Σαν Σήμερα - Λουίς Περέιρα: Αποβλήθηκε στη «Μάχη του Ντόρτμουντ», τον λάτρεψαν οι οπαδοί της Ατλέτικο Μαδρίτης
Θρύλος της Παλμέιρας και της Ατλέτικο Μαδρίτης είναι ο Λουίς Περέιρα, ο σκληροτράχηλος Βραζιλιάνος αμυντικός τον οποίο οι περισσότεροι θυμούνται για την αποβολή του στον ημιτελικό του Μουντιάλ κόντρα στην Ολλανδία, στις 3 Ιουλίου 1974.
Πολλές αναφορές στον Λουίς Περέιρα, τον Βραζιλιάνο κεντρικό αμυντικό που συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, εστιάζουν στο γεγονός ότι υπήρξε ο πρώτος παίκτης της «σελεσάο» που αντίκρισε κόκκινη κάρτα στην κορυφαία διοργάνωση.
Κάτι που τυπικά δεν είναι λάθος, όμως είναι ταυτόχρονα και παραπλανητικό. Διότι μπορεί η FIFA να εφοδίασε τους διαιτητές με την κίτρινη και την κόκκινη κάρτα για πρώτη φορά το 1970 στο Μεξικό, όμως ο κανονισμός της αποβολής υπήρχε από τα… γεννοφάσκια του ποδοσφαίρου. Η μοναδική διαφορά ήταν ότι ο διαιτητής υποδείκνυε με το δάχτυλό του στον παίκτη να βγει απ’ τον αγωνιστικό χώρο.
Μάλιστα, ο αμέσως προηγούμενος παίκτης της Βραζιλίας που είχε πάρει την άγουσα για τα αποδυτήρια σε αγώνα τελικής φάσης Μουντιάλ δεν ήταν όποιος κι όποιος, αλλά ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του Jogo Bonito. Ο Μανέ Γκαρίντσα, στον ημιτελικό του 1962 κόντρα στη Χιλή. Είχαν προηγηθεί ο Νίλτον Σάντος και ο Ουμπέρτο στην περιβόητη «Μάχη της Βέρνης» κόντρα στην Ουγγαρία το 1954 (2-4), ενώ ο πρώτος διδάξας ήταν ο Ζεζέ Προκόπιο στον πρώτο αγώνα με την Τσεχοσλοβακία το 1938 (1-1). Σ’ αυτό το τελευταίο ματς, που έχει αποκληθεί «Η Μάχη του Μπορντό», αποβλήθηκε ένας ακόμα Βραζιλιάνος, ο Αρτούρ Μασάντο.
Ο αγώνας με την Ολλανδία στις 3 Ιουλίου 1974, στον οποίο αποβλήθηκε ο Λουίς Περέιρα, είναι η τρίτη μουντιαλική «μάχη» στην οποία εμπλέκεται η Βραζιλία. Έχει μείνει στην ιστορία ως «Η Μάχη του Ντόρτμουντ» μια και τα φάουλ έδωσαν και πήραν και από τις δύο πλευρές – ναι, ακόμα και από τους «οράνιε» του τόσο ελκυστικού Total Football.
Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το ιστορικό παιχνίδι, γι’ αυτό θα αξιοποιήσουμε την επέτειο για να γνωρίσουμε καλύτερα τον Περέιρα. Έναν αμυντικό τον οποίο οι περισσότεροι φίλαθλοι γνωρίζουν μόνο από το βάναυσο φάουλ στον Γιόχαν Νέεσκενς στο 84ο λεπτό, που προκάλεσε την αποβολή του με απ’ ευθείας κόκκινη κάρτα απ’ τον Ανατολικογερμανό διαιτητή Κουρτ Τσένσερ (ο οποίος, κατά σύμπτωση, ήταν ο ίδιος που είχε κάνει πρώτος χρήση της κίτρινης κάρτας, το 1970 στο Μεξικό). Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν πολλά περισσότερα από αυτό.
