Σαν Σήμερα - Τζον Τσαρλς: Ο «ευγενής γίγαντας» που έπαιζε με την ίδια άνεση στην επίθεση και την άμυνα
Στις 22 Φεβρουαρίου 2004 άφησε την τελευταία του πνοή ο Τζον Τσαρλς, ένας από τους κορυφαίους Βρετανούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, που διέπρεψε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60 με τη Λιντς, τη Γιουβέντους και την Εθνική Ουαλίας.
Ποδοσφαιριστές που άρχισαν την καριέρα τους ως επιθετικοί και αργότερα διέπρεψαν ως αμυντικοί (ή το αντίστροφο) υπάρχουν πολλοί.
Ένα σύγχρονο παράδειγμα είναι ο Μοχάμεντ Σαλάχ, ο οποίος στα πρώτα του βήματα στα «τσικό» στην Ελ Μοκαουλούν αγωνιζόταν ως αριστερός μπακ, προτού καθιερωθεί στην επίθεση όπου διέπρεψε από τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του καριέρας. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κώστα Μαυρίδη, ο οποίος στα 22 του μετατράπηκε από σέντερ φορ σε κεντρικό αμυντικό (και καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους της εποχής του).
Ξέρετε, όμως, πολλούς παίκτες που είχαν την ικανότητα να εναλλάσσονται στη θέση του σέντερ φορ και του σέντερ μπακ με την ίδια άνεση, ακόμα και στη διάρκεια του ίδιου αγώνα; Αυτό το σπάνιο χάρισμα είχε ο Ουαλός Τζον Τσαρλς, ο οποίος έφυγε απ’ τη ζωή στις 21 Φεβρουαρίου 2004 σε ηλικία 72 ετών.
Πάλι κάποιοι θα προστρέξετε στις εμπειρίες σας από το ελληνικό πρωτάθλημα και θα σκεφτείτε τον Σταύρο Λαμπριάκο, ο οποίος πράγματι κάλυπτε με επιτυχία και τις δύο θέσεις ως παίκτης του Απόλλωνα Σμύρνης και της Ξάνθης, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε αγώνα. Ο Τσαρλς, ωστόσο, είχε καταφέρει το ίδιο πράγμα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, ιδίως την εποχή που ήταν ο ηγέτης και ο αρχηγός της Γιουβέντους. Πόσο εφικτό θα ήταν κάτι τέτοιο σήμερα;
Βέβαια ο Ουαλός άφησε εποχή στην Ιταλία κυρίως για την ικανότητά του ως επιθετικός, τη θέση στην οποία αγωνιζόταν συνήθως προκαλώντας τρόμο στους αντιπάλους του. Μαζί με τον Ομάρ Σίβορι και τον Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι, συνέθεσαν την περίφημη «μαγική τριπλέτα» που οδήγησε τη Γιούβε στην κατάκτηση τριών πρωταθλημάτων (1958, 1960, 1961) και δύο Κυπέλλων (1959, 1960).
Παρά το επιβλητικό παρουσιαστικό του (είχε ύψος 1.88 μ. και βάρος 95 κιλά), που του επέτρεπε να κυριαρχεί στο εναέριο παιχνίδι, ο Τσαρλς ήταν αρκετά γρήγορος και διέθετε καλή τεχνική κατάρτιση, στοιχεία που τον έκαναν να υπερέχει έναντι άλλων επιθετικών που χρησιμοποιούσαν μόνο τον όγκο τους επειδή δεν ήξεραν μπάλα. Σκόραρε με την ίδια άνεση τόσο με το δεξί όσο και με το αριστερό πόδι, ενώ ήταν και καλός πασέρ.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, ήταν ότι ήταν εκ πεποιθήσεων τζέντλεμαν στα γήπεδα – το ακριβώς αντίθετο από τον Σίβορι δηλαδή. Σε όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής καριέρας του που διήρκεσε είκοσι πέντε χρόνια, ο Τσαρλς δεν αποβλήθηκε ούτε παρατηρήθηκε ποτέ (τότε δεν υπήρχαν κίτρινες και κόκκινες κάρτες), γεγονός που ενέπνευσε τους Ιταλούς να του δώσουν το προσωνύμιο «ο ευγενής γίγαντας» («il gigante buono»).
