Αντεμίρ: Ο «σαγόνιας» της Βραζιλίας που την οδήγησε με τα γκολ του μέχρι το «Maracanazo»

Με τα δύο γκολ που πέτυχε στο 6-1 επί της Ισπανίας, στις 13 Ιουλίου 1950, ο Αντεμίρ Ντε Μενέζες έφτασε τα εννιά στο συγκεκριμένο Παγκόσμιο Κύπελλο, τα περισσότερα που έχει πετύχει ποτέ Βραζιλιάνος σε μία διοργάνωση. Ήταν γραφτό, ωστόσο, να μην κατακτήσει το τρόπαιο.

Ένα ρεκόρ που γνωρίζαμε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να απειληθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 ήταν αυτό που κατέχει για τη Βραζιλία ο Αντεμίρ Ντε Μενέζες.

Στις 13 Ιουλίου 1950, ο χαρισματικός σέντερ φορ της πρώτης σπουδαίας «σελεσάο» πέτυχε δύο γκολ στο 6-1 επί της Ισπανίας για τη δεύτερη αγωνιστική του τελικού γύρου κι έφτασε τα εννιά στο εν λόγω τουρνουά. Μ’ αυτήν την επίδοση παραμένει ο Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής που έχει σημειώσει τα περισσότερα τέρματα σε μία διοργάνωση Μουντιάλ.

Μόνο ο Ρονάλντο με τα οκτώ γκολ που πέτυχε το 2002 πλησίασε την επίδοση του Αντεμίρ, ο οποίος βέβαια θα προτιμούσε να είχε κερδίσει το τρόπαιο, όπως ο επίγονός του, παρά να κατέχει αυτό το ρεκόρ. Η ήττα από την Ουρουγουάη με 2-1 στο τελευταίο παιχνίδι της διοργάνωσης στο «Μαρακανά» (το περιβόητο «Maracanazo»), σημάδεψε και τη δική του καριέρα.

Μπορεί να μην έγινε αποδιοπομπαίος τράγος όπως ο τερματοφύλακας Μοασίρ Μπαρμπόσα και να μνημονεύεται ως ένας από τους κορυφαίους παίκτες εκείνης της «σελεσάο» μαζί με τον Ζιζίνιο, τον Ζαΐρ και τον Τσίκο. Όμως έμεινε κι αυτός με την πίκρα της απώλειας του τροπαίου σε ένα εντός έδρας παιχνίδι, με περισσότερους από 170.000 υποστηρικτές για την ομάδα του, στην οποία αρκούσε ακόμα και η ισοπαλία για να πραγματώσει τον μεγάλο της στόχο.

Κι όσο κι αν δεν το ανέφερε σε καμία κατοπινή συνέντευξή του, είναι βέβαιο ότι θα του πέρασε απ’ το μυαλό η σκέψη ότι αν είχε σκοράρει στον ουσιαστικό τελικό, όπως με τόση άνεση είχε καταφέρει στους προηγούμενους αγώνες, η ιστορία θα είχε γραφτεί αλλιώς.

Ακόμα και χωρίς τον παγκόσμιο τίτλο, πάντως, ο Αντεμίρ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς όλων των εποχών στη Βραζιλία και όχι μόνο. Τα εννιά γκολ που πέτυχε στο Μουντιάλ του 1950 έφτασαν και περίσσεψαν για να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του τουρνουά (ο δεύτερος, ο Ουρουγουανός Όσκαρ Μίγκες, είχε πέντε), ενώ πρωταγωνίστησε και στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα από τη «σελεσάο», έναν χρόνο νωρίτερα.

Ιστορία έγραψε ο θρυλικός «σαγόνιας» (Queixada, το παρατσούκλι που του κόλλησαν οι συμπατριώτες του λόγω του εμφανούς προγναθισμού του) και σε συλλογικό επίπεδο με τους τίτλους που κέρδισε με τη Βάσκο ντα Γκάμα, για λογαριασμό της οποίας σημείωσε 301 τέρματα. Η ικανότητά του να στέλνει την μπάλα στα δίχτυα ήταν τέτοια, που ενέπνευσε τον Βραζιλιάνο ποιητή Ζοάο Καμπράλ ντε Μέλο Νέτο να γράψει ένα ποίημα αφιερωμένο στο ταλέντο του, το οποίο συμπεριέλαβε στη συλλογή του «Museu de Tudo» (1975).