Το σκορ ήταν ήδη 2-0 υπέρ της Ολλανδίας με τα γκολ του Νέεσκενς στο 50′ και του Γιόχαν Κρόιφ στο 65′ και η κόκκινη στον Περέιρα έδωσε τη χαριστική βολή σ’ εκείνη την άχρωμη βερσιόν της Βραζιλίας, που οι ανά τον κόσμο οπαδοί της έχουν αποκηρύξει. Μπορεί να έφτασε μια ανάσα απ’ την πρόκριση στον τελικό, μια κι εκείνος ο αγώνας ήταν στην ουσία ημιτελικός, όμως «λύγισε» από το βάρος της σύγκρισης με την ομάδα του Πελέ, του Ζέρσον, του Τοστάο και του Κάρλος Αλμπέρτο, που είχε συντρίψει με 4-1 την Ιταλία στον τελικό του 1970.
Μόνο ο Ζαϊρζίνιο και ο Ριβελίνο είχαν απομείνει στη σύνθεση από τους βασικούς εκείνης της μυθικής ομάδας, ενώ πιο ενεργό ρόλο είχε και ο Πάουλο Σέζαρ, ο οποίος ήταν αναπληρωματικός του Ζέρσον και είχε παίξει μόνο στα τέσσερα πρώτα παιχνίδια. Ακόμα κι αυτοί, όμως, ήταν σαν να είχαν χάσει τη φινέτσα που χαρακτήριζε το παιχνίδι τους τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Θρύλος της Παλμέιρας πριν το Μουντιάλ
Σε παλιότερα αφιερώματά μας έχουμε αναφέρει ότι πολλοί ποδοσφαιριστές έχουν αδικηθεί ιστορικά, επειδή δεν είχαν την τύχη να συμμετάσχουν (πόσο μάλλον να διακριθούν) σε κάποιο Παγκόσμιο Κύπελλο. Στην περίπτωση του Λουίς Περέιρα ισχύει ακριβώς το αντίθετο.
Αν τον δει κανείς να «κλαδεύει» τον Νέεσκενς και να αποχωρεί ωρυόμενος προς τη φυσούνα μετά την αποβολή του, δείχνοντας τη φανέλα του και τρία δάχτυλα (που αντιπροσώπευαν τα τρία Μουντιάλ που είχε κατακτήσει ήδη η «σελεσάο») θα θεωρήσει ότι ήταν ένας… αγροίκος που δεν έχει ιδέα από ποδόσφαιρο!
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι υπήρξε ένας κορυφαίος σέντερ μπακ της εποχής του, αν και ήταν όντως υπέρμετρα σκληρός για τα σημερινά δεδομένα. Ήταν ήδη βασικό στέλεχος της άμυνας της Παλμέιρας και έναν χρόνο μετά το Μουντιάλ πήρε μεταγραφή στην Ατλέτικο Μαδρίτης, όπου επίσης αγαπήθηκε από τους φιλάθλους της. Εκτός από δύναμη και αλτικότητα, διέθετε και αρκετά καλή τεχνική κατάρτιση και προωθούσε αποτελεσματικά την μπάλα προς την επιθετική γραμμή.
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1949 στην πόλη Ζουαζέιρο της Μπαΐα, μεγάλωσε όμως στο Σάο Καετάνο ντο Σουλ, της πολιτείας του Σάο Πάουλο. Όταν ήταν μικρός αγωνιζόταν ως μέσος και ως επιθετικός και το παρατσούκλι του ήταν «Chevrolet», επειδή μία από τις πολλές ερασιτεχνικές ομάδες στις οποίες είχε αγωνιστεί ήταν κι αυτή του παραρτήματος της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στην ευρύτερη περιοχή του Σάο Πάουλο. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, το παρατσούκλι αντιπροσώπευε την ταχύτητά του και το δυναμικό παιχνίδι του.

Ο Λουίς Περέιρα αντιδρά δείχνοντας τη φανέλα του στο κοινό που τον αποδοκιμάζει, μετά την αποβολή του στον ημιτελικό της 3ης Ιουλίου 1974. Ο Ριβελίνο (δεξιά) προσπαθεί να τον ηρεμήσει (πηγή: Wikimedia Commons).
