέκορντμαν και φάνταζε ως ο επικρατέστερος νικητής.

Αντίθετα, ο Κόου ήταν εκείνος που προερχόταν από 33 διαδοχικές νίκες στα 800 μ. που τον καθιστούσαν ακλόνητο φαβορί για το χρυσό μετάλλιο, παρότι το 1978 στην Πράγα είχε μείνει τρίτος στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος πίσω από τον συμπατριώτη του και τον μεγάλο νικητή, τον Ανατολικογερμανό Όλαφ Μπάιερ. Ύστερα από αυτήν την ήττα άρχισε το νικηφόρο σερί του νυν προέδρου της World Athletics, το οποίο έμελλε να λάβει τέλος σαν σήμερα το 1980 στην πρωτεύουσα της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Κόου έχει δηλώσει ότι ο τελικός των 800 μ. στη Μόσχα ήταν ο χειρότερος αγώνας της καριέρας του από πλευράς τακτικής προσέγγισης, αυτό όμως δεν μειώνει την αξία του επιτεύγματος του Οβέτ. Ο δρομέας από το Μπράιτον είχε κατέβει στο αγώνισμα πιο πολύ για να «ζεσταθεί» πριν από το χιλιοπεντακοσάρι και με τη λογική «ό,τι έρθει, θα είναι καλοδεχούμενο». Δεν είχε άγχος, σε αντίθεση με τον μεγάλο αντίπαλό του, ο οποίος ένιωθε την πίεση για τη νίκη σε όλο του το είναι, αν και φημιζόταν για το κρύο αίμα που έρρεε στις φλέβες του.

Ο Κόου ήταν τόσο νευρικός που δεν κοιμήθηκε καθόλου τη νύχτα πριν τον τελικό και την ώρα που ετοίμαζε το πρωινό του στο Ολυμπιακό Χωριό, τα χέρια του λύγισαν και το κανατάκι με το γάλα για τα δημητριακά του έπεσε στο τραπέζι. Ο Οβέτ, από την άλλη, παρέμεινε χαλαρός καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισε και τον αγώνα. Μπήκε τελευταίος στην αίθουσα αναμονής και πριν την είσοδο στο στάδιο χαιρέτισε έναν-έναν τους υπόλοιπους φιναλίστ και ευχήθηκε στον καθένα καλή επιτυχία.

Ακόμα και μετά την εκκίνηση, όταν εγκλωβίστηκε από τους αντιπάλους του στο πρώτο μισό της κούρσας, βρήκε τον τρόπο να κρατηθεί σε επαφή με τους πρώτους – σε αντίθεση με τον Κόου που έτρεξε επιπλέον μέτρα επειδή είχε αναγκαστεί να βγει στην εξωτερική. Κι όταν ο Σοβιετικός Νικολάι Κίροφ έκανε την αλλαγή στα μισά του δεύτερου γύρου, ο Οβέτ ήταν ο μόνος που τον ακολούθησε και τον «χτύπησε» την κατάλληλη στιγμή. Με μία εκπληκτική σε ένταση επίθεση, τον προσπέρασε στην τελική ευθεία και ουσιαστικά εξασφάλισε από εκεί τη νίκη.

Τότε εμφανίστηκε στο πλάνο και ο Κόου, ο οποίος προσπέρασε τον ασθμαίνοντα Βραζιλιάνο Αγκμπέρτο Γκιμαράες και μπήκε στις θέσεις που οδηγούσαν στο βάθρο. Ήταν όμως αδύνατο να προλάβει τον συμπατριώτη του που τερμάτισε καθαρά πρώτος με χρόνο 1:45.4. O παγκόσμιος ρέκορντμαν κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο με 1:45.9, αφού την ύστατη στιγμή πέρασε και τον Κίροφ που τερμάτισε τρίτος (με 1:46.0 έναντι 1:46.2 του τέταρτου Γκιμαράες).