Όπως είχε πει κι ο Φλάβιο Κόστα, προπονητής της «σελεσάο» στο Μουντιάλ του 1950, αν δεν είχε χαθεί ο μοιραίος αγώνας με την Ουρουγουάη «ο κόσμος θα τιμούσε τον Αντεμίρ ως έναν από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών».

Το φιλικό που τον έκανε παίκτη της Βάσκο

O Αντεμίρ Μάρκες Ντε Μενέζες – όπως ήταν το πλήρες όνομά του – είχε έναν ακόμα λόγο για να αισθάνεται άτυχος. Γεννήθηκε στο Ρεσίφε στις 8 Νοεμβρίου 1922, δηλαδή βρισκόταν στο άνθος της ηλικίας όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που του στέρησε τη δυνατότητα να αγωνιστεί σε τουλάχιστον ένα Μουντιάλ ακόμα.

Το παρήγορο ήταν ότι οι εχθροπραξίες δεν έφτασαν στη Νότια Αμερική κι έτσι, σε αντίθεση με τους συνομήλικους ποδοσφαιριστές του στην Ευρώπη, δεν χρειάστηκε να πιάσει όπλο, δεν πέρασε κακουχίες και συνέχισε απρόσκοπτα την καριέρα του σε συλλογικό επίπεδο. Είχε αρχίσει να κλωτσάει το τόπι στην παραλία Πίνα, στο νότιο τμήμα της γενέτειράς του και μόλις το 1938 εντάχθηκε στην ομάδα νέων του μεγάλου τοπικού συλλόγου, της Σπορτ Ρεσίφε.

Με το «καλημέρα» τη βοήθησε να στεφθεί δύο φορές πρωταθλήτρια στην ηλικιακή του κατηγορία (1938, 1939) και απέκτησε φήμη σε όλη τη χώρα το 1941, όταν πέτυχε έντεκα γκολ με την ανδρική ομάδα η οποία κέρδισε το πρωτάθλημα Περναμπουκάνο με έντεκα νίκες σε δώδεκα αγώνες. Το άλμα στην καριέρα του δεν θα αργούσε. Το 1942, όταν η Σπορτ έκανε περιοδεία στη νότια Βραζιλία και νίκησε με 5-3 τη Βάσκο ντα Γκάμα, ο Αντεμίρ σημείωσε τρία γκολ και δημιούργησε άλλο ένα και προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον των ανθρώπων της.

Οι παράγοντες του συλλόγου του Ρίο ντε Τζανέιρο πλήρωσαν όσο-όσο για να κάνουν δικό τους το «παιδί με το μεγάλο πιγούνι» (έτσι τον είχαν χαρακτηρίσει την ημέρα που τους είχε φιλοδωρήσει με χατ τρικ), ο οποίος μάλιστα εγκατέλειψε τις σπουδές που είχε αρχίσει στην ιατρική σχολή του Ρεσίφε. Σύντομα κατάλαβαν πόσο καλά είχαν κάνει. Με τον Αντεμίρ στη σύνθεσή της η Βάσκο κέρδισε τον χαρακτηρισμό «Expresso da Vitória» («Το Εξπρές της Νίκης»), αφού κατέκτησε οκτώ τίτλους μέσα σε τρία χρόνια, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε το πρωτάθλημα Καριόκα του 1945. Στη δύναμή της είχε κι άλλα μέλη της «σελεσάο» που θα έφτανε το 1950 μία ανάσα από την κατάκτηση του Μουντιάλ (Μπαρμπόσα, Ντανίλο Αλβίμ, Φριάσα, Τσίκο, Μανέκα).

