Σαν Σήμερα - Ανίμπαλ Τσιόκα: Ο αυθεντικός «πρίγκιπας» του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης

Μες στη χορεία των ξεχασμένων ηρώων των προπολεμικών Κόπα Αμέρικα ξεχωρίζει ο Ανίμπαλ Τσιόκα, ο οποίος βοήθησε την Ουρουγουάη να κατακτήσει τον τίτλο στις 27 Ιανουαρίου 1935 και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον μεγάλο Έντσο Φραντσέσκολι.

Με το προσωνύμιο «πρίγκιπας» είναι ευρύτερα γνωστός ο Έντσο Φραντσέσκολι, ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής που ανέδειξε η Ουρουγουάη στα τέλη του 20ού αιώνα.

Λίγοι γνωρίζουν, όμως, ότι το παρατσούκλι δεν ήταν καινούριο. Είχε προηγηθεί άλλος παίκτης, πολλές δεκαετίες νωρίτερα, που είχε κερδίσει τον χαρακτηρισμό επειδή διέθετε παρόμοια αγωνιστικά χαρακτηριστικά. Ήταν ο Ανίμπαλ Τσιόκα, ο θρύλος της Νασιονάλ Μοντεβιδέο, ο οποίος μνημονεύεται στην πατρίδα του κυρίως για τη συμβολή του στην κατάκτηση του 13ου Κόπα Αμέρικα από την εθνική ομάδα, στις 27 Ιανουαρίου 1935.

Ο αυθεντικός «πρίγκιπας» ήταν ο μέσα δεξιά της επιθετικής πεντάδας της «σελέστε» που συνέτριψε με 3-0 την Αργεντινή στον ουσιαστικό τελικό και ξεχώριζε για τη σπάνια τεχνική του κατάρτιση. Μπορεί να μην πηδούσε σχεδόν ποτέ για κεφαλιά και να χρησιμοποιούσε το αριστερό του πόδι μόνο… για να περπατάει, όμως κάθε φορά που άγγιζε την μπάλα με το δεξί, έκανε θαύματα. Είτε δημιουργούσε ευκαιρίες για τους συμπαίκτες του με έξυπνες πάσες ακριβείας είτε σκόραρε με φαλτσαριστά σουτ που αδυνατούσαν να αποκρούσουν οι τερματοφύλακες.

Μα πιο πολύ ο Τσιόκα γοήτευε τους φιλάθλους με το αριστοκρατικό στιλ του. Η απαράμιλλη φινέτσα με την οποία κινούταν μες στο γήπεδο, ακόμα κι όταν δεν είχε την μπάλα στα πόδια, καθήλωνε χιλιάδες θεατές που τον έκαναν χάζι. Μέχρι κι οι αντίπαλοί του, που δυσκολεύονταν έτσι κι αλλιώς να βρουν αντίλογο στις επινοήσεις του, κάθονταν συχνά και τον θαύμαζαν.

Πρώτος τον χαρακτήρισε «πρίγκιπα» (el príncipe) ο Φρανσίσκο Κόρνεϊ, παρουσιαστής της δημοφιλούς ραδιοφωνικής εκπομπής «Espacio Nacionalófilo». Το παρατσούκλι ήταν τόσο εύστοχο που υιοθετήθηκε αμέσως από το σύνολο του Τύπου και τους φιλάθλους και τον ακολούθησε μέχρι το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας του, το 1947.

Έκτοτε η Ουρουγουάη ανέδειξε πολλούς σπουδαίους ποδοσφαιριστές, αλλά κανένας δεν τόλμησε να διεκδικήσει τον χαρακτηρισμό. Τον κέρδισε τελικά ο Φραντσέσκολι το 1980, όταν έκανε τα πρώτα του βήματα με τη Μοντεβιδέο Γουόντερερς – τον σύλλογο στον οποίο είχε πρωτοπαίξει κι ο Τσιόκα – και ξεχώρισε για το αρχοντικό στιλ, που θύμισε στους παλιότερους . Ο ίδιος δυστυχώς δεν μπορούσε να τον δει, μια και στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε χάσει το φως του.