Από τη Σουόνσι στη Λιντς
Ο Τζον Τσαρλς γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1931 στην Κουμπούρλα της επαρχίας του Σουόνσι και άρχισε να παίζει από μικρός μπάλα μαζί με τον νεότερο αδελφό του Μελ, ο οποίος εξελίχθηκε κι αυτός σε έναν καλό επαγγελματία ποδοσφαιριστή και στέλεχος της Εθνικής Ουαλίας.
Σε ηλικία 14 ετών εντάχθηκε στη Σουόνσι και η πρώτη του θέση ήταν σέντερ χαφ (στο 3-2-5 της εποχής ήταν κάτι αντίστοιχο με τον κατοπινό ρόλο του σέντερ μπακ). Ως αμυντικός πήρε μεταγραφή τον Σεπτέμβριο του 1948 στη Λιντς, η οποία αγωνιζόταν τότε στη Β’ Κατηγορία. Τον επέλεξε ύστερα από μια σύντομη δοκιμή ο μάνατζερ Φρανκ Μπέκλεϊ, ο οποίος του άλλαξε πολλές θέσεις (από δεξί μπακ μέχρι έξω αριστερά) προτού καταλήξει να τον εμπιστευθεί ως αμυντικό σ’ ένα φιλικό της πρώτης ομάδας κόντρα στην σκωτσέζικη Κουίν οφ Σάουθ, στις 19 Απριλίου 1949.
Ως αμυντικός έκανε και το ντεμπούτο του στην Εθνική Ουαλίας, τον Μάρτιο του 1950 κόντρα στη Βόρειο Ιρλανδία. Η καριέρα του, όμως, ανέβηκε επίπεδο στη διάρκεια της περιόδου 1952-53, όταν ο Μπέκλεϊ, απογοητευμένος από την αδυναμία των επιθετικών του στο σκοράρισμα, αποφάσισε να δοκιμάσει τον Τσαρλς σε ρόλο σέντερ φορ, μια και πόνταρε στην ικανότητά του στο ψηλό παιχνίδι. Κι αυτός τα πήγε τόσο καλά, που δεν επέστρεψε στην άμυνα παρά μόνο όταν υπήρχε ανάγκη.

Η μαγική τριπλέτα της Γιουβέντους, που την οδήγησε στην κατάκτηση τριών πρωταθλημάτων και δύο Κυπέλλων Ιταλίας. Αριστερά ο Ομάρ Σίβορι, στο μέσον ο Τζον Τσαρλς και δεξιά ο Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι (πηγή: Wikimedia Commons).
Το τέλος εκείνης της σεζόν βρήκε τον γιγαντόσωμο Ουαλό να έχει πετύχει 26 γκολ στο πρωτάθλημα. Καθιερώθηκε ως σέντερ φορ και στην εθνική της πατρίδας του, ως παρτενέρ τον Τρέβορ Φορντ της Κάρντιφ (και παλιότερα της Σάντερλαντ και της Άστον Βίλα), ενώ συνέχισε να βομβαρδίζει τις εστίες των αντιπάλων της Λιντς. Μόλις το 1956, ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του στο σκοράρισμα βοήθησε τα «παγώνια» να κερδίσουν την άνοδο στην κορυφαία κατηγορία, με τέσσερις βαθμούς διαφορά από τη Λίβερπουλ.