Ο Αντεμίρ τα είχε όλα ως σέντερ φορ. Ήταν ζογκλέρ με την μπάλα στα πόδια, ταχύτατος (στη Σπορτ Ρεσίφε ήταν ταυτόχρονα και αθλητής στίβου και κολυμβητής) κι ένα ιδιαίτερο προσόν του ήταν οι ξαφνικές εναλλαγές ρυθμού, που εξουθένωναν σωματικά και πνευματικά τους αντιπάλους του.  Επειδή ήταν γρήγορος είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως έξω αριστερά, όμως τα εξαιρετικά του τελειώματα και με τα δύο πόδια τον καθιέρωσαν στην κορυφή της επίθεσης.

Η μεταγραφή στη Φλουμινένσε

Ο Αντεμίρ πρωτοεμφανίστηκε με την Εθνική Βραζιλίας στο Κόπα Αμέρικα του 1945 και τα πήγε καλά, αφού πέτυχε πέντε γκολ σε έξι αγώνες – ανάμεσά τους κι ένα χατ τρικ στο 9-2 επί του Εκουαδόρ. Η «σελεσάο» διέθετε ισχυρό σύνολο με ονόματα όπως ο βετεράνος αμυντικός Ντομίνγκος Ντα Γκία και οι ανερχόμενοι Ζιζίνιο, Τεσουρίνια και Ελένο Ντε Φρέιτας. Έμεινε όμως δεύτερη, πίσω από την Αργεντινή, η οποία τη νίκησε 3-1 στο καθοριστικό μεταξύ τους παιχνίδι με τον Νορμπέρτο Μέντες να σημειώνει και τα τρία γκολ.

Στην αντίστοιχη διοργάνωση του 1946 ο «σαγόνιας» δεν δικαίωσε όσους είχαν πιστέψει ότι αποτελούσε τον διάδοχο του Λεονίντας Ντα Σίλβα – ο οποίος σ’ εκείνη τη διοργάνωση έκανε την τελευταία του εμφάνιση με τη «σελεσάο» και έπαιξε κιόλας στο πλευρό του Αντεμίρ στο 1-1 με την Παραγουάη. Δεν σκόραρε σε κανένα ματς, γι’ αυτό ο ομοσπονδιακός τεχνικός, Φλάβιο Κόστα, τον άφησε σε τρεις περιπτώσεις στον πάγκο. Τον χρησιμοποίησε ως αλλαγή μόνο στον ουσιαστικό τελικό με την Αργεντινή, όπου πάλι ο Μέντες έκανε τη διαφορά πετυχαίνοντας δύο τέρματα.

O Αντεμίρ (αριστερά) με τη φανέλα της Βάσκο ντα Γκάμα, αγκαλιά με τον Οκτάβιο Μοράες της Μποταφόγκο (πηγή: Wikimedia Commons).

Η μέτρια απόδοσή του σ’ εκείνο το Κόπα Αμέρικα δεν έπληξε τη φήμη του. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο προπονητής της Φλουμινένσε, Ζεντίλ Καρντόσο, τον έφερε ως παράδειγμα σε μία συζήτηση που είχε με παράγοντες της ομάδας του. «Φέρτε μου τον Αντεμίρ και θα σας φέρω το πρωτάθλημα». Δεν είναι βέβαιο ότι το εννοούσε έτσι ακριβώς, όμως οι παράγοντες έδωσαν… γη και ύδωρ και απέκτησαν πράγματι τον διεθνή σέντερ φορ από τη Βάσκο ντα Γκάμα. Το συνολικό κόστος της μεταγραφής έφτασε τα 200.000 κρουζέιρος (τα 165.000 τα πήρε ο παίκτης), ποσό με το οποίο μπορούσε τότε κάποιος να αγοράσει ένα καινούριο διαμέρισμα με τρία υπνοδωμάτια σε καλή συνοικία του Ρίο ντε Τζανέιρο!

Ο Αντεμίρ «πετούσε» και με τη φανέλα της «Φλουζάο». Το 1946 πέτυχε 24 γκολ σε 23 συμμετοχές, ανάμεσά τους κι αυτό που χάρισε τη νίκη επί της Μποταφόγκο (1-0) με την οποία κρίθηκε ο τίτλος. Σκόραρε και στο πρώτο ματς που έπαιξε εναντίον της Βάσκο και το πανηγύρισε, αφού είχε παράπονα από τους διοικούντες της που δεν του είχαν δώσει μερίδιο από το έξτρα πριμ για την κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1945. Το αίμα, όμως, νερό δεν γίνεται. Αν και εκείνη την περίοδο κυκλοφόρησαν φήμες ότι ήταν οπαδός της Φλουμινένσε από μικρός, στην πραγματικότητα είχε δεθεί με τη Βάσκο και επέστρεψε στη δύναμή της στις αρχές του 1948.