Αναλυτές υπολόγισαν ότι ο Οβέτ κάλυψε το δεύτερο τετρακοσάρι σε 50.6 δευτερόλεπτα, χρόνος που είναι ασύλληπτος ακόμα και για τη σημερινή εποχή. Ο νικητής πανηγύρισε συγκρατημένα τη νίκη, δείχνοντας πιο πολύ ανακουφισμένος παρά εκστασιασμένος και την αφιέρωσε στη σύντροφό του (και κατοπινή σύζυγό του) Ρέιτσελ Γουόλερ. Στις δηλώσεις άφησε να εννοηθεί ότι περίμενε τη νίκη, απλώς όχι με τέτοια ευκολία και δεν άφησε κανένα υπονοούμενο για τον Κόου.

Η ρεβάνς του Κόου στα 1.500 μ.

Η νίκη του Οβέτ (αυτή είναι η πιο σωστή προφορά του επωνύμου του, αν και στη Ελλάδα έχει επικρατήσει ο τονισμός στην παραλήγουσα) προκάλεσε ενθουσιασμό σε μεγάλη μερίδα του βρετανικού κοινού, που θεωρούσε τον Κόου ευνοημένο του συστήματος.

Ήταν ο «καθώς πρέπει», μορφωμένος αθλητής από τον συντηρητικό βορρά, που πρόσεχε κάθε λέξη που έλεγε και είχε λάβει πολύτιμη βοήθεια από τον πατέρα του που ήταν διακεκριμένος προπονητής (ο Πίτερ Κόου). Αντίθετα ο Οβέτ γεννήθηκε στα νότια (στις 9 Οκτωβρίου 1955) κι όταν είχε πρωτοεμφανιστεί στις αρχές των ’70s με ατημέλητο μαλλί και αξύριστο look, είχε δώσει την εντύπωση του λαϊκού παιδιού που δεν έμπαινε σε καλούπια. Συν τοις άλλοις απέφευγε τις δηλώσεις στον Τύπο, αλλά όταν μιλούσε ήταν λιγότερο διπλωμάτης από τον αντίζηλό του.

Οι δύο αθλητές δεν έγιναν ποτέ φίλοι ούτε όμως πυροδότησαν την κόντρα τους με δηλώσεις έξω απ’ τους στίβους. Κατά βάθος έτρεφαν εκτίμηση ο ένας για τον άλλο και είχαν παραδεχθεί ακόμα και την περίοδο της ακμής τους ότι η αντιπαλότητα τούς είχε βοηθήσει και τους δύο να φτάσουν στα όριά τους. Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον τελικό των 1.500 μ. στη Μόσχα, όπου ο Κόου πήρε τη ρεβάνς για την ήττα του στο οχτακοσάρι.

Ο Οβέτ προερχόταν από 45 σερί νίκες στην απόσταση, στην οποία είχε αναδειχθεί πρωταθλητής Ευρώπης το 1978 στην Πράγα. Λίγες εβδομάδες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες είχε ισοφαρίσει το παγκόσμιο ρεκόρ του μεγάλου αντιπάλου του (με 3:32.1) και με το ψυχολογικό πλεονέκτημα που του είχε δώσει η νίκη στα 800 μ. θεωρούταν ακλόνητο φαβορί, παρότι υπήρχε και τρίτος καλός Βρετανός δρομέας, ο 19χρονος τότε Στιβ Κραμ.

Δεν έκανε κακό αγώνα στο χιλιοπεντακοσάρι ο αθλητής από το Μπράιτον. Ίσως όμως το πρώτο χρυσό να τον έκανε να αντιμετωπίσει πιο χαλαρά το καλό του αγώνισμα, ενώ δεν αποκλείεται να υποτίμησε κιόλας τον Κόου, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε διακρίσεις σ’ αυτό. Εις βάρος του αποδείχθηκε ότι λειτούργησε κι αργός ρυθμός που επέβαλε στην κούρσα ο Ανατολικογερμανός Γιούργκεν Στράουμπ, αν και πιθανότατα δεν θα τον είχε επηρεάσει αν ο σπουδαίος συμπατριώτης του δεν είχε μπει στον στίβο διψασμένος για εκδίκηση.