Κανείς δεν αμφέβαλλε ότι ο Τσαρλς θα ήταν εξίσου καλός και στα «σαλόνια». Με 38 γκολ σε 40 συμμετοχές, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος και έπεισε τη Γιουβέντους να τον αποκτήσει με το ποσό-ρεκόρ των 65.000 λιρών.
Από τη Γιουβέντους στο Μουντιάλ
Η συμπεριφορά των Ιταλών αμυντικών ήταν τότε πιο σκληρή από την αντίστοιχη των Βρετανών. Ο Τσαρλς, ωστόσο, δεν έχασε ποτέ την ψυχραιμία του και εξελίχθηκε σε ηγέτη της «μαγικής τριπλέτας» στην επίθεση της Γιουβέντους. Ο Μπονιπέρτι κάλυψε τον ρόλο του μέσα δεξιά και ο Σίβορι αυτόν του μέσα αριστερά, με τον Ουαλό να παίζει στην κορυφή, αλλά να βοηθάει και στην άμυνα όταν η ομάδα δεχόταν πίεση και έπρεπε να κρατήσει το υπέρ της σκορ.
Η συμβολή του Τσαρλς στους πέντε τίτλους που κατέκτησε η «Κυρία» μέσα σε μία τετραετία ήταν καταλυτική και πολλοί τον θεωρούσαν πλέον ως έναν από τους κορυφαίους παίκτες στον κόσμο. Χάρη σ’ αυτόν, μάλιστα, η Εθνική Ουαλίας βίωσε και μία πρωτόγνωρη επιτυχία. Την πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958, ύστερα από την επικράτησή της στα μπαράζ με το Ισραήλ (κέρδισε και τα δύο ματς με σκορ 2-0).
Ο Τσαρλς ήταν η ατραξιόν της ομάδας στα γήπεδα της Σουηδίας και σκόραρε με κεφαλιά (ύστερα από κόρνερ του αδελφού του, Μελ) στην ισοπαλία με 1-1 κόντρα στην Ουγγαρία, που κράτησε ζωντανές τις ελπίδες πρόκρισης από τον όμιλο. Ωστόσο, τραυματίστηκε στον αγώνα μπαράζ κόντρα στον ίδιο αντίπαλο (νίκη με 2-1 με γκολ των Άιβον Ολτσερτς και Τέρι Μεντγουιν) και δεν μπόρεσε να αγωνιστεί στον προημιτελικό με τη Βραζιλία.
Το ματς αυτό θεωρείται κομβικό για την εξέλιξη του διεθνούς ποδοσφαίρου, μια και η «σελεσάο» νίκησε 1-0 με το παρθενικό γκολ του 17χρονου Πελέ σε Μουντιάλ και στη συνέχεια κατέκτησε το τρόπαιο για πρώτη φορά στην ιστορία της. Αν ο Τσαρλς είχε αγωνιστεί, ίσως η έκβαση να ήταν διαφορετική. Τουλάχιστον αυτό υποστήριζε ο προπονητής της Ουαλίας, Τζίμι Μέρφι.
Οι αγώνες με τον Παναθηναϊκό το 1961
Όταν ο Παναθηναϊκός κληρώθηκε να αντιμετωπίσει τη Γιουβέντους, το φθινόπωρο του 1961 για το Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο Τσαρλς ήταν ήδη μύθος. Η παρουσία του και μόνο στην Αθήνα αποτέλεσε πόλο έλξης για τους φιλάθλους, που ήθελαν να δουν από κοντά τον θηριώδη ποδοσφαιριστή, για τον οποίο τόσα είχαν διαβάσει στις εφημερίδες.