Το 1949 το «Εξπρές τη Νίκης» μπήκε ξανά… στις ράγες και κέρδισε το πρωτάθλημα Καριόκα με τον Αντεμίρ να σημειώνει 30 γκολ. Νωρίτερα μες στη χρονιά, ο «σαγόνιας» είχε οδηγήσει τη Βραζιλία και στην κατάκτηση του πρώτου της Κόπα Αμέρικα ύστερα από 27 χρόνια. Σκόραρε επτά φορές και μαζί με τον Ζαΐρ (που πέτυχε δύο γκολ περισσότερα), τον Τεσουρίνια και φυσικά τον Ζιζίνιο, έδειχναν ικανοί να οδηγήσουν στην κορυφή του κόσμου τη «σελεσάο», η οποία θα ήταν γηπεδούχος στο πρώτο μεταπολεμικό Παγκόσμιο Κύπελλο.

Πέτυχε το πρώτο γκολ της Βραζιλίας στο Μαρακανά

Ο Αντεμίρ δεν είχε μόνο δυσάρεστες αναμνήσεις από το «Μαρακανά», το κατασκευαστικό θαύμα των 205.000 θέσεων σ’ εκείνο το Μουντιάλ. Είχε την τιμή να είναι ο ποδοσφαιριστής που σημείωσε το πρώτο γκολ της Εθνικής Βραζιλίας εκεί. Στις 24 Ιουνίου 1950, στον εναρκτήριο αγώνα του Μουντιάλ κόντρα στο Μεξικό, άνοιξε το σκορ στο 30′ με ένα συρτό αριστερό σουτ. Στο 79′ σκόραρε άλλη μία φορά και διαμόρφωσε το τελικό 4-0.

Ο Φλάβιο Κόστα είχε ξεκινήσει το τουρνουά με σέντερ φορ τον Μπαλτάζαρ της Κορίνθιανς και τον Αντεμίρ σε ρόλο μέσα αριστερά. Ύστερα από το απρόσμενο 2-2 με την Ελβετία, όμως, πέρασε τον «σαγόνια» στην κορυφή της επίθεσης, επανέφερε στη θέση του μέσα αριστερά τον Ζαΐρ και άλλαξε πλευρά στον Φριάσα (έξω δεξιά αντί για έξω αριστερά, θέση την οποία κάλυψε στη συνέχεια ο Τσίκο). Οι αλλαγές απέδωσαν, όπως φάνηκε και από την καθαρή νίκη επί της Γιουγκοσλαβίας με 2-0, που χάρισε την πρόκριση στους «4».

Ο Αντεμίρ πέτυχε ένα γκολ κόντρα στους «πλάβι», εκεί όμως που αφήνιασε ήταν στον τελικό γύρο. Στο πρώτο ματς κόντρα στη Σουηδία σκόραρε τέσσερις φορές και οδήγησε τη Βραζιλία στον θρίαμβο με 7-1, που παραμένει έως και σήμερα ευρύτερη νίκη της σε αγώνα τελικής φάσης Μουντιάλ. Ακολούθησαν τα δύο γκολ κόντρα στην Ισπανία, στον αγώνα που διεξήχθη σαν σήμερα και επιβεβαίωσε ότι η «σελεσάο» ήταν το φαβορί. Η Ουρουγουάη είχε φέρει 2-2 κόντρα στη «ρόχα» του Θάρα και του Μπασόρα και είχε νικήσει με τα χίλια ζόρια 3-2 τη Σουηδία χάρη σε δύο γκολ του Μίγκες στο τελευταίο τέταρτο. Πώς θα κόντραρε την αρμάδα του Αντεμίρ;