Τόσο ο Οβέτ όσο και ο Κόου (και μέχρι ένα σημείο και ο Κραμ) ακολουθούσαν κατά πόδας τον Στράουμπ, ο οποίος λίγο μετά τα 500 μέτρα έκανε μια προσπάθεια να ξεφύγει. Οι δύο Βρετανοί τον ακολούθησαν, όμως ο Κόου ήταν αυτός που έκανε πρώτος την επίθεση στην τελευταία στροφή και προσπέρασε τον Ανατολικογερμανό με το που μπήκαν στην τελική ευθεία. Ταυτόχρονα εξουδετέρωσε ψυχολογικά τον Οβέτ, ο οποίος δεν μπόρεσε παρά την υπερπροσπάθειά του να «σώσει» ούτε το ασημένιο μετάλλιο.

Το παν για τον Οβέτ ήταν η προπόνηση

Στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2011 ο Οβέτ συνόψισε την φιλοσοφία του γύρω από τον αθλητισμό, η οποία δεν περιστρεφόταν γύρω από τα μετάλλια και τα ρεκόρ. Ήταν ένας δρομέας που αγαπούσε το τρέξιμο και ακόμα περισσότερο την προπόνηση και όλη τη διαδικασία της προετοιμασίας για τους μεγάλους αγώνες.

«Η νίκη διαρκεί μόνο μερικά λεπτά. Η πραγματική ζωή του αθλητή είναι η προπόνηση», είχε πει ο Οβέτ, ο οποίος στην αυτοβιογραφία του προσθέτει ότι δεν φοβήθηκε ποτέ τη μοναξιά της προπόνησης. Απεναντίας, τον βοήθησε να νιώθει απόλυτος κυρίαρχος του εαυτού του και να αντιμετωπίσει την ίδια νοοτροπία ακόμα και τους μεγαλύτερους αγώνες. Πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1980, όταν οι δημοσιογράφοι τον πίεζαν να μιλήσει για τις επερχόμενες μάχες του με τον Κόου, εκείνος τους απαντούσε ότι αντίπαλός του δεν ήταν οι υπόλοιποι αθλητές, αλλά το χρονόμετρο και τα δικά του όρια.

Η στάση αυτή έκανε μερίδα των ΜΜΕ να τον χαρακτηρίζει αλαζόνα, ίσως επειδή απέφευγε τα πολλά-πολλά μαζί τους. Αφορμή για να σταματήσει να μιλάει στους δημοσιογράφους είχε σταθεί η κριτική που του είχαν ασκήσει το 1975, όταν είχε εκφράσει την επιθυμία να μη μετάσχει στον τελικό των 800 μ. του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου στο Κρίσταλ Πάλας, προκειμένου να ταξιδέψει στην Αθήνα και να σταθεί στο πλευρό της τότε συντρόφου του (όχι της Γουόλερ) που θα έπαιρνε μέρος λίγες μέρες αργότερα στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Νέων-Νεανίδων.

Ήταν ένας αθλητής με αινιγματική προσωπικότητα, που ακολούθησε τον δικό του δρόμο και γεύτηκε τα πάντα από πολύ νεαρή ηλικία. Μόλις στα 18 του κέρδισε το πρώτο του μετάλλιο (ασημένιο) στα 800 μ. στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1974 στη Ρώμη και δύο χρόνια αργότερα κέρδισε την πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Δεν κατάφερε να προκριθεί στον τελικό των 1.500 μ., τερμάτισε όμως πέμπτος στα 800 μ. (στον αγώνα που κέρδισε ο Κουβανός θρύλος Αλμπέρτο Χουαντορένα) και απέκτησε πολύτιμες εμπειρίες ώστε να φτάσει μελλοντικά σε ακόμα μεγαλύτερες διακρίσεις.