Ο Φραντσέσκολι ξεπέρασε εντέλει τον αυθεντικό «el  príncipe» σε φήμη, με τη σπουδαία καριέρα που πραγματοποίησε τόσο σε συλλογικό επίπεδο (κυρίως με τη Ρίβερ Πλέιτ) όσο και με την εθνική ομάδα (με την οποία κατέκτησε τρία Κόπα Αμέρικα). Η σύγκριση, όμως, ήταν εξ αρχής άνιση, αφού ο Τσιόκα δεν είχε τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε κάποιο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Το 1930 ήταν πολύ μικρός (γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου 1912) ώστε να βρεθεί δίπλα στους Χοσέ Νασάτζι, Χοσέ Λεάντρο Αντράντε και Έκτορ Σκαρόνε που κέρδισαν το βαρύτιμο τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ». Αλλά κι όταν μεγάλωσε και χρίστηκε διεθνής, είδε την ομοσπονδία της Ουρουγουάης να μην δήλωσε συμμετοχή στα τουρνουά του 1934 και του 1938. Θα προλάβαινε να παίξει το 1942 και ίσως και το 1946, όμως με την Υφήλιο να βρίσκεται σε αναταραχή λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η FIFA είχε διακόψει τη διοργάνωση.

Έτσι ο Τσιόκα συγκαταλέγεται στη χορεία των μεγάλων Λατινοαμερικάνων ποδοσφαιριστών (δίπλα στον Σεβερίνο Βαρέλα, τον Χοσέ Μανουέλ Μορένο και τον Νορμπέρτο Μέντες), που μεγαλούργησαν στα Κόπα Αμέρικα των δεκαετιών του ’30 και του ’40, αλλά παρέμειναν άγνωστοι στον υπόλοιπο κόσμο.

Μπήκε στα παπούτσια του Σκαρόνε

Σε ένα πράγμα είχε σταθεί τυχερός ο Τσιόκα. Μεγάλωσε στη γειτονιά Χασίντο Βέρα του Μοντεβιδέο, η οποία ήταν διάσπαρτη από αλάνες όπου πολλοί πιτσιρικάδες έπαιζαν με τις ώρες ποδόσφαιρο. Από τα προεφηβικά του χρόνια ξεχώρισε με τις επιδόσεις του σε ανεξάρτητα σωματεία και το 1931 εντάχθηκε στη Γουόντερερς, που ήταν και η ομάδα που υποστήριζε ο πατέρας του. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός (η ομάδα του πρωταγωνιστούσε στο πρωτάθλημα και μάλιστα κατέκτησε τον τίτλο) και ο μικρός Ανίμπαλ δεν μπόρεσε να βρει θέση στην εντεκάδα.

Στα τέλη του ίδιου έτους έφυγε με προορισμό τη Νασιονάλ. Ο Έκτορ Σκαρόνε, ο θρυλικός μέσα δεξιά της Εθνικής Ουρουγουάης που είχε σαρώσει τους τίτλους τα προηγούμενα χρόνια, είχε φύγει για την Ιταλία και ο Τσιόκα βρήκε χώρο για να λάμψει. Καθιερώθηκε στο βασικό σχήμα από τον Ούγγρο προπονητή, Αμέρικο Σιγκέτι και δεν βγήκε από αυτό ούτε όταν ο «Μάγος» επέστρεψε στον σύλλογο το 1934. Απλώς, άλλαξε ο ρόλος του στο γήπεδο. Είτε περνούσε στη θέση του έξω δεξιά είτε ακόμα και στην κορυφή της επίθεσης.

Με τη Νασιονάλ στέφθηκε πρωταθλητής Ουρουγουάης το 1933 και το 1934. Στη δεύτερη χρονιά, μάλιστα, συμμετείχε στο περίφημο ματς «των εννιά εναντίον των έντεκα» της Πενιαρόλ. Ήταν ο πρώτος τελικός του πρωταθλήματος που συνεχίστηκε από το 6ο λεπτό τρεις μήνες μετά την κανονική διεξαγωγή του. Οι «τρικολόρ» έπαιξαν με δύο παίκτες μείον επειδή ο Νασάτζι κι ο Λαμπράγκα είχαν αποβληθεί κατά τη διάρκεια των επεισοδίων που είχαν προκαλέσει τη διακοπή, αλλά κατάφεραν με έξυπνη τακτική να κρατήσουν το 0-0.

Εντεκάδα της Νασιονάλ το 1932, με τον νεαρό Τσιόκα να διακρίνεται στο μέσον της σειράς των καθημένων (πηγή: atilio.uy).