Η προϋπηρεσία στην επίθεση αποδείχθηκε χρήσιμη όταν έγινε επαγγελματίας στη Σάο Μπέντο και οπισθοχώρησε στο κέντρο της άμυνας, αφού συνήθιζε να προωθείται και να σκοράρει. Χάρη στην καλή του απόδοση στο πρωτάθλημα Παουλίστα του 1968 πήρε μεταγραφή στην Παλμέιρας και ύστερα από δύο χρόνια υπομονής, διαδέχθηκε στο κέντρο της άμυνας τον βετεράνο Μπαλντόκι (αναπληρωματικός σέντερ μπακ της Εθνικής Βραζιλίας του 1970, χωρίς συμμετοχή στην τελική φάση).
Το 1972 ο Περέιρα ήταν ηγετική φυσιογνωμία της «Βερντάο» που δέχθηκε μόλις 44 τέρματα σε 81 αγώνες και κατέκτησε πανηγυρικά το πρωτάθλημα της κορυφαίας κατηγορίας. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχε και στη διατήρηση του εγχώριου τίτλου το 1973, αφού πέτυχε το νικητήριο γκολ στον κρίσιμο αγώνα της τελικής φάσης κόντρα στην Ιντερνασιονάλ (2-1) και πραγματοποίησε μία σωτήρια επέμβαση που διατήρησε το 0-0 στο ματς με τη Σάο Πάουλο.
Μία από τις τελευταίες μεγάλες του εμφανίσεις με την Παλμέιρας ήταν στην εκτός έδρας νίκη επί της Κορίνθιανς με 1-0, τον Δεκέμβριο του 1974, όπου με ένα επιτυχημένο τάκλιν πάνω στον Ριβελίνο ξεκίνησε την επιθετική προσπάθεια που κατέληξε στο γκολ του Ρονάλντο Ντράμοντ.
Τον αγάπησαν οι οπαδοί της Ατλέτικο Μαδρίτης
Η Βραζιλία δεν πρόσφερε σπουδαίο θέαμα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 και λίγο έλειψε να αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο. Νίκησε μόνο το Ζαΐρ (το τότε όνομα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό) με 3-0 και προκρίθηκε στη διαφορά τερμάτων σε βάρος της Σκωτίας, με την οποία είχε αναδειχθεί ισόπαλη 0-0, όπως και με τη Γιουγκοσλαβία.
Όπλο εκείνης της «σελεσάο» ήταν η πολύ καλή της άμυνα. Χάρη σ’ αυτήν έφτασε στον ουσιαστικό ημιτελικό με την Ολλανδία έχοντας δεχθεί μόνο ένα γκολ σε πέντε παιχνίδια, επιτυχία που πιστωνόταν στον τερματοφύλακα Λεάο, αλλά και στους δυναμικούς αμυντικούς της. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Λουίς Περέιρα, άσχετα αν αποβλήθηκε όταν το σπουδαίο ματς είχε κριθεί.
Οι καλές εμφανίσεις του στα γερμανικά γήπεδα ώθησαν τους ιθύνοντες αρκετών ευρωπαϊκών συλλόγων να σημειώσουν το όνομά του στα μπλοκάκια τους. Και τον Σεπτέμβριο του 1975, λίγο μετά τη συμβολή του στην κατάκτηση του διεθνούς τουρνουά «Ramon de Carranza» στο Κάδιθ (με νίκη με 3-1 επί της Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό), η Ατλέτικο Μαδρίτης τον αγόρασε απ’ την Παλμέιρας «πακέτο» με τον εξτρέμ Λεϊβίνια. Ο Περέιρα ήταν ήδη γνωστός στη χώρα της Ιβηρικής μια και είχε σημειώσει το γκολ της νίκης της «Βερντάο» στον τελικό του συγκεκριμένου τουρνουά το 1974, με αντίπαλο την Εσπανιόλ (2-1).
