Σαν Σήμερα - Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο: Ο εγκέφαλος της Ουρουγουάης που σόκαρε τη Βραζιλία στο «Μαρακανά»
Ο Αλσίδες Γκίζια πέτυχε το νικητήριο γκολ της Ουρουγουάης επί της Βραζιλίας, στις 16 Ιουλίου 1950 στο «Μαρακανά», όμως ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο ήταν ο πιο χαρισματικός παίκτης της. Ένας άνθρωπος με… ραντάρ στο κεφάλι, όπως είχε πει ο Τσέζαρε Μαλντίνι.
Τη σπάνια ικανότητα του Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο να διαβάζει το παιχνίδι ενώ βρισκόταν μέσα στο γήπεδο την είχε περιγράψει περίφημα ο Τσέζαρε Μαλντίνι.
«Είχε ένα ραντάρ εκεί που έπρεπε να βρίσκεται ο εγκέφαλός του!».
Η παρομοίωση του αείμνηστου Ιταλού αμυντικού και προπονητή, που υπήρξε συμπαίκτης με τον Ουρουγουανό άσο στη μεγάλη Μίλαν των ’50s, είναι πιο τολμηρή κι από κείνη του Εδουάρδο Γκαλεάνο. Στην πρώτη κιόλας σελίδα του εμβληματικού βιβλίου του «Το Ποδόσφαιρο στη Σκιά και το Φως», ο ποιητής του ποδοσφαίρου έγραψε για τον Σκιαφίνο ότι «οργάνωνε το παιχνίδι της ομάδας του λες και έβλεπε το γήπεδο από ψηλά», ενώ λίγο πιο κάτω εξομολογήθηκε ότι δεν μπορούσε να τον μισήσει κι ας ήταν παίκτης της Πενιαρόλ (ενώ ο ίδιος υποστήριζε την αντίζηλο Νασιονάλ). Ήταν τόσο ταλαντούχος, που ως αγνός λάτρης του καλού ποδοσφαίρου ένιωθε συχνά την ανάγκη να τον χειροκροτήσει.
Υπήρξε, πάντως, ένας αγώνας που ακόμα και οι οπαδοί της Νασιονάλ πρέπει να ζητωκραύγασαν με όλη τους την ψυχή για τον Σκιαφίνο. Κι αυτός δεν είναι άλλος από τον ουσιαστικό τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις 16 Ιουλίου 1950, όπου η Ουρουγουάη ταπείνωσε τη Βραζιλία νικώντας τη 2-1 μέσα στο «Μαρακανά». Ο ψηλόλιγνος μέσα αριστερά πέτυχε το γκολ της ισοφάρισης που έκοψε τη λαλιά των 200.000 θεατών που είχαν κατακλύσει το «Μαρακανά».
Άψογος χειριστής της μπάλας, με μοναδική αίσθηση του χώρου και με σπάνιο ταλέντο στη μακρινή πάσα, ο Σκιαφίνο ήταν ο «εγκέφαλος» του παιχνιδιού της Πενιαρόλ και λίγο έλειψε να οδηγήσει την εθνική ομάδα της πατρίδας του σε έναν ακόμα τελικό Μουντιάλ το 1954. Αμέσως μετά έλαμψε και στην Ιταλία, όπου όσο περνούσαν τα χρόνια οπισθοχωρούσε στο γήπεδο, φτάνοντας στο σημείο να παίξει ακόμα και λίμπερο έπαιξε στα τελειώματα της καριέρας του στη Ρόμα.
Το «ένας ποδοσφαιριστής μπροστά απ’ την εποχή του» καταντά κλισέ σε τέτοιου είδους αφιερώματα, όμως στην περίπτωση του Σκιαφίνο ισχύει στον μέγιστο βαθμό. Ακόμα κι όταν αγωνιζόταν ως ενδιάμεσος κυνηγός μάρκαρε τους αντιπάλους κάθε φορά που η μπάλα χανόταν και δεν δίσταζε να κάνει ακόμα και τάκλιν για να την ανακτήσει. Ελάχιστοι επιθετικογενείς παίκτες νοιάζονταν να συνδράμουν στην αμυντική λειτουργία εκείνα τα χρόνια κι αυτό έκανε τον «Πέπε» (το παρατσούκλι που του είχε δώσει η μητέρα του) να ξεχωρίζει.