Ο Τσιόκα συμπεριλήφθηκε στην εθνική ομάδα για το Κόπα Αμέρικα του 1935 και ανέλαβε να μπει… στα παπούτσια του βετεράνου Σκαρόνε. Το τουρνουά ήταν σύντομο, μια και μόνο τέσσερις χώρες είχαν δηλώσει συμμετοχή. Αυτό, πάντως, δεν μείωνε ιδιαίτερα τον βαθμό δυσκολίας για την Ουρουγουάη, απ’ τη στιγμή που είχε να αντιμετωπίσει την Αργεντινή, με την οποία οι σχέσεις ήταν τεταμένες ύστερα από τον επεισοδιακό τελικό του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Από εκείνη την ομάδα είχαν απομείνει ο αρχηγός Νασάτζι, ο τερματοφύλακας Ενρίκε Μπαγεστέρο, ο μέσος Λορένσο Φερνάντες και ο μονόχειρας σέντερ φορ Έκτορ Κάστρο. Ο «πρίγκιπας» συγκρότησε την κεντρική επιθετική τριάδα μαζί με τον τελευταίο και τον συμπαίκτη του στη Νασιονάλ, Ενρίκε Φερνάντες, όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν δύσκολα στα δύο πρώτα ματς.

Η νίκη επί του γηπεδούχου Περού στην πρεμιέρα (1-0) ήρθε με γκολ του Κάστρο δέκα λεπτά πριν τη λήξη. Ισχυρή αντίσταση πρόβαλε και η Χιλή, ο Τσιόκα όμως πήρε την κατάσταση… στα πόδια του και πέτυχε και τα δύο γκολ της νίκης με 2-1.

Με κόκκινες φανέλες στον «τελικό»

Έτσι, ο τίτλος θα κρινόταν στις 27 Ιανουαρίου 1935 στον τελευταίο αγώνα κόντρα στην Αργεντινή. Η «αλμπισελέστε» φάνταζε μάλιστα ως φαβορί, μια και είχε νικήσει με 4-1 το Περού και τη Χιλή, έχοντας σε μεγάλη φόρμα τον βασικό επιθετικό της, Ερμίνιο Μασαντόνιο.

Ο Τσιόκα κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με δύο απ’ τους τρεις «παλιούς», τον Νασάτζι και τον Φερνάντες, οι οποίοι του έκαναν… φροντιστήριο όλες τις μέρες πριν από τον ουσιαστικό τελικό. Τον έβαλαν μάλιστα να πιάσει πριν τη σέντρα τον Αντόνιο Σάστρε, το μεγάλο «αστερι» των Αργεντινών και να του μεταφέρει ότι οι δύο τους έπαιζαν τον τελευταίο τους αγώνα με την Ουρουγουάη και δεν είχαν σκοπό να φύγουν ηττημένοι από το εθνικό στάδιο της Λίμα.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η «σελέστε» έγινε εκτάκτως… «ρόχα» εκείνη τη μέρα, μια και παρατάχθηκε με κόκκινες φανέλες αντί για τις παραδοσιακές γαλάζιες – για να αποφευχθεί το μπέρδεμα με τις παρόμοιες εμφανίσεις του αντιπάλου. Δεν ξέρουμε αν έπαιξε αυτό ρόλο ή τα mind games στα οποία συμμετείχε ο Τσιόκα, πάντως στο γήπεδο η Ουρουγουάη ήταν σαρωτική και νίκησε με 3-0 πετυχαίνοντας όλα τα γκολ απ’ το πρώτο ημίχρονο!

Επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ της εποχής με τους παίκτες της Ουρουγουάης να φορούν την ιστορική κόκκινη φανέλα με την οποία νίκησαν την Αργεντινή στις 27 Ιανουαρίου 1935. Ο Τσιόκα διακρίνεται δεύτερος από αριστερά στους καθιστούς, ενώ στη φωτογραφία έχει μπει και ο αναπληρωματικός Ζουνίνιο (που πέρασε στον αγώνα ως αλλαγή).

Ο Κάστρο άνοιξε το σκορ στο 18′ και λίγο αργότερα ο Χοσέ Ταμποάδα έγραψε το 2-0. Οι Αργεντινοί δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν, αφού στο 36′ ο «πρίγκιπας» πέτυχε και τρίτο γκολ. Η Ουρουγουάη ήταν πρωταθλήτρια Νοτίου Αμερικής για έβδομη φορά και ο Τσιόκα αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της (και δεύτερος του τουρνουά με ένα λιγότερο τέρμα απ’ τον Μασαντόνιο).