Προπονητής των «ροχιμπλάνκος» ήταν ο Λουίς Αραγονές, ο οποίος είχε κρεμάσει τα παπούτσια του αμέσως μετά τον χαμένο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με την Μπάγερν. Υπό την καθοδήγησή του ο Περέιρα αναδείχθηκε σε ηγέτη της αμυντικής γραμμής, όμως ένας σοβαρός τραυματισμός που υπέστη τον Φεβρουάριο του 1976 δεν του επέτρεψε να αγωνιστεί στα κρίσιμα παιχνίδια του Κυπέλλου Ισπανίας. Είχε επιστρέψει μάλιστα για θεραπεία στην πατρίδα του όταν η Ατλέτικο κατέκτησε το τρόπαιο νικώντας με 1-0 τη Σαραγόσα στον τελικό.

Ο Λουίς Περέιρα με τη φανέλα της Ατλέτικο Μαδρίτης και χωρίς το μουστάκι που διατηρούσε τις ημέρες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974. Αριστερά διακρίνεται ο επιθετικός Λεϊβίνια και στο μέσον ο προπονητής Λουίς Αραγονές (πηγή: Wikimedia Commons).
Ο Βραζιλιάνος αμυντικός επέστρεψε δυναμικά τη σεζόν 1976-77. Με 32 συμμετοχές και τέσσερα τέρματα είχε πολύτιμη συμβολή στην κατάκτηση του πρωταθλήματος της La Liga, με έναν βαθμό διαφορά από την Μπαρτσελόνα του Κρόιφ και του Νέεσκενς, που τον είχαν στενοχωρήσει στον αγώνα της 3ης Ιουλίου 1974. Την ίδια σεζόν ήταν αναντικατάστατος και στην πορεία της Ατλέτικο μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων, όπου γνώρισε τον αποκλεισμό από το Αμβούργο, που εντέλει κατέκτησε το τρόπαιο.
Όταν αποχώρησε, το καλοκαίρι του 1980, ήταν ένας από τους αγαπημένους παίκτες των ultras της Ατλέτικο. Επέστρεψε στη Βραζιλία για λογαριασμό της Φλαμένγκο και είχε μικρή συμβολή στις κατακτήσεις του Κόπα Λιμπερταδόρες και του Διηπειρωτικού Κυπέλλου το 1981 – αν και είχε φύγει από τον Απρίλιο του ίδιου έτους με προορισμό την αγαπημένη του Παλμέιρας. Έπαιξε με τη φανέλα της άλλα τρία χρόνια και παραμένει έως και σήμερα ο αμυντικός που είχε πετύχει τα περισσότερα γκολ για λογαριασμό της (36 σε 568 συμμετοχές).
Με την εθνική ομάδα αγωνίστηκε σε 38 παιχνίδια (από το 1973 έως και το 1983) και σημείωσε ένα γκολ. Η μοναδική παρουσία του σε μεγάλη διεθνή διοργάνωση πέρα από το Μουντιάλ του 1974 ήταν στο Κόπα Αμέρικα του 1975, όπου η Βραζιλία αποκλείστηκε στα ημιτελικά από το Περού του Τεόφιλο Κουμπίγιας, που κατέκτησε εντέλει και το τρόπαιο.
Αποβλήθηκε στο αποχαιρετιστήριο φιλικό!
Είναι βέβαιο ότι ο Περέιρα δεν ήταν ο πιο ήρεμος ποδοσφαιριστής του κόσμου, όπως κι ότι θα είχε αποβληθεί πολύ περισσότερες φορές στην καριέρα του αν ίσχυαν οι σημερινοί κανονισμοί. Κατέχει, ωστόσο, ένα ιδιόμορφο ρεκόρ μια και κατάφερε (διότι περί κατορθώματος πρόκειται) να αποβληθεί στο φιλικό παιχνίδι που διοργανώθηκε προς τιμήν του!