Μέγας θαυμαστής του δήλωνε κι ο σπουδαίος Ιταλός αθλητικός συντάκτης Τζιάνι Μπρέρα, ο οποίος είχε γράψει γι’ αυτόν: «Έμοιαζε σαν να έχει φακούς στα πόδια. Φώτιζε το παιχνίδι με μια απλότητα που είναι γνώρισμα των πραγματικά μεγάλων. Είχε μια έμφυτη αίσθηση της γεωμετρίας, που τον βοηθούσε να βρίσκει τη θέση του στο γήπεδο σχεδόν ενστικτωδώς».
Ακόμα πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιρροής του Σκιαφίνο στη λαϊκή κουλτούρα της δεύτερης πατρίδας του (ο παππούς του ήταν Ιταλός κι ο ίδιος πήρε την υπηκοότητα μετά τη μεταγραφή του στη Μίλαν και φόρεσε και τη φανέλα της Σκουάντρα Ατζούρα») είναι η «παρουσία» του ονόματός του στους στίχους του τραγουδιού Sudamerica του Πάολο Κόντε, το οποίο μάλιστα γράφτηκε το 1979, πολλά χρόνια μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας.
Ο άνθρωπος που ήρθε από μακριά
έχει την ιδιοφυΐα ενός Σκιαφίνο
μα αγγίζει με ευλάβεια το ψωμί
κι αγναντεύει τα αστέρια της Ουρουγουάης
Στην κορυφή του κόσμου
Ο Σκιαφίνο κόντευε τα 25 όταν συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 (γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1925), όμως δεν είχε αγωνιστεί με την Εθνική Ουρουγουάης σε άλλη μεγάλη διοργάνωση. Αν και είχε κάνει ντεμπούτο από τις 9 Ιανουαρίου 1946 σε μια φιλική εντός έδρας ισοπαλία με τη Βραζιλία (1-1), ο ομοσπονδιακός προπονητής Ανίμπαλ Τεχάδα τον «έκοψε» από την αποστολή για το Κόπα Αμέρικα που άρχισε μία εβδομάδα αργότερα. Άπειρος κρίθηκε και για τη διοργάνωση του 1947, ενώ το 1949 που ήταν πλέον σταρ της Πενιαρόλ, οι Ουρουγουανοί αποφάσισαν για δικούς τους λόγους να στείλουν στη Βραζιλία την εφεδρική τους ομάδα.
Το βέβαιο είναι ότι η ομάδα που κατέβασαν το 1950 ήταν έτοιμη να επιστρέψει στην κορυφή, στην επανεμφάνισή της στην κορυφαία διεθνή διοργάνωση μετά τις απουσίες της το 1934 και το 1938. Το απέδειξε στον μοναδικό της αγώνα στον όμιλο (μια και η Σκωτία απέσυρε την ύστατη στιγμή τη συμμετοχή της), όπου σκόρπισε με 8-0 τη Βολιβία με τον «Πέπε» να σημειώνει δύο γκολ.
Η γκέλα στην πρεμιέρα του τελικού γύρου με την Ισπανία (2-2) φάνηκε να εκτροχιάζει την προσπάθεια. Η δύσκολη νίκη με 3-2 επί της Σουηδίας ενέτεινε τον προβληματισμό, κράτησε όμως ζωντανό τον στόχο. Απλώς η παρέα του Σκιαφίνο – ο οποίος δεν είχε σκοράρει μετά το πρώτο ματς – χρειαζόταν μόνο τη νίκη στο τελευταίο ματς με τη Βραζιλία. Οι γηπεδούχοι είχαν κερδίσει με άνεση τους δύο πρώτους αγώνες τους.
Δεν πρέπει να υπάρχει άνθρωπος που να μη γνωρίζει τη συνέχεια. Το «Μαρακανά» είχε γεμίσει από 200.000 θεατές που θεωρούσαν βέβαιη την κατάκτηση του τροπαίου. Κι όταν ο Αλμπίνο Φριάσα άνοιξε το σκορ στο 47′, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμα πιο γιορτινή. Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί εκείνη τη στιγμή ότι τρία τέταρτα αργότερα η αχανής εξέδρα θα είχε βουβαθεί.
Ο αρχηγός Ομπντούλιο Βαρέλα, ο οποίος στα αποδυτήρια είχε προτρέψει τους συμπαίκτες του να… κατουρήσουν πάνω στις εφημερίδες που είχαν παρουσιάσει τους Βραζιλιάνους σαν να ήταν ήδη παγκόσμιοι πρωταθλητές, έδωσε το σύνθημα για τη αντεπίθεση. Κι ο Σκιαφίνο ανταποκρίθηκε άμεσα δίνοντας το πρώτο «χτύπημα» στο 66′. Με ένα σουτ στην κίνηση με το δεξί (και λιγότερο καλό του) πόδι, δεν άφησε κανένα περιθώριο αντίδρασης στον Μοασίρ Μπαρμπόσα.