Από την παραμονή του αγώνα, όταν η πρωταθλήτρια Ιταλίας έκανε προπόνηση στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε για να δει τον Ουαλό γίγαντα, με τον οποίο έσπευσαν να βγάλουν αναμνηστικές φωτογραφίες ακόμα και παίκτες του «τριφυλλιού» (όπως ο τερματοφύλακας Μιχάλης Βουτσαράς). Ήταν γνωστό ότι ο προπονητής, Κάρλο Παρόλα (το σήμα της Panini) θα τον χρησιμοποιούσε ως κεντρικό αμυντικό, όπως είχε κάνει και στο δεύτερο ημίχρονο του τελευταίου αγώνα πρωταθλήματος με τη Ρόμα, όταν τραυματίστηκε ο Μπρούνο Γκαρτζένα (ο οποίος δεν ήταν σε θέση να αγωνιστεί ούτε στην Αθήνα).
Ο Παναθηναϊκός υποχρέωσε σε ισοπαλία με 1-1 τη Γιουβέντους (64′ Παπαεμμανουήλ/42′ Μόρα), η οποία είχε κι άλλες σημαντικές ελλείψεις (ανάμεσά τους και ο Σίβορι, που επίσης είχε τραυματιστεί στο ματς με τη Ρόμα, όπου είχε πετύχει το μοναδικό γκολ). Και κορυφαίος παίκτης ήταν ο αρχηγός της. «Τρομερά εντύπωσι προεκάλεσε το παιγνίδι του γίγαντος αρχηγού Τζων Τσαρλς» διαβάζουμε στον υπότιτλο της περιγραφής του αγώνα στην «Αθλητική Ηχώ».
Το δέος με το οποίο έβλεπαν τον Τσαρλς οι Έλληνες φίλαθλοι αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο παρακάτω απόσπασμα από το μακροσκελές κείμενο του Βαγγέλη Φουντουκίδη (διατηρούμε την ορθογραφία και το συντακτικό της εποχής):
«Στο 23′ η Γιουβέντους εκέρδισε ένα φάουλ στο κέντρο του γηπέδου. Το εκτύπησε ο Τζων Τσαρλς όχι για κατ’ ευθείαν για μέσα, αλλά για να δημιουργήση μελέ. Και όμως η μπάλλα είχε τέτοια δύναμι που έφτασε κατ’ ευθείαν πάνω στον Βουτσαρά. «Αν έστελνε πραγματικό σουτ… – φώναξε κάποιος από δίπλα – δεν ξέρω τι θα γινόταν…».
Ως κεντρικός αμυντικός αγωνίστηκε ο Ουαλός σούπερ σταρ και στη ρεβάνς του Τορίνο, όπου η Γιουβέντους επικράτησε δύσκολα με 2-1 (20′ Νικολέ, 25′ Ροσάνο/60′ πέν. Χολέβας) και πήρε την πρόκριση για τη φάση των «16». Έφτασε μέχρι τα προημιτελικά, όπου αν και νίκησε 1-0 τη Ρεάλ Μαδρίτης στο «Μπερναμπέου», ισοφαρίζοντας την ήττα του πρώτου αγώνα, έχασε την πρόκριση στον αγώνα μπαράζ που ακολούθησε στο Παρίσι (3-1).
Η επιστροφή στην πατρίδα
Εκείνη η σεζόν δεν εξελίχθηκε ιδιαίτερα καλά για τον Τσαρλς, ο οποίος έμοιαζε να έχει αδειάσει από δυνάμεις και κίνητρο παρότι ήταν μόλις 30 ετών. Αγωνίστηκε περισσότερο στην άμυνα παρά στην επίθεση και πέτυχε μόλις οκτώ γκολ στο πρωτάθλημα, με συνέπεια το καλοκαίρι του 1962 η Γιουβέντους να τον παραχωρήσει στη Λιντς.
Το ποτάμι, όμως, δεν γύριζε πίσω για έναν από τους πιο ξεχωριστούς ποδοσφαιριστές στον κόσμο. Παρά τον ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει στο Έλαντ Ρόουντ η επιστροφή του, η απόδοσή του δεν θύμισε τον παίκτη που κατατρόπωνε τις αντίπαλες άμυνες μέχρι το 1957. Ο ίδιος πίστευε ότι το πρόβλημα ήταν ο διαφορετικός τρόπος παιχνιδιού των Βρετανών, γι’ αυτό και στα τέλη του 1962 πήρε μεταγραφή στη Ρόμα. Ούτε εκεί, όμως, θύμισε τον παλιό καλό του εαυτό.