Το κωμικοτραγικό περιστατικό έλαβε χώρα στις αρχές του 1997 στο γήπεδο της γενέτειράς του, Ζουαζέιρο, όπου αγωνίστηκε με μία μικτή βετεράνων αστέρων κόντρα στον τοπικό σύλλογο. Ο άλλοτε διεθνής αμυντικός ήταν τότε 47 ετών, αλλά δεν είχε κρεμάσει τα παπούτσια του παρά μερικούς μήνες νωρίτερα. Ύστερα από το πέρασμά του απ’ την Κορίνθιανς, το 1986, είχε συνεχίσει να αγωνίζεται σε μικρότερους συλλόγους με αρκετή επιτυχία.
Διαιτητής στο αποχαιρετιστήριο ματς ήταν ένας δημόσιος υπάλληλος της περιοχής, ο Ζοζέ Φρανσίσκο Μπάστος, οποίος στον ελεύθερο χρόνο του σφύριζε αγώνες του τοπικού ερασιτεχνικού πρωταθλήματος. Το παρατσούκλι του ήταν Ζε Ταρζάν και είχε τη φήμη του αυστηρού – ή, αν προτιμάτε, του διαιτητή που έπαιρνε λίγο πιο σοβαρά τον ρόλο του. Αν και είχε ενημερωθεί ότι ο αγώνας είχε εορταστικό χαρακτήρα, τιμώρησε με κίτρινη κάρτα ένα φάουλ του Περέιρα, ο οποίος εκνευρισμένος του ζήτησε τον λόγο και τον έβρισε.
Τότε ο διαιτητής έδειξε την κόκκινη κάρτα στον παλαίμαχο διεθνή αμυντικό, ο οποίος έγινε… θηρίο. Χρειάστηκε η παρέμβαση του δημάρχου της πόλης (!) ο οποίος επέβαλε την παραμονή του στον αγώνα, αν και ένα λεπτό αργότερα ο Ριβελίνο (που ασκούσε καθήκοντα προπονητή της μικτής) τον έκανε αλλαγή, ύστερα από υπόδειξη του διαιτητή. Ο Περέιρα, ωστόσο, εκνευρίζεται κάθε φορά που κάποιος του υπενθυμίζει το περιστατικό και επιμένει ότι ο Μπάστος τον είχε αποβάλει επειδή ήθελε να στρέψει πάνω του την προσοχή του κοινού.
Από το 2002 ο άλλοτε σκληροτράχηλος αμυντικός εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μαδρίτη μαζί με τη σύζυγό του και την κόρη τους κι έπιασε δουλειά ως προπονητής στη δεύτερη ομάδα της Ατλέτικο. Για ένα διάστημα, μάλιστα, υπηρέτησε την Ατλέτικο Β’ και ως πρόεδρος. To 1999 η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον κατέταξε 37ο ανάμεσα στους κορυφαίους ποδοσφαιριστές της Νότιας Αμερικής κατά τον 20ό αιώνα, έξι θέσεις ψηλότερα από τον επόμενο αμυντικό της λίστας, τον θρυλικό συμπατριώτη του Ντομίνγκος Ντα Γκία.
Πηγές: www.palmeiras.com.br («Luis Pereira»), pt.wikipedia.org («Luis Pereira»), en.wikipedia.org («1974 FIFA World Cup», «1975 Copa America»), ge.globo.com («Luis Pereira: 1º do Brasil punido com vermelho em Copa lembra confusão na BA»), elpais.com («Problemas para Luis en la defensa»), transfermarkt.com («Luis Pereira»).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 3 Ιουλίου
2022: Η Εθνική πόλο ανδρών επικρατεί της Κροατίας με 9-7 και κατακτά την τρίτη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης. Πρόκειται για το τρίτο χάλκινο μετάλλιο της Ελλάδας σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, ύστερα από εκείνα του Καζάν το 2015 και του Μόντρεαλ το 2005.
2018: Η Αγγλία σπάει την αρνητική της παράδοση στις διαδικασίες των πέναλτι, αφού αποκλείει με αυτόν τον τρόπο την Κολομβία (4-3, έπειτα από το 1-1 στα 120′) και προκρίνεται στους «8» του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας.