Από το 1977 ο Οβέτ έριξε το βάρος στο χιλιοπεντακοσάρι, όπου σημείωσε αρκετές νίκες επί του Νεοζηλανδού χρυσού ολυμπιονίκη Τζον Γουόκερ. Την ίδια χρονιά κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Ντίσελντορφ και ήταν πλέον έτοιμος για την καταξίωση στο Ευρωπαϊκό του 1978 στην Πράγα. Εκεί εκτός από το χρυσό στα 1.500 μ. (μπροστά από τον Ιρλανδό Ίμον Κόγκλαν και τον Βρετανό Ντέιβ Μούρκροφτ) κέρδισε και το ασημένιο στα 800 μ., στον αγώνα που – όπως προαναφέραμε – ήταν ο τελευταίος που έχασε ο Κόου πριν τη Μόσχα.

Οι άτυχες στιγμές του Λος Άντζελες

Ο Οβέτ έχασε λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού στον μηρό το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1982 στην Αθήνα και τα προβλήματα δεν τον εγκατέλειψαν ούτε το 1983, με συνέπεια να επιλεγεί μόνο για τα 1.500 μ. στο παρθενικό Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Ελσίνκι. Δεν βρισκόταν, ωστόσο, σε καλή κατάσταση και ακολουθώντας λανθασμένη τακτική, τερμάτισε τέταρτος στον αγώνα που κέρδισε ο Κραμ (ο οποίος είχε αναδειχθεί και πρωταθλητής Ευρώπης έναν χρόνο νωρίτερα).

Τον Σεπτέμβριο του 1983 σημείωσε παγκόσμιο ρεκόρ στο χιλιοπεντακοσάρι (3:30.77) και ανέκτησε την αυτοπεποίθησή του πριν αρχίσει την προετοιμασία του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες. Την εποχή του χειμώνα στην Ευρώπη πήγε για προετοιμασία στην Αυστραλία (όπου τους ίδιους μήνες ο καιρός είναι καλοκαιρινός) και έδειχνε ικανός για το νταμπλ. Με το που έφτασε, όμως, στις ΗΠΑ, υπέστη κρίση βρογχίτιδας και δεν μπορούσε να αποδώσει στο 100%. Προκρίθηκε οριακά στον τελικό των 800 μ. (αν και έκανε τον δεύτερο καλύτερο χρόνο της καριέρας του με 1:44.81), όπου ξέμεινε από δυνάμεις και τερμάτισε τελευταίος.

Η κατάσταση του Οβέτ επιδεινώθηκε τόσο που χρειάστηκε να περάσει δύο βράδια στο νοσοκομείο. Ωστόσο, συνήλθε κάπως και αποφάσισε να κατέβει στο χιλιοπεντακοσάρι, όπου κατάφερε να κερδίσει την πρόκριση στον τελικό. Μέχρι το «καμπανάκι» κρατιόταν κοντά στους πρωτοπόρους, όμως λίγα μέτρα αργότερα εγκατέλειψε. Ο Κόου επανέλαβε τον θρίαμβο της Μόσχας την ίδια ώρα που ο μεγάλος αντίπαλός του κατέρρεε με έντονους πόνους στο στήθος και μεταφερόταν με φορείο εκτός σταδίου. Ο Οβέτ, πάντως, δεν μετάνισε ποτέ για το γεγονός ότι είχε προσπαθήσει. «Αν δεν αγωνιζόμουν, θα είχα μείνει με την απορία για το τι θα είχα κάνει».

