Σαν Σήμερα - Άνχελ Λαμπρούνα: Ο θρυλικός «Άσχημος» της Ρίβερ Πλέιτ με το ρεκόρ τερμάτων στα Superclasico

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να μνημονεύουμε τον Άνχελ Λαμπρούνα, τον θρυλικό «Άσχημο» της Ρίβερ Πλέιτ. Το ρεκόρ επίτευξης τερμάτων στα ντέρμπι με την Μπόκα Τζούνιορς που άρχισε στις 5 Νοεμβρίου 1939, είναι ένας από αυτούς.

Είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι υπάρχει σοβαρός ποδοσφαιρόφιλος στην εποχή του διαδικτύου, ο οποίος δεν έχει ακουστά τη θρυλική «La Máquina» της Ρίβερ Πλέιτ, η οποία έκανε θραύση στα γήπεδα της Νότιας Αμερικής τη δεκαετία του ’40.

Όπως έχει γράψει κι ο Βρετανός δημοσιογράφος Τζόναθαν Γουίλσον στο βιβλίο του «Angels With Dirty Faces», εκείνη η επιθετική πεντάδα των «Εκατομμυριούχων» ενσάρκωσε καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την αργεντίνικη κουλτούρα, για τον απλούστατο λόγο ότι κατάφερε να μπολιάσει το ποδόσφαιρο με την αισθητική και τη φιλοσοφία του τάνγκο.

Η «Μηχανή» δεν είχε πάντοτε σταθερή σύνθεση, όμως η πεντάδα που τη συγκρότησε μέχρι το 1944 ήταν αυτή που έμεινε στην ιστορία. Ο χαρισματικός μέσα δεξιά Χοσέ Μανουέλ Μορένο θεωρούνταν τότε ο κορυφαίος παίκτης στον κόσμο και άφησε εποχή και με την μποέμικη ζωή του. Άλλοι τονίζουν την αξία του σέντερ φορ Αδόλφο Πεδερνέρα, ο οποίος ήταν ο «εγκέφαλος» της επίθεσης, ενώ κανείς δεν υποτιμά τη συνεισφορά του έξω δεξιά Χουάν Κάρλος Μουνιός και του έξω αριστερά Φελίξ Λουστό, παρότι αμφότεροι ήταν πιο εργατικοί και λιγότερο προβεβλημένοι.

Για ένα πράγμα δεν αμφέβαλλε ποτέ κανείς. Ότι ο πιο αποτελεσματικός εκτελεστής της πεντάδας ήταν ο Άνχελ Λαμπρούνα. Ο μέσα αριστερά με τα ατσούμπαλα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά (γι’ αυτό είχε τα παρατσούκλια «El Feo» και «El Viejo», που σημαίνουν ο «Ο Άσχημος» και «Ο Γέρος» αντίστοιχα) ήταν ικανός να κάνει πολύ όμορφα πράγματα με την μπάλα στα πόδια και, το κυριότερο, να τη στέλνει στα δίχτυα.

Το αποδεικνύουν τα 317 γκολ που πέτυχε για λογαριασμό της Ρίβερ Πλέιτ στα είκοσι χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της, χάρη στα οποία κατέχει από το 1959 την πρώτη θέση των σκόρερ όλης της ιστορίας της. Πρώτος, όμως, είναι και στον πίνακα των σκόρερ των παραδοσιακών ντέρμπι με την Μπόκα Τζούνιορς τόσο από τη μία όσο και από την άλλη πλευρά, αφού σημείωσε 16 τέρματα!

Ήταν 5 Νοεμβρίου 1939 όταν ο Λαμπρούνα άνοιξε τον λογαριασμό του στα Superclásico, με το γκολ που χάρισε στους «Εκατομμυριούχους» τη νίκη με 2-1  στο ουδέτερο «Gasometro» του Σαν Λορέντζο. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τότε, ότι θα αποτελούσε την αφετηρία ενός μοναδικού ρεκόρ, το οποίο δεν έχει απειλήσει κανείς εδώ και κοντά έναν αιώνα;

Κρατούσε τη μύτη του στο «Bombonera»

Ο Λαμπρούνα είχε κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ Πλέιτ στις 18 Ιουνίου 1939, σε έναν εκτός έδρας αγώνα με την Εστουδιάντες Λα Πλάτα στον οποίο γνώρισε την ήττα με 1-0. Εκείνη τη μέρα, μάλιστα, είχε χάσει αρκετές καλές ευκαιρίες κι ο προπονητής, Ρενάτο Τσεζαρίνι, τον υποβίβασε για ένα διάστημα στην τρίτη ομάδα.

Πέρασαν αρκετές εβδομάδες μέχρι να πάρει την επόμενη ευκαιρία, όταν οι επαγγελματίες παίκτες έκαναν απεργία διαμαρτυρόμενοι για μία τιμωρία που είχε επιβάλει η διοίκηση στον Μορένο. Ο Λαμπρούνα κάλυψε τη θέση του «El Charro» και στις 15 Οκτωβρίου 1939 πέτυχε το παρθενικό του γκολ στην εκτός έδρας νίκη επί της Ατλάντα (4-2), ενώ εδραίωσε τη φήμη του όταν σκόραρε και στο ντέρμπι με την Μπόκα Τζούνιορς, τρεις εβδομάδες αργότερα. Συνολικά πέτυχε επτά τέρματα στους εννιά αγώνες που κράτησε η απεργία κι όταν οι «μεγάλοι» επέστρεψαν στην ομάδα, υποχρέωσε τον Μορένο να αλλάξει θέση και να παίζει ως μέσα δεξιά.