Επέστρεψε στην Ουαλία για λογαριασμό της Κάρντιφ το καλοκαίρι του 1963 και αγωνίστηκε τρία χρόνια με τη φανέλα της στη Β’ Κατηγορία Αγγλίας. Αργότερα ανέλαβε ρόλο παίκτη-προπονητή σε ερασιτεχνικούς συλλόγους όπως η Χέρεφορντ και η ουαλική Μέρθυρ Τίντφιλ, όπου έπαιξε και τους τελευταίους του αγώνες το 1974, όταν είχε πλέον κλείσει τα 42.
Αμέσως μετά ανέλαβε την τεχνική ευθύνη της ομάδας νέων της Σουόνσι, αλλά δεν ακολούθησε καριέρα προπονητή (δεν πιάνεται ως μέρος αυτής το πέρασμα από τους Χάμιλτον Στίλερς του Καναδά, το 1987). Επένδυσε τα χρήματα που είχε βγάλει από το ποδόσφαιρο σε επιχειρηματικές προσπάθειες, οι οποίες όμως στέφθηκαν όλες από αποτυχία – ίσως επειδή ήταν από τη φύση του πράος ως άνθρωπος και δεν είχε την πονηριά που απαιτούνταν για να πετύχει.
Ένα ξενοδοχείο που αγόρασε στη βόρεια Αγγλία δεν πήγε καλά, ενώ την ίδια κατάληξη είχε και το άνοιγμα ενός καταστήματος αθλητικών ειδών και δύο παμπ. Φορτώθηκε με υπέρογκα χρέη και χρειάστηκε τη βοήθεια της οικογένεια Ανιέλι, η οποία έσπευσε να τον στηρίξει οικονομικά. Στα μάτια των οπαδών της Γιουβέντους, άλλωστε, παρέμενε θρύλος.
Δίπλα στον Πελέ και τον Μαραντόνα
Το ίδιο όμως ίσχυε και στη Βρετανία, όπου τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα πολλοί τον θεωρούσαν ως τον πιο ολοκληρωμένο ποδοσφαιριστή που ανέδειξε ποτέ όχι μόνο η Ουαλία, αλλά ολόκληρο το Νησί. Ο Μπόμπι Ρόμπσον, ο οποίος είχε γράψει τον πρόλογο στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «King John», που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2003, τον χαρακτήριζε «ασύγκριτο» και τον τοποθετούσε δίπλα σε μύθους όπως ο Πελέ, ο Ντιέγκο Μαραντόνα και ο Τζορτζ Μπεστ.
Ο παλιός του συμπαίκτης στη Λιντς, Τζάκι Τσάρλτον, δεν δίσταζε να τον χαρακτηρίσει καλύτερο κι απ’ τους παραπάνω, τουλάχιστον ως προς την επιρροή που ασκούσε στους υπόλοιπους παίκτες της ομάδας. Χαρακτηριστικό ήταν κι αυτό που είχε δηλώσει κάποτε ο Ουαλός διαιτητής, Κλάιβ Τόμας για να εξάρει την κόσμια συμπεριφορά του στη διάρκεια των αγώνων: «Αν οι 22 παίκτες στο γήπεδο ήταν όλοι όπως ο Τζον, τότε δεν θα ήμασταν διαιτητές, παρά μόνο χρονομέτρες».