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι θριαμβευτές δεν παρέλαβαν τρόπαιο μετά τη λήξη του τελικού, μια και η CONMEBOL… δεν το είχε θεσμοθετήσει. Η διεξαγωγή της διοργάνωσης οριστικοποιήθηκε την ύστατη στιγμή και χρησίμευσε περισσότερο ως κριτήριο πρόκρισης των ομάδων της ηπείρου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936. Γι’ αυτόν τον λόγο χαρακτηρίζεται ως «έκτακτη» (Campeonato extraordinario), αν και η αξία της δεν υποβαθμίζεται.

Ηγέτης στη «χρυσή πενταετία» της Νασιονάλ

Ο Τσιόκα είχε πλέον καθιερωθεί ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές της Ουρουγουάης και συνέχισε να διαπρέπει με τη φανέλα της Νασιονάλ. Mετά την αποχώρηση του Σκαρόνε ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην ομάδα που σάρωσε τους τίτλους για μία πενταετία (1939-43).

Αγωνιζόμενος πλέον στη φυσική του θέση, τροφοδοτούσε τον θρυλικό σέντερ φορ Ατίλιο Γκαρσία (πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στον σύλλογο με 465 γκολ) και τον Αργεντινό μέσα αριστερά Γκαμπίνο Μπαγεστέρος, χωρίς να παραλείπει να σκοράρει κι ο ίδιος. Στα δεκαπέντε χρόνια που αγωνίστηκε με τα χρώματα των «τρικολόρ» πέτυχε 154 τέρματα σε 354 συμμετοχές και κατατάσσεται ψηλά στη λίστα των γκολτζήδων του συλλόγου.

Ένα από τα πιο σημαντικά γκολ που σημείωσε ο «el príncipe» με τη Νασιονάλ ήταν αυτό στο νικηφόρο ντέρμπι με την Πενιαρόλ τον Σεπτέμβριο του 1940 (3-2), που της έδωσε σημαντικό προβάδισμα στη βαθμολογία σε κρίσιμη καμπή της διοργάνωσης. Σε όλη τη διάρκεια της «χρυσής πενταετίας», πάντως, ήταν υπερπολύτιμο στέλεχος και ο αγαπημένος της κερκίδας.

Η θρυλική επιθετική πεντάδα της Νασιονάλ, που την οδήγησε στην κατάκτηση πέντε διαδοχικών πρωταθλημάτων Ουρουγουάης. Από αριστερά: Λουίς Βόλπι, Ανίμπαλ Τσιόκα, Ατίλιο Γκαρσία, Γκαμπίνο Μπαγεστέρος και Βιβιάνο Σαπιραΐν.

Την ίδια εποχή συνέχισε να διαπρέπει και με την εθνική ομάδα. Πήρε μέρος στο Κόπα Αμέρικα του 1939, όπου η «σελέστε» έμεινε δεύτερη πίσω από το Περού του Λόλο Φερνάντες, αλλά και σε εκείνο του 1942, όπου στέφθηκε για δεύτερη φορά πρωταθλητής Νοτίου Αμερικής – σηκώνοντας και κύπελλο, σε αντίθεση με την πρώτη.

Ο ομοσπονδιακός προπονητής, Πέδρο Σέα, αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει στη θέση του σέντερ φορ κι ο Τσιόκα πέτυχε δύο γκολ στις νίκες επί της Χιλής (6-1) και της Παραγουάης (3-1). Τη δόξα βέβαια έκλεψαν ο Σεβερίνο κι Ομπντούλιο Βαρέλα, όπως κι ο συμπαίκτης του στη Νασιονάλ Βιβιάνο Σαπιραΐν, που πέτυχε το γκολ στον ουσιαστικό τελικό με την Αργεντινή. Όμως και ο «πρίγκιπας» είχε σημαντικό μερίδιο στην επιτυχία, στο «κύκνειο άσμα» του με τη φανέλα της εθνικής ομάδας (ο τελικός απολογισμός του ήταν 21 συμμετοχές και 7 γκολ).