Οι θεοί του ποδοσφαίρου, όμως, είχαν άλλα σχέδια. Στον ουσιαστικό τελικό της 16ης Ιουλίου 1950, η Βραζιλία που βολευόταν και με την ισοπαλία προηγήθηκε στο 47′ με τον Φριάσα, όμως γνώρισε την ήττα με 2-1 από τη σκληροτράχηλη «σελέστε». Ο Ομπντούλιο Βαρέλα και οι σκόρερ Χουάν Σκιαφίνο κι ο Αλσίδες Γκίζια γύρισαν το ματς και άφησαν τους γηπεδούχους σοκαρισμένους, να βράζουν στο ζουμί τους. Οι απογοητευμένοι οπαδοί τα έβαλαν με τον Μπαρμπόσα, όμως η μέρα ήταν δύσκολη για όλους τους παίκτες της Βραζιλίας. Ακόμα και για τον Αντεμίρ, ο οποίος κατηγορήθηκε για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να βρει δίχτυα στον πιο κρίσιμο αγώνα.

Το εγκατέλειψε πριν τον εγκαταλείψει

Μετά την ήττα από την Ουρουγουάη ο Αντεμίρ ήταν τόσο πικραμένος που με το που γύρισε σπίτι του, πήρε τη γυναίκα του (η οποία ονομαζόταν… Σελέστε, όπως το παρατσούκλι της Εθνικής Ουρουγουάης!) κι έφυγαν για την Ιτακουρουσά, ένα παραθαλάσσιο προάστιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Όταν έμαθε ότι ο κόσμος κατηγορούσε έντονα τον Μπαρμπόσα, ζήτησε να τον φέρουν κοντά του. Έμειναν εκεί για δεκαπέντε μέρες, μακριά από την οργή του πλήθους. «Ήταν η μεγαλύτερη πίκρα της ζωής του», είχε δηλώσει μετά τον θάνατό του η δεύτερη σύζυγός του, Βίλμα.

Το «φάρμακο» ήταν η επανέναρξη των εγχώριων διοργανώσεων. Όταν η πίκρα για την απώλεια του παγκόσμιου τίτλου ξεθύμανε, τα γκολ του Αντεμίρ με τη Βάσκο ντα Γκάμα τον έκαναν πάλι σύνθημα στα χείλη των φιλάθλων. Με την «Κρουζμαλτίνο» κατέκτησε το πρωτάθλημα Καριόκα το 1950, το 1952 και το 1956, συνδυάζοντας στην πρώτη περίπτωση την επιτυχία με τον τίτλο του πρώτου σκόρερ (25 τέρματα).

Ολοκλήρωσε την πορεία του στη Βάσκο έχοντας σημειώσει 301 γκολ σε 429 αγώνες, επίδοση που τον κατέτασσε στην κορυφή των σκόρερ όλης της ιστορίας της. Παρέμεινε εκεί μέχρι την εμφάνιση του Ρομπέρτο Ντιναμίτε, ο οποίος τη δεκαετία του ’80 έφτασε τον αστρονομικό αριθμό των 702 τερμάτων σε 1.110 αγώνες. Αργότερα στη δεύτερη θέση ανέβηκε ο Ρομάριο, ο Αντεμίρ όμως παραμένει τρίτος σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του.

Ο «σαγόνιας» βρήκε καταφύγιο στη Σπορτ Ρεσίφε, την ομάδα απ’ όπου ξεκίνησε την καριέρα του. Έπαιξε με τη φανέλα της έναν χρόνο (το 1957) και κρέμασε τα παπούτσια του σε ηλικία 35 ετών. «Εγκατέλειψα το ποδόσφαιρο πριν με εγκαταλείψει αυτό», έλεγε αργότερα σε όσους του επισήμαιναν ότι είχε ένα-δύο καλά χρόνια ακόμα να παίξει.

Με την εθνική ομάδα δεν ευτύχησε να ζήσει άλλη μεγάλη στιγμή. Επανήλθε στις τάξεις της το 1952 και τη βοήθησε να κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στους Παναμερικανικούς Αγώνες. Αποχώρησε οριστικά από τη «σελεσάο» μετά τη συμμετοχή του στο Κόπα Αμέρικα του 1953. Πέτυχε το τελευταίο του γκολ στο 8-1 επί του Εκουαδόρ και έπαιξε για τελευταία φορά ως αλλαγή στο 1-0 επί της Ουρουγουάης. Έκλεισε την καριέρα του με 39 συμμετοχές και 32 γκολ, χάρη στα οποία παραμένει ακόμα στη δέκατη θέση στον πίνακα των σκόρερ όλης της ιστορίας της.