Η Βραζιλία ήταν ακόμα πρώτη στη βαθμολογία και με το 1-1, όμως οι φίλαθλοι στην κερκίδα «πάγωσαν». Ίσως επειδή ένιωσαν ότι πλησίαζε η ολοκληρωτική καταστροφή, η οποία ήρθε πράγματι στο 79′. Ο δημιουργός του πρώτου γκολ, Αλσίδες Γκίζια, ξέφυγε απ’ τον αριστερό μπακ Μπιγκόντε, μπήκε στη μεγάλη περιοχή και αποφάσισε αυτήν τη φορά να εκτελέσει ο ίδιος τον Μπαρμπόσα, που δεν είχε κλείσει καλά τη γωνία του: 1-2!
Ο Αντεμίρ, ο Ζιζίνιο, ο Ζαΐρ κι οι υπόλοιποι παίκτες των γηπεδούχων που είχαν σκορπίσει τον τρόμο στους προηγούμενους αγώνες, απέμειναν να κοιτάζουν τους αντιπάλους τους να πανηγυρίζουν τη νίκη τους δακρυσμένοι από συγκίνηση. Ένας από αυτούς ήταν κι ο Σκιαφίνο, ο οποίος δυσκολευόταν να συνειδητοποιήσει ότι είχε πραγματώσει τα όνειρα που έκανε απ’ τα οκτώ του χρόνια, όταν κλωτσούσε ανέμελος το τόπι στις αλάνες του Ποσίτος.
Στην Πενιαρόλ χάρη στον αδελφό του
Ο Σκιαφίνο είχε περάσει για λίγο και από τη Νασιονάλ στα εφηβικά του χρόνια, παράλληλα με τις δουλειές του ποδαριού που έκανε (από εργάτης σε εργοστάσιο αλουμινίου μέχρι φούρναρης). Το 1943 αγωνιζόταν στην Ελ Τίγκρε του Ποσίτος όταν προέκυψε η ευκαιρία να μεταγραφεί στη Πενιαρόλ, μέσα από μια διαδικασία δοκιμής.
Ουσιαστικά όφειλε τα πάντα στον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του, Ραούλ, που ήταν ένας πολύ καλός επιθετικός και είχε εντυπωσιάσει περισσότερο τους ανθρώπους της Decano. Όταν ο πρόεδρος τον ρώτησε αν άξιζε να αποκτήσουν και τον αδελφό του, εκείνος τους απάντησε «οπωσδήποτε, διότι σε μερικά χρόνια θα παίζει περισσότερο από μένα». Δεν διαψεύστηκε. Παρά το γεγονός ότι καθιερώθηκε πρώτος στην Πενιαρόλ και είχε τεράστια συμβολή στην κατάκτηση των πρωταθλημάτων του 1944 και του 1945 (έπαιξε και στο Κόπα Αμέρικα του 1946 με τη «σελέστε»), αναγκάστηκε να σταματήσει πρόωρα το ποδόσφαιρο λόγω ενός σοβαρού τραυματισμού. Τότε παρέλαβε τη σκυτάλη ο Χουάν Αλμπέρτο.

Η παγκόσμια πρωταθλήτρια Ουρουγουάη, όπως παρατάχθηκε στον τελικό της 16ης Ιουλίου 1950 στο «Μαρακανά». Όρθιοι από αριστερά: Βαρέλα, Λόπες Φοντάνα (προπονητής), Τεχέρα, Βάσκες (μασέρ), Αμπάτε (βοηθός προπονητή), Γκαμπέτα, Γκονζάλες, Μάσπολι, Αντράντε, Κίρσμπεργκ (φυσικοθεραπευτής). Κσθιστοί: Άλβαρες (φροντιστής), Γκίζια, Πέρες, Μίγκες, Σκιαφίνο, Μοράν, Φίγκολι (μασέρ). Η φωτογραφία είναι επεξεργασμένη και προέρχεται από το περιοδικό «El Grafico».