Ο Τσαρλς υπέστη καρδιακή προσβολή στις 7 Ιανουαρίου 2004 στο Μιλάνο, λίγο προτού εμφανιστεί σε μια εκπομπή της ιταλικής τηλεόρασης για να προμοτάρει την αυτοβιογραφία του. Έδωσε μάχη διασωληνωμένος για αρκετές εβδομάδες, μέχρι που άφησε την τελευταία του στις 21 Φεβρουαρίου 2004 στο νοσοκομείο του Γουέικφιλντ. Από τους δύο γάμους του είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά.
Πηγές: theguardian.com («John Charles – Wales, Leeds and Juventus hero»), news.bbc.co.uk («John Charles dies»), en.wikipedia.org («John Charles»), Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής (εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ» της 20ής, 21ης και 28ης Σεπτεμβρίου 1961), transfermarkt.com («John Charles»), eu-football.info.
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 21 Φεβρουαρίου
2021: Ο Νόβακ Τζόκοβιτς κερδίζει για ένατη φορά στην καριέρα του το Αυστραλιανό Όπεν, νικώντας στον τελικό τον Ντανίλ Μεντβέντεφ με 3-0 σετ (7-5, 6-2, 6-2).
2016: Η Κατερίνα Στεφανίδη σημειώνει νέο πανελλήνιο ρεκόρ στο επί κοντώ με 4.90 μ., στο μίτινγκ κλειστού στίβου της Νέας Υόρκης. Η Στεφανίδη συντρίβει το προηγούμενο ρεκόρ της Νικόλ Κυριακοπούλου, η οποία μία εβδομάδα νωρίτερα στη Στοκχόλμη είχε περάσει τα 4.81 μ.
2006: Ιστορία γράφει η Άρσεναλ καθώς γίνεται η πρώτη αγγλική ομάδα που νικά τη Ρεάλ Μαδρίτης στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου» (1-0). Το πολύτιμο γκολ πετυχαίνει με υπέροχη ατομική ενέργεια ο Τιερί Ανρί στο 47′. Στη ρεβάνς, οι «Κανονιέρηδες» θα κρατήσουν το 0-0 και θα πάρουν την πρόκριση στα προημιτελικά του Champions League.
2000: Πεθαίνει σε ηλικία 66 ετών ο Αντόνιο Ντίαθ Μιγκέλ, ο οποίος διατέλεσε προπονητής της Εθνικής Ισπανίας στο μπάσκετ από το 1965 έως και το 1992. Κορυφαίες επιτυχίες του ήταν τα ασημένια μετάλλια στα Ευρωμπάσκετ του 1973 και του 1983 και το χάλκινο σε εκείνο του 1991.
1997: Ο Αιθίοπας Χαϊλέ Γκεμπρσελασιέ γίνεται ο πρώτος αθλητής που σπάει το «φράγμα» των 13 λεπτών στα 5.000 μέτρα του κλειστού στίβου (12:59.04).
1996: Ο Παναθηναϊκός νικά 85-72 τον Ολυμπιακό στο κλειστό των ολυμπιακών εγκαταστάσεων και προκρίνεται στους «8» του Κυπέλλου Ελλάδας μπάσκετ. Κορυφαίος του αγώνα είναι ο Ντόμινικ Γουίλκινς, με 32 πόντους.
1993: Τα δύο αστέρια των Γιούτα Τζαζ, Καρλ Μαλόουν και Τζον Στόκτον, μοιράζονται τον τίτλο του MVP στο 43ο All Star Game του ΝΒΑ που φιλοξενείται στο Delta Center της Σολτ Λέικ Σίτι. Η Δύση επικρατεί της Ανατολής με 135-132.
1993: Ο Σεργκέι Μπούμπκα ανεβάζει το παγκόσμιο ρεκόρ κλειστού στίβου στο επί κοντώ στα 6.15 μ., σε αγώνα στο Ντόνετσκ της Ουκρανίας.
1992: Η Αμερικανίδα Κρίστι Γιαμαγκούτσι κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο ατομικό του καλλιτεχνικού πατινάζ.