2012: Πεθαίνει σε ηλικία 86 ετών ο Ιταλός σχεδιαστής αυτοκινήτων, Σέρτζιο Πινινφαρίνα.
2010: Η Γερμανία συντρίβει με 4-0 την Αργεντινή στον προημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Νοτίου Αφρικής και προκρίνεται πανηγυρικά στα ημιτελικά. Ο Τόμας Μίλερ ανοίγει το σκορ στο 3′ και το τελικό 4-0 διαμορφώνεται στο δεύτερο μέρος με δύο γκολ του Μίροσλαβ Κλόζε (68′, 89′) κι ένα του Άρνε Φρίντριχ (74′). Ο αγώνας αυτός θα αποδειχθεί και ο τελευταίος του Ντιέγκο Μαραντόνα στην τεχνική ηγεσία της Εθνικής Αργεντινής.
2005: Ο Ρότζερ Φέντερερ νικά στον τελικό του Γουίμπλεντον τον Άντι Ρόντικ με 3-0 σετ (6-2, 7-6, 6-4) και γίνεται μόλις ο τέταρτος τενίστας στην ιστορία που κατακτά το μεγάλο τουρνουά του Λονδίνου για τρίτη σερί χρονιά. Είχαν προηγηθεί οι Πιτ Σάμπρας, Μπιορν Μποργκ και Φρεντ Πέρι.
1999: Η Ιταλία κατακτά το Ευρωμπάσκετ που φιλοξενείται σε έξι πόλεις της Γαλλίας, νικώντας στον τελικό την Ισπανία με 64-56. Πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης αναδεικνύεται ο σλοβένικης καταγωγής Γκρέγκορ Φούτσκα, ενώ πρώτος σκόρερ στον τελικό είναι ένας άλλος νατουραλιζέ των Ιταλών, ο Κάρλτον Μάιερς (18 πόντοι).
1998: Η Γαλλία προκρίνεται στους «4» του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αφού νικά με 4-3 στα πέναλτι την Ιταλία, ύστερα από το 0-0 της κανονικής διάρκειας και της παράτασης. Μοιραίος παίκτης για τους «Ατζούρι» είναι ο Λουίτζι Ντι Μπιάτζιο, ο οποίος στέλνει στο δοκάρι το τελευταίο πέναλτι, ενώ νωρίτερα έχουν αποτύχει να σκοράρουν και οι Μπισέντε Λιζαραζού και Ντεμέτριο Αλμπερτίνι. Στον άλλο προημιτελικό της ημέρας, η Βραζιλία νικά με 3-2 την αξιόμαχη Δανία (11′ Μπεμπέτο, 27′, 60′ Ριβάλντο/2′ Γιόργκενσεν, 50′ Μπρ. Λάουντρουπ).
1994: Η Ρουμανία νικά με 3-2 την Αργεντινή στον πιο θεαματικό αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ και προκρίνεται στα προημιτελικά. Κορυφαίος παίκτης του αγώνα είναι ο Ίλιε Ντουμιτρέσκου, ο οποίος πετυχαίνει τα δύο πρώτα γκολ της Ρουμανίας στο 11′ και το 18′, ενώ σερβίρει και το τρίτο στον Γκεόργκε Χάτζι (58′). Η Αργεντινή, χωρίς τον Ντιέγκο Μαραντόνα ο οποίος έχει πιαστεί ντοπέ πριν τον τελευταίο αγώνα του ομίλου με τη Βουλγαρία, μοιάζει έξω απ’ τα νερά της αλλά σκοράρει με τους Γκαμπριέλ Μπατιστούτα (16′, πέν.) και Άμπελ Μπάλμπο (75′) και παλεύει μέχρι τέλους για την ισοφάριση, χωρίς επιτυχία.