Έχοντας ήδη συμμετοχή στον τίτλο του 1945, ο Σκιαφίνο αποκτούσε με την πάροδο των χρόνων όλο και πιο πρωταγωνιστικό ρόλο. Το 1949 ήταν ο πρώτος μεταξύ ίσων (Βαρέλα, Γκίζια, Μίγκες, Χόχμπεργκ κ.ά.) στην ομάδα που κατέκτησε ξανά το πρωτάθλημα κι ύστερα από τον άθλο στο Μουντιάλ του 1950 εξελίχθηκε στον απόλυτο σταρ του ποδοσφαίρου της χώρας. Αν και ο Βαρέλα ήταν ο αρχηγός και η ενσάρκωση του πάθους κάθε Ουρουγουανού, ο Σκιαφίνο ήταν ο αρτίστας που κέρδιζε τις εντυπώσεις με την εξυπνάδα με την οποία αγωνιζόταν.
Με την Πενιαρόλ κατέκτησε άλλα δύο πρωταθλήματα (1951, 1953) και αμέτρητα τρόπαια σε άλλες διοργανώσεις, απ’ τις οποίες ξεχωρίζει το Κόπα ντε Μοντεβιδέο του 1954, ένα διεθνές τουρνουά με τη συμμετοχή συλλόγων από τη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη. Οι εξαιρετικές εμφανίσεις του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 στην Ελβετία, εκτόξευσαν ακόμα περισσότερο τη φήμη του.
Ο Σκιαφίνο ήταν ξανά η ηγετική φυσιογνωμία της Ουρουγουάης και πέτυχε δύο γκολ στην πορεία της μέχρι τα ημιτελικά, όπου η πανίσχυρη Ουγγαρία (που αγωνίστηκε χωρίς τον ανέτοιμο Φέρεντς Πούσκας) την απέκλεισε με 4-2 στην παράταση. Αν και πλησίαζε τα 29 του χρόνια, έβαλε σε πειρασμό αρκετούς ιταλικούς συλλόγους. Πρώτη έκανε πρόταση η Τζένοα, οι άνθρωποί της όμως θεώρησαν πολλά τα χρήματα που ζήτησε ο καταξιωμένος άσος κι έκαναν πίσω. Η Μίλαν, αντίθετα, ξόδεψε 52 εκατομμύρια λιρέτες και τον έκανε δικό της.
Οι διοικούντες την Decano δεν νοιάστηκαν ιδιαίτερα με τη φυγή του, αφού τον θεωρούσαν πια μεγάλο και χωρίς μέλλον. Οι φίλαθλοι, όμως, είχαν διαφορετική άποψη. «Ο θεός του ποδοσφαίρου έφυγε. Ανεπανόρθωτη απώλεια», ήταν ο τίτλος της δεκαπενθήμερης εφημερίδας «Πενιαρόλ».
Ο διάδοχος του Γκρεν στη Μίλαν
Ο Σκιαφίνο έφτασε στο Σαν Σίρο έναν χρόνο μετά την αποχώρηση του Γκούναρ Γκρεν, το κενό του οποίου η Μίλαν δεν είχε καταφέρει να καλύψει επαρκώς. Ο Νιλς Λίντχολμ κι ο Γκούναρλ Νόρνταλ παρέμεναν στη δύναμή της κι απέκτησαν γρήγορα χημεία με τον Ουρουγουανό μεσοεπιθετικό, ο οποίος προσαρμόστηκε άμεσα στη Serie A. Είχε, άλλωστε, καταγωγή από την Ιταλία.
Στον πρώτο αγώνα πρωταθλήματος κόντρα στην Τριεστίνα πέτυχε δύο γκολ και οδήγησε τους «ροσονέρι» στον θρίαμβο με 4-0. Προπονητής ήταν ο Ούγγρος Μπέλα Γκούτμαν, ο οποίος τον εμπιστεύθηκε απόλυτα κι ο «Πέπε» δεν τον απογοήτευσε. Συνέχισε το τη σεζόν στο ίδιο τέμπο, μοιράζοντας ασίστ στον Νόρνταλ και τον Εντουάρντο Ρικάνι (πατέρα του «δικού μας» Εδουάρδου Κοντογιωργάκη) και δεν παρέλειπε κι ο ίδιος να σκοράρει. Αν και έχασε πέντε αγώνες λόγω τιμωρίας επειδή είχε αντιμιλήσει σ’ έναν διαιτητή, τελείωσε την πρώτη σεζόν με 15 τέρματα που βοήθησαν τη Μίλαν να στεφθεί πρωταθλήτρια το 1955.