Αντικειμενικός σχολιαστής με ψυχή… Βάσκο

Ο Αντεμίρ δεν ακολούθησε καριέρα προπονητή, το 1967 όμως η Βάσκο ντα Γκάμα τον κάλεσε να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της. Δεν μπορούσε να πει «όχι», μια και ο σύλλογος αυτός ήταν κομμάτι του εαυτού του. «Είμαι ένας άνθρωπος που κυριαρχείται απ’ την καρδιά του κι η καρδιά μου κυριαρχείται από τη Βάσκο», ήταν μία από τις πιο γνωστές ατάκες του που υποδήλωναν τον στενό δεσμό του με τον «Γίγαντα του Λόφου».

Βέβαια, η προπονητική του θητεία δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη γι’ αυτό μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο ολοκληρώθηκε. Αργότερα έγινε σχολιαστής αγώνων στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ενώ κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 διατηρούσε δική του στήλη στην εφημερίδα «O Dia». Σε μία ραδιοφωνική μετάδοση ενός ντέρμπι ανάμεσα στη Βάσκο και τη Φλαμένγκο, υποσχέθηκε στους ακροατές ότι θα έκανε αντικειμενικό σχολιασμό, πρόσθεσε όμως ότι η ψυχή του ήθελε νίκη της Βάσκο διότι «η ψυχή ενός παίκτη δεν φεύγει ποτέ απ’ το γήπεδο».

Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει κάθε δραστηριότητα το 1994, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του μυελού των οστών κι άρχισε να δίνει την πιο δύσκολη μάχη της ζωής του, την οποία έχασε στις 11 Μαΐου 1996, ύστερα από πολλαπλές σύντομες νοσηλείες. Η Βάσκο ντα Γκάμα τιμά τη μνήμη του με συγκινητικές αναρτήσεις στα social media στις επετείους της γέννησης και του θανάτου του, ενώ στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου της Σπορτ Ρεσίφε έχει ανεγερθεί χάλκινος ανδριάντας του, που τον απεικονίζει να κοντρολάρει την μπάλα με το αριστερό του πόδι (που ήταν και το καλό του, αν και όπως γράψαμε ήταν εξίσου αποτελεσματικός και με το δεξί).

Ένα απ’ τα καλύτερα παράσημα για τον Αντεμίρ ήταν ένα άρθρο που είχε γράψει γι’ αυτόν στην εφημερίδα «O Globo» ο δημοσιογράφος Αρμάντο Νογκέιρα, ο οποίος ήταν δηλωμένος οπαδός της Μποταφόγκο. Αναφέρει στο πιο χαρακτηριστικό του απόσπασμα: «Πόσες φορές βλαστήμησα τις επελάσεις του Αντεμίρ… Ξεκινούσε απ’ το κέντρο σπέρνοντας τρόμο κι όταν έφτανε στη μεγάλη περιοχή έφερνε την καταστροφή. Το αποτέλεσμα ήταν πάντοτε το ίδιο. Μια μπάλα στα δίχτυα, ένας τερματοφύλακας σε απόγνωση κι η καρδιά μου ραγισμένη».

Πηγές: ge.globo.com («O rush de Ademir Menezes: como nasceu o maior artilheiro do Brasil em uma única edição de Copa», «Prazer, Ademir: a história de 301 gols pelo Vasco do maior artilheiro da Seleção em uma Copa», «Centenary, João Cabral de Melo Neto was champion at Santa Cruz and loved football»), pt.wikipedia.org («Ademir de Menezes»), en.wikipedia.org («1950 FIFA World Cup», «1949 South American Championship»), onefootball.com («Ademir, the Vasco great of 301 goals and Brazil’s 1950 top scorer»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 13 Ιουλίου

2023: Ο Νταουρέν Κουρουγκλίεβ κατακτά το ασημένιο μετάλλιο στην κατηγορία των 86 κ. της ελευθέρας πάλης στο τουρνουά World Series «Polyak Imre & Varga Janos Memorial», που διεξάγεται στην Ουγγαρία.