Το περίεργο «αντίο» στα γήπεδα και το τέλος

Ο Τσιόκα κατέγραψε τις τελευταίες συμμετοχές του με τη Νασιονάλ το 1946, αλλά ανακοίνωσε την απόσυρσή του από τη δράση στις αρχές του 1947. Ο σύλλογός του οργάνωσε ένα φιλικό παιχνίδι για να τον τιμήσει και ο «πρίγκιπας» φόρεσε τη στολή και τα παπούτσια του για να αγωνιστεί. Αντ’ αυτού, όμως, προτίμησε να κάνει τον γύρο του γηπέδου για να χαιρετίσει τους φιλάθλους και μπήκε καταχειροκροτούμενος στη φισούνα που οδηγούσε στα αποδυτήρια. Όπως έγραψαν οι εφημερίδες, «η τελευταία του παράσταση είχε μείνει λειψή».

Τον Φεβρουάριο του 1977 η Νασιονάλ τίμησε στο στάδιο Centenario όλους τους άσους της «χρυσής πενταετίας» που βρίσκονταν ακόμα στη ζωή. H αγκαλιά του Τσιόκα με τον σκληροτράχηλο αμυντικό, Σούμπερτ Γκαμπέτα, που ξέσπασε σε λυγμούς όταν συνειδητοποίησε ότι ο παλιός του συνοδοιπόρος είχε χάσει την όρασή του, ήταν η πιο δυνατή στιγμή της ημέρας.

Στις 7 Νοεμβρίου 1981, ο αυθεντικός «πρίγκιπας» του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 69 ετών. Μνημονεύεται ακόμα ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Νασιονάλ και η συμβολή του στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα του 1935 από τη «σελέστε» δεν θα ξεχαστεί ποτέ από τους συμπατριώτες του.

Πηγές: decano.com («El auténtico príncipe»), thesefootballtimes.co («Enzo Francescoli: The Prince of Uruguay who inspired a young Zidane»), atilio.uy («Campeonato Uruguayo 1940», «Campeonato Uruguayo 1942»), en.wikipedia.org («Aníbal Ciocca», «1935 South American Championship»), transfermarkt.com («Aníbal Ciocca»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 27 Ιανουαρίου

2013: Η Ισπανία κερδίζει το Παγκόσμιο Κύπελλο χάντμπολ που διεξάγεται στη Μαδρίτη, μια και συντρίβει στον τελικό τη Δανία με 35-19.

2008: Ο Νόβακ Τζόκοβιτς γίνεται ο πρώτος Σέρβος τενίστας που κατακτά τουρνουά γκραν σλαμ, όταν νικά στον τελικό του Αυστραλιανού Όπεν τον Γάλλο Τζο-Βιλφρίντ Τσονγκά με 3-1 σετ (4-6, 6-4, 6-3, 7-6). Ο Τζόκοβιτς έχει φτάσει σήμερα τους 24 τίτλους στα τέσσερα τουρνουά γκραν σλαμ και κατέχει το σχετικό ρεκόρ.

2007: Ο Σωτήρης Νίνης πετυχαίνει το παρθενικό του γκολ στο πρωτάθλημα της Super League, στον αγώνα Παναθηναϊκός-Πανιώνιος 2-0 στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ο νεαρός μεσοεπιθετικός είναι μόλις 16 ετών και 299 ημερών και γίνεται ο νεότερος σκόρερ του «τριφυλλιού» στην Α’ Εθνική.

2002: Ο Άρης νικά 1-0 τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ, έχοντας κορυφαίο παίκτη τον τερματοφύλακα Φάνη Κατεργιαννάκη που πραγματοποιεί σωρεία εντυπωσιακών αποκρούσεων. Το γκολ των «κιτρίνων» πετυχαίνει ο Βέλγος Νόρντιν Τζμπαρί στο 79′.

1996: Αγωνιζόμενη πλέον με τα χρώματα των ΗΠΑ, η Μόνικα Σέλες κατακτά το Αυστραλιανό Όπεν νικώντας στον τελικό τη Γερμανίδα Άνκε Χούμπερ με 2-0 σετ (6-4, 6-1). Πρόκειται για το πρώτο τουρνουά γκραν σλαμ που κατακτά η Σέλες ύστερα από τον Απρίλιο του 1993, όταν μανιακός θεατής τη μαχαίρωσε στην πλάτη κατά τη διάρκεια αγώνα της στο Αμβούργο. Θα αποδειχθεί και το τελευταίο.

1991: Οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές του Πανιωνίου απέχουν από τον εκτός έδρας αγώνα της ομάδας τους με τον Παναθηναϊκό λόγω οφειλών της διοίκησης. Στη θέση τους παρατάσσονται οι ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές του συλλόγου (ανάμεσά τους κι ο 18χρονος Τάκης Φύσσας), οι οποίοι γνωρίζουν την ήττα με 6-1.