Η εντεκάδα της Μίλαν που κατέκτησε το Coppa Latina το 1956. Όρθιοι από αριστερά: Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, Τσέζαρε Μαλντίνι, Νιλς Λίντχολμ, Φραντσέσκο Τζαγκάτι, Άμος Μαριάνι. Καθιστοί: Έρος Φασέτα, Λορέντζο Μπουφόν, Οσβάλντο Μπανιόλι, Τζίτζι Ραντίτσε, Τζόρτζιο Νταλ Μόντε, Αμλέτο Φρινιάνι (πηγή: Wikimedia Commons).
Το επίτευγμα επαναλήφθηκε τις σεζόν 1956-57 και 1958-59, όταν πλέον ο Σκιαφίνο αγωνιζόταν πιο πίσω στη μεσαία γραμμή και δεν επεδίωκε να σκοράρει το ίδιο συχνά. Είχε πρωταγωνιστήσει και στις καλές πορείες της Μίλαν στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (μέχρι τους «4» το 1955-56 και μέχρι τον τελικό το 1957-58, όπου ηττήθηκε απ’ τη Ρεάλ Μαδρίτης) δεν ήρθε όμως στην Αθήνα για τον πρώτο αγώνα με τον Ολυμπιακό, τον Οκτώβριο του 1959 (2-2). Έπαιξε μόνο στη ρεβάνς, όπου με χατ τρικ του Τζιανκάρλο Ντανόβα οι «ροσονέρι» νίκησαν 3-1.
Από τον πρώτο καιρό της παρουσίας του στο Μιλάνο είχε γίνει «οριούντο» και μάλιστα είχε κάνει ντεμπούτο με την Εθνική Ιταλίας σ’ ένα φιλικό με την Αργεντινή (2-0), τον Δεκέμβριο του 1954. Στη συνέχεια, όμως, έμεινε εκτός κλήσεων μέχρι το 1957, όταν ο προπονητής Αλφρέντο Φόνι τον εμπιστεύθηκε για τους τελευταίους προκριματικούς αγώνες για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας. Ο Σκιαφίνο έπαιξε στην ήττα με 2-1 από τη Βόρεια Ιρλανδία που στοίχισε στους «ατζούρι» τον αποκλεισμό και στον ίδιο τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε ένα ακόμα Μουντιάλ.
Ο «κύκλος» του στη Μίλαν έκλεισε το 1960. Μεταπήδησε στη Ρόμα, όπου αγωνίστηκε κυρίως ως λίμπερο για δύο χρόνια, μέχρι που κρέμασε τα παπούτσια του σε ηλικία 37 ετών.
Μυαλωμένος και εκτός γηπέδου
Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους σταρ του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου εκείνης της εποχής, ο Σκιαφίνο ήταν τύπος χαμηλών τόνων. Όσο μυαλωμένος ήταν μες στο γήπεδο, άλλο τόσο ήταν και έξω από αυτό, αφού επένδυσε έξυπνα τα χρήματα που έβγαλε από το ποδόσφαιρο, αγοράζοντας σπίτια και ανοίγοντας καταστήματα.
Με τον ίδιο τρόπο δραστηριοποιήθηκε από το 1962 και στο Μοντεβιδέο κι έτσι δεν έλειψε ποτέ τίποτε από τον ίδιο και τη σύζυγό του, Ανχέλικα, με την οποία συζούσαν από το 1942 και δεν είχαν αποκτήσει παιδιά. Παράλληλα, αξιοποιούσε το ποδοσφαιρικό του «μάτι» εργαζόμενος ως προπονητής. Το 1974 η ομοσπονδία της Ουρουγουάης του ανέθεσε την τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας, την οποία οδήγησε μέχρι τα ημιτελικά του Κόπα Αμέρικα του 1975. Ακολούθως ανέλαβε την Πενιαρόλ όπου έμεινε για περίπου έναν χρόνο χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Ο Σκιαφίνο με τον νεαρό Τζιάνι Ριβέρα το 1960. Το «χρυσό αγόρι» του ιταλικού ποδοσφαίρου μιλάει πάντοτε με δέος γι’ αυτά που είχε δει στο γήπεδο από τον Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή (πηγή: Wikimedia Commons).
Έδινε συχνά συνεντεύξεις όχι μόνο για τον άθλο του 1950, αλλά και για πιο σύγχρονα ποδοσφαιρικά ζητήματα χωρίς να έχει καθόλου έπαρση – δήλωνε μάλιστα ότι δεν ένιωθε αρκετά διάσημος ώστε να μιλά στα ΜΜΕ. Δεν έκρυβε ότι είχε σταθεί τυχερός στη φάση του τέρματος της ισοφάρισης στον τελικό με τη Βραζιλία, μια και δεν είχε βρει την μπάλα όπως ακριβώς ήθελε. «Ευτυχώς το γκολ μπήκε, διότι αλλιώς δεν θα βρισκόμασταν εδώ σήμερα», έλεγε χαρακτηριστικά.