1990: Η Αργεντινή νικά με 4-3 στα πέναλτι την Ιταλία, στον πρώτο ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου που διεξάγεται στη Νάπολι. Ο τερματοφύλακας Σέρχιο Γκοϊκοτσέα αποκρούει τις εκτελέσεις των Ρομπέρτο Ντοναντόνι και Άλντο Σερένα υπό τις επευφημίες πολλών Ναπολιτάνων φιλάθλων που υποστηρίζουν το είδωλό τους, Ντιέγκο Μαραντόνα.
1983: Ο Πανιώνιος νικά με 3-2 τον Μακεδονικό σε ένα συγκλονιστικό μπαράζ παραμονής στον Βόλο και διατηρεί το σερί των παρουσιών του σε όλα τα πρωταθλήματα της Α’ Εθνικής (από το 1959-60). Κομβικής σημασίας είναι η απόδοση του Δημήτρη Σαραβάκου, ο οποίος πετυχαίνει δύο εξαιρετικά γκολ, ανάμεσά τους και το νικητήριο στο 86ο λεπτό.
1974: Η Δυτική Γερμανία νικά 1-0 την Πολωνία στον ουσιαστικό ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, χάρη σε γκολ του Γκερντ Μίλερ στο 76′. Οι νικητές είχαν χάσει νωρίτερα πέναλτι με τον Ούλι Χένες (απέκρουσε ο Γιαν Τομασέφσκι).
1971: Ο Αμερικανός Πατ Μάτσντορφ σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος με 2.29 μ., καταρρίπτοντας το παλιό του Σοβιετικού Βαλέρι Μπρούμελ με 2.28 μ., που άντεχε από το 1963.
1969: Ο Εθνικός προκρίνεται στους «4» του Κυπέλλου Ελλάδας νικώντας τον ΠΑΟΚ με 5-4 στην παράταση, ενώ είχε μείνει πίσω στο σκορ με 2-0 και 3-1! Το νικητήριο γκολ σημειώνει στο 95′ ο Μιχάλης Κρητικόπουλος.
1959: Ο Περουβιανός Άλεξ Ολμέδο κατακτά τον μοναδικό του τίτλο στο Γουίμπλεντον, επικρατώντας στον τελικό με 3-0 σετ του Αυστραλού, Ροντ Λέιβερ (6-4, 6-3, 6-4).
1949: Η ΑΕΚ κατακτά το Κύπελλο Ελλάδας χάρη στη νίκη της με 2-1 επί του Παναθηναϊκού 1 στην παράταση, στον επαναληπτικό τελικό που διεξάγεται στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Και τα δύο γκολ της Ένωσης πετυχαίνει ο Παναγιώτης Πατάκας, στο 10′ και το 105′, ενώ σκόρερ των «πρασίνων» είναι ο Μπάμπης Φυλακτός (69′). Ο πρώτος τελικός είχε διεξαχθεί στις 19 Ιουνίου και ήταν ισόπαλος 0-0 μέχρι τη διακοπή του στο 109′ λόγω σκότους.
1925: Η Γαλλίδα τενίστρια Σουζάν Λανγκλέν κερδίζει το Γουίμπλεντον για έκτη και τελευταία φορά, νικώντας στον τελικό τη Βρετανίδα Τζόαν Φράι με 2-0 σετ (6-2, 6-0).
1920: Ο Μπιλ Τίλντεν γίνεται ο πρώτος Αμερικανός που κερδίζει τον τίτλο του απλού ανδρών στο Γουίμπλεντον, όταν νικά τον Αυστραλό Τζέραλντ Πάτερσον με 3-0 σετ (2-6, 6-3, 6-2, 6-4).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Ολυμπιακός Μεταγραφές: Ερυθρόλευκος και επίσημα ο Μπάλσα Πόποβιτς
- Ολυμπιακός: Στην Ολλανδία από σήμερα - Η αποστολή και το πρώτο φιλικό
- Παρασκήνιο: Θέμα με την άδεια της Superbet
- ΠΑΟΚ Μεταγραφές: Μια ανάσα από τον Χατζηδιάκο, νέα πρόταση για Γιακουμάκη
- Άρης: Επιβεβαίωση Sportday - Ο Άβρααμ Γκραντ νέος σύμβουλος της διοίκησης