1985: Ο Θωμάς Μαύρος πετυχαίνει και τα πέντε γκολ της ΑΕΚ στη νίκη επί του Αιγάλεω με 5-2 στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ο διεθνής κυνηγός της Ένωσης γίνεται μόλις ο όγδοος παίκτης στην ιστορία της Α’ Εθνικής που σημειώνει πέντε γκολ σε ένα ματς. Την ίδια ημέρα, ο Νίκος Σαργκάνης σκοράρει με πέναλτι στον αγώνα Ολυμπιακός-Ηρακλής 3-1.

1980: Η ήττα του Ολυμπιακού από τον ΟΦΗ στο Ηράκλειο (2-0) προκαλεί την απόλυση του προπονητή, Τόζα Βεσελίνοβιτς. Θα τον διαδεχθεί (ύστερα από ένα σύντομο υπηρεσιακό πέρασμα του Θανάση Μπέμπη) ο Κάζιμιρ Γκόρσκι, ο οποίος θα οδηγήσει την ομάδα στον τίτλο.

1970: Ο Αμερικανός Άρθουρ Ας νικά στον τελικό του Αυστραλιανού Όπεν τον «γηπεδούχο» Ντικ Κρέιλι με 3-0 σετ (6-4, 9-7, 6-2). Ο Ας γίνεται έτσι ο πρώτος μη Αυστραλός νικητής του τουρνουά μετά το 1959, όταν το είχε κατακτήσει ο επίσης Αμερικανός, Άλεξ Ολμέντο.

1969: Ο Ροντ Λέιβερ κατακτά το Αυστραλιανό Όπεν νικώντας τον Ισπανό Αντρές Χιμένο με 3-0 σετ (6-3, 6-4, 7-5). Ο μεγάλος Αυστραλός τενίστας θα κάνει «γκραν σλαμ» εκείνη τη χρονιά, μια και θα κερδίσει στη συνέχεια το Ρολάν Γκαρός, το Γουίμπλεντον και το Αμερικάνικο Όπεν.

1968: Ο Ανδρέας Φιλώτας του Ολυμπιακού Λευκωσίας γίνεται ο πρώτος τερματοφύλακας που σκοράρει σε αγώνα του πρωταθλήματος της Α’ Εθνικής. Ευστοχεί σε πέναλτι στο 88′ του εντός έδρας αγώνα με τον Πανσερραϊκό και χαρίζει στην ομάδα του τη νίκη με 2-1.

1965: Ο Ολυμπιακός συντρίβει με 4-0 τον ΠΑΟΚ στο γήπεδο της Τούμπας. Πρόκειται για την ευρύτερη νίκη εκτός έδρας νίκη των «ερυθρόλευκων» επί του μεγάλου τους αντιπάλου, αλλά και την βαρύτερη εντός έδρας ήττα του «Δικεφάλου» στην ιστορία του στην Α’ Εθνική. Τα γκολ σημειώνουν οι Μποτίνος (20′), Γιούτσος (47′), Αγανιάν (59′) και Σιδέρης (74′).

1954: Ο Άρτσι Μουρ νικά με ομόφωνη απόφαση των κριτών τον Τζόι Μάξιμ στο Μαϊάμι και διατηρεί τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στα ημιβαρέα βάρη της πυγμαχίας.

1935: Ο Βρετανός τενίστας Φρεντ Πέρι κερδίζει τον μοναδικό του τίτλο στο Αυστραλιανό Πρωτάθλημα (νυν Αυστραλιανό Όπεν) νικώντας στον τελικό τον «γηπεδούχο» Τζακ Κρόφορντ με 3-0 σετ (6-3, 7-5, 6-1).

1924: Ο Φινλανδός αθλητής του πατινάζ ταχύτητας, Κλας Τούνμπεργκ κατακτά τρία χρυσά μετάλλια στους 1ους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Σαμονί. Με τη νίκη του στον τελικό των 1.500 μέτρων, πρωτεύει και στην κατηγορία all round, αφού μία ημέρα νωρίτερα είχε κατακτήσει το χρυσό και στα 5.000 μέτρα.

1911: Ο Ανρί Ρουζιέ κερδίζει το πρώτο Ράλι του Μόντε Κάρλο, οδηγώντας μια Turcat-Mery.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News