Παραδέχθηκε ακόμα με ειλικρίνεια ότι είχε σκοράρει μόνο δύο φορές στο 8-0 επί της Βολιβίας κι όχι πέντε, όπως τον εμφάνιζαν λανθασμένα τα περισσότερα αλμανάκ μέχρι το 1994, όταν ο Ρώσος Όλεγκ Σαλένκο πέτυχε πράγματι πέντε γκολ σε ένα παιχνίδι Μουντιάλ. Χάρη στη δική του παραδοχή κι ύστερα από διασταύρωση με το αρχείο της FIFA (το οποίο τότε δεν ήταν εύκολα προσβάσιμο) διορθώθηκε το λάθος που ανακυκλωνόταν επί δεκαετίες.
«Ήμουν ένας απλός φούρναρης»
Τη δεκαετία του ’80, η φημισμένη προπονητική σχολή του Κοβερτσιάνο πραγματοποίησε μια ψηφοφορία στην οποία ζήτησε από τους Ιταλούς προπονητές να ψηφίσουν τον καλύτερο ποδοσφαιριστή που είχε περάσει από τη Serie A. Ο Σκιαφίνο κέρδισε την πρώτη θέση, μπροστά από μύθους όπως ο Ομάρ Σίβορι κι ο Ζοζέ Αλταφίνι. «Ήρθε από την Ουρουγουάη για να μας διδάξει το ποδόσφαιρο», είχε γράψει εκείνες τις μέρες στον πηχυαίο πρωτοσέλιδο τίτλο της η εφημερίδα «Gazzetta Dellosport».
Αλλά κι ο «πολύς» Τζιάνι Ριβέρα, ο οποίος εντάχθηκε το 1960 από την Αλεσάντρια στη Μίλαν για να τον διαδεχθεί, τον έχει χαρακτηρίσει στην αυτοβιογραφία του ως τον ευφυέστερο παίκτη που είχε παρακολουθήσει ποτέ. «Δεν έχω δει ποτέ ποδοσφαιριστή με τέτοιο ταλέντο, τεχνική και ακρίβεια, που να τη συνδυάζει ταυτόχρονα με τόση κομψότητα. Όταν αγωνιζόταν ο Σκιαφίνο, όλα έμοιαζαν εύκολα και φυσιολογικά. Καταλάβαινες την ιδιοφυΐα του από την απλότητα με την οποία έλυνε κάθε πρόβλημα που μπορούσε να παρουσιαστεί μες στο γήπεδο».
Ακόμα κι αυτούς τους επαίνους ο «Πέπε» τους αντιμετώπιζε με σεμνότητα. «Μέχρι να παίξω στην πρώτη ομάδα της Πενιαρόλ ήμουν ένας απλός φούρναρης», ήταν η ατάκα που συνόψιζε την κοσμοθεωρία του. Και είναι μάλλον βέβαιο ότι θα αισθανόταν αμηχανία αν μάθαινε ότι την ημέρα που πέθανε, στις 13 Νοεμβρίου 2002 (έξι μήνες νωρίτερα είχε φύγει η αγαπημένη του σύζυγος), ο γερουσιαστής της Ουρουγουάης Χόρχε Λαρανιάγκα μίλησε μες στην αίθουσα για την προσφορά του στη χώρα και την ανάγκη να τιμηθεί επαρκώς η μνήμη του.
Το 2010, ύστερα από διαμάχη μεταξύ των κληρονόμων του, τα πολύτιμα κειμήλια του Σκιαφίνο απ’ το ποδόσφαιρο δημοπρατήθηκαν από γνωστό οίκο και κατέληξαν σε χέρια συλλεκτών αντί σημαντικών χρηματικών ανταλλαγμάτων. Το παράδοξο είναι ότι μερικά χρόνια αργότερα το πιο πολύτιμο από αυτά, το χρυσό μετάλλιο του Μουντιάλ του 1950, βρέθηκε ξανά σε διεθνή λίστα δημοπρασίας συλλεκτικών αθλητικών αντικειμένων και αγοράστηκε αντί του ποσού των 810 δολαρίων.