2021: Η παραολυμπιονίκης Στέλλα Σμαραγδή καταρρίπτει στην πρώτη και μοναδική της προσπάθεια το παγκόσμιο ρεκόρ του τριπλούν 47, με 10.03μ., κατά τη διάρκεια του Πανελληνίου Πρωταθλήματος στίβου ΟΠΑΠ 2021 στο Καυτανζόγλειο Στάδιο της Θεσσαλονίκης. Το προηγούμενο ρεκόρ κατείχε η ίδια με 9.95 μ. από τις 13 Ιουλίου 2019 στην Αθήνα.

2014: Η Γερμανία κατακτά το Παγκόσμιο Κύπελλο για πρώτη φορά μετά την επανένωσή της (και τέταρτη φορά συνολικά), μια και νικά στον τελικό του «Μαρακανά» την Αργεντινή με 1-0 στην παράταση, χάρη σε γκολ του Μάριο Γκέτσε στο 113′. Η διοργάνωση ολοκληρώνεται με 171 γκολ, επίδοση που ισοφαρίζει το ρεκόρ του 1998 στη Γαλλία.

2010: Ο 68χρονος πρώην πρόεδρος του Συνασπισμού, Νίκος Κωνσταντόπουλος, εκλέγεται πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός διαδεχόμενος τον Τζώνυ Βεκρή, ο οποίος με τη σειρά του είχε διαδεχθεί τον Νικόλα Πατέρα. Θα παραμείνει σ’ αυτήν τη θέση αυτή μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου, οπότε θα τον αντικαταστήσει ο Πατέρας.

2004: Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι, Μπόμπι Φίσερ, συλλαμβάνεται στο αεροδρόμιο του Τόκιο την ώρα που επιχειρεί να διαφύγει για τις Φιλιππίνες, ενώ καταζητείται από το FBI από το 1992 λόγω του αγώνα που είχε δώσει ενάντια στον Ρώσο Μπόρις Σπάσκι.

1999: Ο Ολυμπιακός πραγματοποιεί την πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, μια και συμφωνεί με την Πόρτο για τον Σλοβένο ποδοσφαιριστή Ζλάτκο Ζάχοβιτς. Οι «ερυθρόλευκοι» θα δώσουν 2,5 δισ. δρχ. στην Πόρτο, ενώ το τετραετές συμβόλαιο του παίκτη προβλέπει απολαβές 2 δισ. δρχ. (500 εκατ. δρχ. τον χρόνο).

1994: Με δύο γκολ του Ρομπέρτο Μπάτζιο στο 21′ και το 25′, η Ιταλία νικά με 2-1 τη Βουλγαρία και προκρίνεται στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ. Αντίπαλός της εκεί θα είναι η Βραζιλία, η οποία νικά λίγες ώρες αργότερα με 1-0 τη Σουηδία, χάρη σε γκολ του Ρομάριο στο 80′.

1988: Ο Λάγιος Ντέταρι έρχεται στην Αθήνα για να ενταχθεί στον Ολυμπιακό, στον οποίο έχει ήδη υπογράψει έναντι του αστρονομικού ποσού των 1,4 δισ. δρχ. Ο δήμαρχος Πειραιά Ανδρέας Ανδριανόπουλος και ο πρόεδρος του Ολυμπιακού Γιώργος Κοσκωτάς υποδέχονται τον διεθνή Ούγγρο άσο στην Πλατεία Κοραή, όπου έχουν συγκεντρωθεί περισσότεροι από 30.000 φίλαθλοι για να τον αποθεώσουν.

1985: Ο Αμερικανός Άρθουρ Ας γίνεται ο πρώτος μαύρος τενίστας που ψηφίζεται για να εισέλθει στο International Tennis Hall of Fame.

1985: Ο Σεργκέι Μπούμπκα γίνεται ο πρώτος αθλητής που υπερβαίνει τα 6 μέτρα στο επί κοντώ, σε μίτινγκ στίβου που διεξάγεται στο Παρίσι.