Η καριέρα του έκτοτε πήρε την κατιούσα και μοναδική αναλαμπή ήταν το χρυσό μετάλλιο στα 5.000 μ. (η νέα απόσταση στην οποία δοκίμασε την τύχη του) στους Αγώνες της Κοινοπολιτείας του 1986. Λίγες εβδομάδες αργότερα απέτυχε να τερματίσει στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Στουτγάρδης, ενώ μέτρια ήταν η παρουσία του στο Παγκόσμιο του 1987 στη Ρώμη (δέκατος). Η αποτυχία του να κερδίσει θέση στην ομάδα της Βρετανίας για τους Ολυμπιακούς του 1988 στη Σεούλ σήμανε ουσιαστικά το τέλος της καριέρας του, το οποίο επισημοποίησε το 1991.

Τα παιδιά του δεν γνώριζαν ότι ήταν ολυμπιονίκης

Στον Οβέτ δεν άρεσε ποτέ να μιλά ποτέ για το παρελθόν και δεν πληγώθηκε από το άδοξο τέλος της καριέρας του. Δεν νοιάστηκε ποτέ να κρατήσει καμία βιντεοκασέτα με τους αγώνες του και δεν μιλούσε καν στα παιδιά του για τις επιτυχίες που είχε γευτεί ως αθλητής. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μεγάλη κόρη του, Αλεξάντρα, έφτασε στην ηλικία των οκτώ χρόνων για να μάθει από μια συμμαθήτριά της ότι ο μπαμπάς ήταν ολυμπιονίκης. «Δεν είναι αλήθεια αυτό, έτσι δεν είναι;» του είπε έκπληκτη μέχρι που έμαθε ότι την αλήθεια.

Τον πρώτο καιρό μετά την απόσυρσή του ο Οβέτ εργάστηκε ως σχολιαστής αγώνων στίβου στο BBC και εδώ και πολλά χρόνια έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Αυστραλία. Μάλιστα ο γιος του, Φρέντι, ακολουθεί αθλητική καριέρα ως ποδηλάτης, αφού στην πρώιμη εφηβεία του είχε δοκιμάσει χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του στις μεσαίες αποστάσεις.

Το 1987 η πόλη του Μπράιτον τίμησε τον ολυμπιονίκη της Μόσχας με την ανέγερση ενός χάλκινου ανδριάντα του, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο Πρέστον Παρκ, αλλά κλάπηκε από αγνώστους το 2007. Από το 2012 έχει τοποθετηθεί στο ίδιο σημείο ένα ακριβές αντίγραφο του έργου, το οποίο ελπίζεται ότι θα παραμείνει εκεί ώστε να διασφαλίσει ότι και οι επόμενες γενιές θα γνωρίσουν το άξιο αθλητικό τέκνο της πόλης του αγγλικού νότου.

Πηγές: www.olympedia.org («Steve Ovett»), athleticsillistrated.com («Ovett An Autobiography – Book Review»), www.infobae.com («Wilson’s World: Seb Coe Reflects on Moscow 1980»), athleticsweekly.com («Matt Long reflects on the historic Olympic final, 40 years on»), www.irishtimes.com («Modest distance man»), en.wikipedia.org («Steve Ovett», «Athletics at the 1980 Summer Olympics», «Athletics at the 1984 Summer Olympics», «800 metres world record progression», «1500 metres world record progression»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 26 Ιουλίου

2024: Υπό καταρρακτώδη βροχή διεξάγεται στον Σηκουάνα και στους δρόμους του Παρισιού η Τελετή Έναρξης των 33ων Ολυμπιακών Αγώνων, στους οποίους μετέχουν 10.714 αθλητές και αθλήτριες από 204 χώρες. Σημαιοφόροι της ελληνικής αποστολής είναι ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη.

2021: Η 46χρονη Ουζμπέκα Οξάνα Τσουσοβίτινα μετέχει στον προκριματικό του άλματος στο Τόκιο (κατατάσσεται 14η) και καταγράφει συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες για όγδοη διαδοχική διοργάνωση. Το 1992 στη Βαρκελώνη είχε κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στο σύνθετο ομαδικό με την Ενωμένη Ομάδα των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών και έκτοτε δεν είχε χάσει άλλη διοργάνωση, ενώ το 2008 στο Πεκίνο είχε κερδίσει ασημένιο μετάλλιο στο άλμα με τα χρώματα της Γερμανίας.