Πηγές: www.elpais.com.uy («La gloria no se vende pero se remata», «Se remata el fruto de la genialidad de Schiaffino»), www.eluniverso.com («Juan Alberto Schiaffino, el futbolista»), it.wikipedia.org («Juan Alberto Schiaffino»), es.wikipedia.org («Raúl_Schiaffino»), en.wikipedia.org (1950 FIFA World Cup, «1954 FIFA World Cup»).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 16 Ιουλίου
2023: Ο 20χρονος Κάρλος Αλκαράθ νικά με 3-2 σετ τον Νόβακ Τζόκοβιτς (1-6, 7-6, 6-1, 3-6, 6-4) στον τελικό του Γουίμπλεντον και βάζει τέλος στο αήττητο σερί 34 αγώνων του Σέρβου στο τουρνουά.
2022: Πεθαίνει σε ηλικία 56 ετών ύστερα από γενναία μάχη με τον καρκίνο ο παλαίμαχος βολεϊμπολίστας και προπονητής, Βαγγέλης Κουτουλέας.
2017: Ο 35χρονος Ρότζερ Φέντερερ νικά τον Μαρίν Τσίλιτς με 3-0 (6-3, 6-1, 6-4) και γίνεται ο γηραιότερος πρωταθλητής του Γουίμπλεντον στην Open Era, αλλά και ο πρώτος μετά τον Μπιορν Μποργκ το 1976 που δεν χάνει ούτε ένα σετ σε όλο το τουρνουά.
2016: Πεθαίνει από λευχαιμία σε ηλικία 74 ετών ο παλαίμαχος θρύλος των Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς, Νέιτ Θέρμοντ.
2015: Πεθαίνει σε ηλικία 88 ετών ο Αλσίδες Γκίζια, ο οποίος ακριβώς εξήντα πέντε χρόνια νωρίτερα είχε πετύχει το γκολ που είχε χαρίσει στην Ουρουγουάη το Παγκόσμιο Κύπελλο μέσα στο «Μαρακανά».
2006: Πεθαίνει σε νοσοκομείο της Λάρνακας προδομένος από την καρδιά του ο Κύπριος δημοσιογράφος Γιώργος Παρασκευάς, δημιουργός της ιστοσελίδας www.beto.gr και www.betonet.gr, ο οποίος υπερηφανευόταν ότι ζει από το στοίχημα. Συνεργάτης της εφημερίδας «Φίλαθλος», είχε το προσωνύμιο «γκουρού του στοιχήματος».
2001: Ο Βέλγος Ζακ Ρογκ εκλέγεται στη θέση του προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, όπου διαδέχεται τον Ισπανό Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ. Ο 59χρονος Βέλγος (αντιπρόεδρος της ΔΟΕ από το 1994) είναι μόλις ο όγδοος πρόεδρος στα 107 έτη της ΔΟΕ.
2000: Η Διεθνής Ομοσπονδία Κωπηλασίας (FISA) επιβάλλει ποινή ισόβιου αποκλεισμού στις Ουκρανές Νατάλια Λαβρεβένκο και Νατάλια Στάσιουκ, καθώς και στον Κουβανό Ζιοβάνι Λόπεζ, για χρήση απαγορευμένων ουσιών κατά την προολυμπιακή προετοιμασία τους στο Μεξικό.
2000: Ο Μάρτιν Έντουαρντς παραιτείται από τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και τον διαδέχεται ο Πίτερ Κένιον. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί το τέλος της 40ετούς διοίκησης του συλλόγου από την οικογένεια Έντουαρντς.
1999: Ο σούπερ σταρ του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου Ζιοβάνι φτάνει στην Αθήνα για να υπογράψει στον Ολυμπιακό και γίνεται δεκτός από χιλιάδες φιλάθλους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.
1994: Η Σουηδία συντρίβει με 4-0 τη Βουλγαρία (8′ Μπρόλιν, 30′ Μιλντ, 37′ Λάρσον, 39′ Κ. Άντερσον) στον μικρό τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ. Η τρίτη θέση που καταλαμβάνει είναι η καλύτερη της ιστορίας της στο θεσμό ύστερα από τη δεύτερη το 1958.
1989: Η Βραζιλία νικά με 1-0 την Ουρουγουάη με γκολ του Ρομάριο και κατακτά το Κόπα Αμέρικα για πρώτη φορά ύστερα από το 1949. Πρόκειται επίσης για τον πρώτο διεθνή τίτλο της «σελεσάο» ύστερα από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970.