1973: Ο Βρετανός Ντέιβιντ Μπέντφορντ βελτιώνει το παγκόσμιο ρεκόρ των 10.000 μ. με 27:30.8 σε μίτινγκ στο Λονδίνο. Το ρεκόρ θα αντέξει σχεδόν τέσσερα χρόνια, μέχρι που θα το καταρρίψει ο Κενυάτης Σάμσον Κιμόμπουα, με 27:30.5 στο Ελσίνκι.

1972: Ο μπασκετμπολίστας του Ηρακλή, Αριστείδης Μούμογλου, σημειώνει 145 πόντους στη νίκη επί του ΒΑΟ με 170-94. Πρόκειται για ατομικό ρεκόρ σκοραρίσματος σε έναν αγώνα Α’ Εθνικής (το παλιό κατείχε από το 1971 ο Παράσχος Τσάνταλης του Πανελληνίου με 71), αλλά και το πιο παραγωγικό παιχνίδι στην ιστορία της κορυφαίας εθνικής μας κατηγορίας (264 πόντοι).

1967: Ο Βρετανός ποδηλάτης Τόμι Σίμσον πεθαίνει από εξάντληση λόγω καύσωνα κατά την διάρκεια του 13ου ετάπ του Γύρου της Γαλλίας. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «βάλτε με πάνω στο ποδήλατό μου». Η νεκροψία θα δείξει πως είχε κάνει χρήση αμφεταμινών και αλκοόλ.

1966: Με δύο γκολ του Λουίς Αρτίμε, η Αργεντινή νικά με 2-1 την Ισπανία στον πρώτο αγώνα της για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας. Στους υπόλοιπους αγώνες της ημέρας έχουμε Πορτογαλία-Ουγγαρία 3-1 και Ιταλία-Χιλή 2-0.

1952: Ο Στέφανος Πετράκης σημειώνει νέο πανελλήνιο ρεκόρ στα 100 μ. με 10.5 στο Κίελο της Δυτικής Γερμανίας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι.

1950: Με δύο γκολ του Όσκαρ Μιγκές στο 77′ και το 85′, η Ουρουγουάη νικά με 3-2 τη Σουηδία για τη δεύτερη αγωνιστική του τελικού ομίλου του Παγκοσμίου Κυπέλλου και πλέον θέλει νίκη στον τελευταίο αγώνα με τη γηπεδούχο Βραζιλία για να κατακτήσει το τρόπαιο.

1930: Η Γαλλία νικά με 4-1 το Μεξικό στον πρώτο αγώνα του 1ου Παγκοσμίου Κυπέλλου που φιλοξενείται στην Ουρουγουάη. Ο Γάλλος Λισιέν Λοράν σημειώνει το παρθενικό γκολ στην ιστορία της διοργάνωσης.

1926: Ο Πάαβο Νούρμι σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στα 3.000 μ. (8:20.4) στη Στοκχόλμη.

1924: Ο Φινλανδός Άλμπιν Στένροος κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στον Μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού, με χρόνο 2 ώρες 41:22.6. Είναι μόλις η δεύτερη φορά μετά το 1908 που το μήκος της διαδρομής είναι 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα, το οποίο καθιερώνεται έκτοτε για όλους τους διεθνείς αγώνες Μαραθωνίου. Δεύτερος τερματίζει ο Ιταλός Ρομέο Μπερτίνι (2 ώρες 47:19.6) και τρίτος ο Αμερικανός Κλάρενς ΝτεΜάρ (2 ώρες 48:14.0).

1912: Μετά το χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς στις 8 Ιουλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, ο Κωστής Τσικλητήρας κερδίζει το χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., μια και αυτήν τη φορά μένει πίσω από τους αδελφούς Πλατ και Μπέντζαμιν Άνταμς.

1881: Ο Γουίλιαμ Ρένσο νικά με 3-0 σετ τον Τζον Χάρτλεϊ (6-0, 6-1, 6-1) στον τελικό του Γουίμπλεντον και κατακτά τον πρώτο από τους επτά τίτλους του στο μονό του λονδρέζικου τουρνουά.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News