2021: Η αρσιβαρίστρια Χαϊδιλίν Ντίας κερδίζει στο Τόκιο το πρώτο χρυσό μετάλλιο για τις Φιλιππίνες στην ιστορία τους στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στην κατηγορία των 55 κ.

2020: Η Γιουβέντους εξασφαλίζει τον ένατο σερί τίτλο της στη Serie A και τριακοστό έκτο συνολικά, χάρη στη νίκη της με 2-0 επί της Σαμπντόρια με γκολ των Κριστιάνο Ρονάλντο και Φεντερίκο Μπερναρντέσκι.

2015: Η εθνική ομάδα ζευγαριών BC3 του μπότσια, την οποία συγκροτούν οι Γρηγόρης Πολυχρονίδης, Νίκος Πανανός και Άννα Ντέντα, κατακτά το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ζευγαριών και ομάδων στο Γκίλφορντ της Αγγλίας.

2009: Η Εθνική Νέων Ανδρών του Κώστα Μίσσα κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο Eurobasket κάτω των 20 ετών που ολοκληρώνεται στη Ρόδο νικώντας στον μεγάλο τελικό την Γαλλία με 90-85.

2006: Η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ανακηρύσσει πρωταθλήτρια της περιόδου 2005-06 την Ίντερ αντί της Γιουβέντους, στελέχη της οποίας έχουν κριθεί ένοχα για τη συμμετοχή στο σκάνδαλο των στημένων αγώνων. Στη «Γιούβε» επιβάλλεται η ποινή του υποβιβασμού, ενώ της αφαιρείται και ο τίτλος της Serie A της περιόδου 2004-05 που δεν απονέμεται σε καμία ομάδα. Ποινή αφαίρεσης βαθμών επιβάλλεται στις Μίλαν, Φιορεντίνα, Λάτσιο και Ρετζίνα.

1998: Πεθαίνει σε ηλικία 86 ετών ο Αϊμορέ Μορέιρα, προπονητής της Εθνικής Βραζιλίας που είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962. Την περίοδο 1975-76 είχε περάσει χωρίς επιτυχία και από την τεχνική ηγεσία του Παναθηναϊκού.

1996: Ο Πύρρος Δήμας κατακτά το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 83 κιλών της άρσης βαρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα σηκώνοντας 180 κιλά στο αρασέ, 212.5 στο ζετέ και 392.5 στο σύνολο. Είναι το δεύτερο διαδοχικό χρυσό για τον ομογενή αθλητή.

1996: Η Έιμι Βαν Ντάικεν κερδίζει την πρωτιά στα 50 μέτρα ελεύθερο των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα και γίνεται η πρώτη Αμερικανίδα αθλήτρια που κερδίζει τέσσερα χρυσά μετάλλια σε μία διοργάνωση. Είχαν προηγηθεί οι νίκες της στα 100 πεταλούδα και στις σκυταλοδρομίες 4×100 ελεύθερο και 4×100 μικτή.

1983: Η Τσεχλοσλοβάκα Γιαρμίλα Κρατοχβίλοβα σημειώνει παγκόσμιο ρεκόρ στα 800 μ. με 1:53.28 σε διεθνές μίτινγκ στίβου στο Μόναχο. Πρόκειται για το παλαιότερο ενεργό ρεκόρ του κλασικού αθλητισμού στις μέρες μας.

1980: Ο Βρετανός Ντέιλι Τόμσον κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο δέκαθλο με 8.495 βαθμούς και η Ιταλίδα Σάρα Σιμεόνι κυριαρχεί στο ύψος με 1.97 μ. (ολυμπιακό ρεκόρ).