1988: Η Φλόρενς Γκρίφιθ-Τζόινερ συντρίβει με 10.49 το παγκόσμιο ρεκόρ των 100 μ. (10.76 το παλιό της Έβελιν Άσφορντ) κατά τη διάρκεια των τράιαλς των ΗΠΑ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ. Την ίδια μέρα, η κουνιάδα της Τζάκι Τζόινερ-Κέρσι σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο έπταθλο με 7.215 βαθμούς.
1966: Η Σοβιετική Ένωση νικά με 1-0 την Ιταλία χάρη σε γκολ του Ίγκορ Τσισλένκο και εξασφαλίζει την πρόκριση στους «8» του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αγγλίας. Το ίδιο καταφέρνει και η Πορτογαλία με το άνετο 3-0 επί της Βουλγαρίας, ενώ η Αγγλία νικά με 2-0 το Μεξικό και η Αργεντινή με τη Δυτική Γερμανία αναδεικνύονται ισόπαλες 0-0.
1961: Η Ρουμάνα Γιολάντα Μπάλας ανεβάζει το παγκόσμιο ρεκόρ στο ύψος στο 1.91 μ., σε αγώνα που διεξάγεται στη Σόφια. Πρόκειται για το δέκατο τέταρτο και τελευταίο παγκόσμιο ρεκόρ της Μπάλας, το οποίο θα αντέξει δέκα χρόνια.
1955: Ο Αργεντινός Χουάν Μανουέλ Φάντζιο εξασφαλίζει τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή της Formula 1 για τρίτη φορά, χάρη στη δεύτερη θέση που καταλαμβάνει στο βρετανικό γκραν πρι, πίσω από τον Στέρλινγκ Μος.
1945: Αρχίζει τη λειτουργία του το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) που ιδρύεται με την Συντακτική Πράξη 54, με πρώτο διευθυντή τον Ηρακλή Πετμεζά. Ήδη οι κάτοχοι ραδιοφώνων στην Ελλάδα ανέρχονται σε 36.000 και η τρίμηνη συνδρομή είναι 1000 δραχμές.
1926: Διεξάγεται στις 10 το πρωί ο πρώτος αγώνας αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Πρόκειται για το «Χιλιόμετρο Λανσέ», τη διαδρομή ενός χιλιομέτρου με πέρασμα (χωρίς εκκίνηση). Νικήτρια θα ανακηρυχθεί η Λουκία Πάππου με Bugatti ενώ χορηγός της διοργάνωσης είναι η εφημερίδα «Βραδυνή».
1908: Ο Αμερικανός Ραλφ Ρόουζ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στη σφαιροβολία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου με βολή στα 14.21 μ. Στη δισκοβολία την πρωτιά κερδίζει ο συμπατριώτης του Μάρτιν Σέρινταν με 40.89 μ. Στα αγωνίσματα μετέχουν και οι Έλληνες Μιχαήλ Δώριζας και Νικόλαος Γεωργαντάς, οι οποίοι δεν καταφέρνουν να προκριθούν στους τελικούς.
1900: Ο Νόρμαν Πρίτσαρντ γίνεται ο πρώτος αθλητής που εκπροσωπεί χώρα της Ασίας (συγκεκριμένα στην Ινδία) και κερδίζει μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Πρόκειται για το ασημένιο στα 200 μ. πίσω από τον Αμερικανό Γουόλτερ Τιούκσμπερι.
1888: Ύστερα από τρεις χαμένους τελικούς ο Έρνεστ Ρένσο κερδίζει τον τίτλο στο μονό του Γουίμπλεντον, νικώντας τον Χέρμπερτ Λόφρορντ με 3-0 σετ (6-3, 7-5, 6-0).
1883: Ο Γουίλιαμ Ρένσο κερδίζει το μονό στο Γουίμπλεντον για τρίτη διαδοχική χρονιά, χάρη στη νίκη του στον τελικό επί του δίδυμου αδελφού του, Έρνεστ, με 3-2 σετ (2-6, 6-3, 6-3, 4-6, 6-3).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Νίστρουπ: «Έχω βρει τους 9 για τον ματς με την Πάκσι»
- Παναθηναϊκός: Σοκ με Ινγκασον!
- Ομπράντοβιτς: «Ο Παναθηναϊκός είναι οικογένεια - Κάνει τα πάντα για την ομάδα ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος»
- Super League: Αυτή θα είναι η νέα μπάλα του πρωταθλήματος
- Μουντιάλ 2026: Ο viral speaker της Αργεντινής «τρελάθηκε» ξανά στο 2-1 του Λαουτάρο