1982: H ΑΕΚ νικά με 1-0 τον Παναθηναϊκό στη Νέα Φιλαδέλφεια με γκολ του Μόγιας Ράντονιτς και αναπτερώνει τις ελπίδες της για κατάκτηση του πρωταθλήματος. Ο αγώνας αμαυρώνεται από επεισόδια πριν από την έναρξη του αγώνα, που έχουν ως συνέπεια τη σύλληψη 38 οπαδών.
1980: Το Λιχτενστάιν γίνεται η μικρότερη σε έκταση χώρα που κερδίζει χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Του το χαρίζει η Χάνι Βέντσελ, με τη νίκη της στο αγώνισμα του γιγαντιαίου σλάλομ στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Λέικ Πλάσιντ. Δύο ημέρες αργότερα η Βέντσελ θα κερδίσει άλλο ένα χρυσό μετάλλιο στο σλάλομ.
1979: Ο Ολυμπιακός προκρίνεται στους «8» του Κυπέλλου Ελλάδας αποκλείοντας με 6-5 στα πέναλτι τον ΠΑΟΚ, σε νοκ άουτ αγώνα στο «Γ. Καραϊσκάκης» (σκορ κανονικής διάρκειας 2-2). Πρωταγωνιστής της διαδικασίας είναι ο τερματοφύλακας των Πειραιωτών, Παναγιώτης Κελεσίδης, ο οποίος αποκρούει το πέναλτι του Κώστα Ορφανού και στη συνέχεια ευστοχεί στο τελευταίο της ομάδας του.
1973: Η Εθνική Ελλάδας ηττάται με 3-1 από την Ισπανία στη Μάλαγα και χάνει κάθε ελπίδα πρόκρισης στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974.
1971: Σε ηλικία 16 ετών και 266 ημερών ο Θωμάς Μαύρος πετυχαίνει το παρθενικό του γκολ στην Α’ Εθνική και χαρίζει στον Πανιώνιο τη νίκη επί του Πιερικού με 1-0.
1960: Ο Σουηδός Κλας Λεστάντερ γίνεται ο πρώτος χρυσός ολυμπιονίκης στο δίαθλο, το άθλημα που συνδυάζει το βορεινό σκι με τη σκοποβολή και το οποίο κάνει ντεμπούτο στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Σκουό Βάλεϊ.
1958: Πεθαίνει ο 21χρονος μέσος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Ντάνκαν Έντουαρντς, ο οποίος είχε ανασυρθεί βαριά τραυματισμένος απ’ τα συντρίμμια του αεροπλάνου της αποστολής της ομάδας στο Μόναχο, στις 6 Φεβρουαρίου. Ήταν ήδη βασικό στέλεχος της Εθνικής Αγγλίας και θεωρούταν ο πιο ταλαντούχος απ’ όλους τους «μπέμπηδες» του Ματ Μπάσμπι.
1945: Πεθαίνει σε ηλικία 43 ετών ως αιχμάλωτος σε ιαπωνικό στρατόπεδο συγκέντρωσης ο Βρετανός ολυμπιονίκης των δρομικών αγωνισμάτων, Έρικ Λίντελ. Είχε κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στα 400 μέτρα το 1924 στο Παρίσι. Μεγαλύτερη αίσθηση, ωστόσο, είχε προκαλέσει η απόφασή του να μην κατέβει στα 100 μέτρα, επειδή ο προκριματικός του είχε οριστεί Κυριακή, ημέρα κατά την οποία δεν αγωνιζόταν ποτέ ως αφοσιωμένος χριστιανός. Ο ανταγωνισμός του Λίντελ με τον εβραϊκής καταγωγής συμπατριώτη του, Χάρολντ Έιμπραχαμς, αποτελεί αντικείμενο της ταινίας του 1981, «Οι Δρόμοι της Φωτιάς», η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ για το εμβληματικό soundtrack του Βαγγέλη Παπαθανασίου.