1980: Ο Σοβιετικός Γιούρικ Βαρντανιάν κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα 82,5 κ. της άρσης βαρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας σηκώνοντας 400 κιλά στο σύνολο (177,5 στο αρασέ και 222,5 στο επολέ-ζετέ).

1976: Η Σοβιετική Τατιάνα Καζάνκινα κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα 400 μέτρα με εμπόδια των Ολυμπιακών Αγώνων του Μόντρεαλ με νέο παγκόσμιο ρεκόρ 1:54.94 (1:56.0 το παλιό της συμπατριώτισσάς της, Βαλεντίνα Γκερασίμοβα). Παγκόσμιο ρεκόρ σημειώνει και ο Ούγγρος νικητής του ακοντισμού, Μίκλος Νέμεθ (94.58 μ.), ενώ στα 200 μέτρα νικητής αναδεικνύεται ο Τζαμαϊκανός Ντον Κουόρι, ο οποίος με 20.23 αφήνει πίσω του τους Αμερικανούς Μίλαρντ Χάμπτον (20.29) και Ντουέιν Έβανς (20.43).

1972: Ο Ολυμπιακός έρχεται σε οριστική συμφωνία με την Προοδευτική για την απόκτηση του αμυντικού Λάκη Γκλέζου.

1971: Ο Μοχάμεντ Αλί νικά τον Τζίμι Έλις στον πρώτο αγώνα του μετά την επιστροφή του στο μποξ, ύστερα από την άρνησή του να υπηρετήσει στον αμερικάνικο στρατό που του είχε στοιχίσει την αφαίρεση του παγκόσμιου τίτλου στα βαρέα βάρη.

1966: Η Αγγλία νικά με 2-1 την Πορτογαλία στον ημιτελικό του «Γουέμπλεϊ» και προκρίνεται στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά στην ιστορία της. Και τα δύο γκολ πετυχαίνει ο Μπόμπι Τσάρλτον στο 30′ και το 80′, ενώ το σκορ μειώνει ο Εουσέμπιο με πέναλτι στο 82′.

1964: Ο Χρήστος Παπανικολάου σημειώνει για πρώτη φορά πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα επί κοντώ, όταν υπερβαίνει τα 4.73 μ. στο Κάιρο.

1952: Ο Αμερικανός Μπομπ Μαθάιας κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο δέκαθλο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι με νέο παγκόσμιο ρεκόρ (7.887 βαθμοί) και επαναλαμβάνει το επίτευγμα που είχε σημειώσει το 1948 στο Λονδίνο σε ηλικία μόλις 17 χρόνων. Την ίδια ημέρα η Ρωσίδα Γκαλίνα Ζίμπινα γίνεται η πρώτη σφαιροβόλος που σπάει το φράγμα των 15 μέτρων (15.28 μ.) και ανεβαίνει φυσικά στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου.

1930: Η Αργεντινή συντρίβει με 6-1 τις ΗΠΑ στον πρώτο ημιτελικό του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου και κερδίζει το εισιτήριο για τον τελικό. Από δύο γκολ πετυχαίνουν οι Γκιγέρμο Στάμπιλε (69′, 87′) και Κάρλος Πεουσέλε (80′, 85′) κι από ένα οι Λουίς Μόντι (20′) και Αλεχάντρο Σκοπέλι (56′).

1925: Ο ΠΑΟΚ δίνει τον πρώτο αγώνα της ιστορίας του, με αντίπαλο τον Ηρακλή τον οποίο νικά με 2-1. Στις φανέλες των παικτών του ΠΑΟΚ φιγουράρει το τετράφυλλο πράσινο τριφύλλι που θα αντικατασταθεί από τον Δικέφαλο Αετό το 1929, όταν ο σύλλογος θα συγχωνευθεί με την ΑΕΚ Θεσσαλονίκης.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News