Την ίδια εποχή είχε πάρει την ευκαιρία να παίξει στην πρώτη ομάδα και ο Μουνιός κι όταν η «Máquina» απέκτησε υπόσταση, ο Λαμπρούνα δεν πιανόταν. Ειδικά στα ντέρμπι με την Μπόκα Τζούνιορς έβαζε συχνά την υπογραφή του, με αποκορύφωμα τον θρίαμβο με 4-0 τον Ιούλιο του 1942, όπου σκόραρε δύο φορές. Οι πιο παραγωγικές σεζόν του στο πρωτάθλημα ήταν από το 1943 έως και το 1945, όταν πέτυχε 23, 25 και 25 γκολ αντίστοιχα και κέρδισε δύο φορές τον τίτλο του πρώτου σκόρερ (μόνο το 1944 τον πέρασε με 26 ο Παραγουανός Ατίλιο Μεγιόνε της Ουρακάν).

H πιο δημοφιλής εκδοχή της θρυλικής «La Máquina» της Ρίβερ Πλέιτ. Από αριστερά διακρίνονται οι Χουάν Κάρλος Μουνιός, Χοσέ Μανουέλ Μορένο, Αδόλφο Πεδερνέρα, Άνχελ Λαμπρούνα και Φέλιξ Λουστό (πηγή: Wikimedia Commons).

Η Ρίβερ Πλέιτ αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Αργεντινής το 1941, το 1942, το 1945 και το 1947 και οι οπαδοί της είχαν καθιερώσει ένα σύνθημα που συνόψιζε τη λατρεία τους προς τον μεγάλο τους γκολτζή. Φώναζαν ρυθμικά «sale el sol, sale la luna, centro de Munoz, gol de Labruna», το οποίο θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ως εξής (κρατώντας την ομοιοκαταληξία): «Ανατέλλει ο ήλιος, ανατέλλει το φεγγάρι, σεντράρει ο Μουνιός κι ο Λαμπρούνα σκοράρει»!

Πέρα από σπουδαίος γκολτζής, ο Λαμπρούνα ήταν και… προβοκάτορας, ως γνήσιος Αργεντινός. Όταν έμπαινε στο «Bombonera» για τα εκτός έδρας ματς με την Μπόκα έκλεινε επιδεικτικά τη μύτη του, σαν κάτι να του μύριζε άσχημα, προκαλώντας την οργή των οπαδών των «Xeinezes» που τον έβριζαν και τον έφτυναν χωρίς εκείνος να πτοείται! Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτά τα παιχνίδια δεν ήταν εξίσου αποτελεσματικός όσο σ’ εκείνα στο «Monumental», μια και περίμενε μέχρι το 1948 για να πετύχει το πρώτο του γκολ (σε μία νίκη με 2-1), κάτι που επανέλαβε μόνο δύο φορές.

Το μπάσκετ και το αυτόγραφο του Φερέιρα

Τα πρώτα βήματα του Λαμπρούνα στο ποδόσφαιρο δεν διέφεραν από τα αντίστοιχα των περισσότερων Αργεντινών άσων της ρομαντικής εκείνης εποχής. Γεννήθηκε στη συνοικία Παλέρμο στις 28 Σεπτεμβρίου 1918, δεν προερχόταν από κάποια πλούσια οικογένεια και η ενασχόληση με το άθλημα ήταν διέξοδος από τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Ο πατέρας του ήταν ωρολογοποιός και σχεδίαζε να δει τον γιο του να αναλαμβάνει την οικογενειακή επιχείρηση εφόσον δεν σπούδαζε κάτι στο πανεπιστήμιο. Και ίσως ο μικρός Άνχελ να μην είχε καταφέρει τίποτε στο ποδόσφαιρο αν δεν είχε την υποστήριξη της μητέρας του, η οποία του ετοίμαζε κρυφά τα αθλητικά του ρούχα για να παίζει στους δρόμους και τα σοκάκια με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς του.

Aν και ήταν καλός μαθητής στο σχολείο, με ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική και το σχέδιο, τα παράτησε όλα το 1934 για να αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο. Από το 1932, άλλωστε, ήταν μέλος της εφηβικής ομάδας της Ρίβερ Πλέιτ, ύστερα από την απορρόφηση του ανεξάρτητου σωματείου Κλαμπ Μπάριο Πάρκε, στο οποίο τον είχε γράψει ο πατέρας του για να μην τον βλέπει να «τρώει» τα γόνατά του στους δρόμους. Στους «Εκατομμυριούχους» έπαιζε παράλληλα και μπάσκετ και μάλιστα ήταν πολύ καλός. Κάποια στιγμή μάλιστα είχε σκεφτεί να επικεντρωθεί εκεί αν ο σύλλογος του έβρισκε δουλειά για να βγάζει τα προς το ζην. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ.

Το αγαπημένο σύνθημα των οπαδών της Ρίβερ Πλέιτ ήταν: «Ανατέλλει ο ήλιος, ανατέλλει το φεγγάρι, σεντράρει ο Μουνιός κι ο Λαμπρούνα σκοράρει»

Ο Λαμπρούνα υποστήριζε τη Ρίβερ από τότε που θυμόταν τον εαυτό του και καμάρωνε που ήταν παίκτης της. Είχε ίνδαλμα τον βασικό επιθετικό της, Μπερναμπέ Φερέιρα, απ’ τον οποίο μάλιστα ζήτησε κάποτε αυτόγραφο: «Στον ανερχόμενο άσο, Ανχελίτο Λαμπρούνα. Με αγάπη, Μπερναμπέ», είχε γράψει ο σπουδαίος άσος σε μια φωτογραφία του, χωρίς φυσικά να φαντάζεται ότι ο μικρός που είχε μπροστά του θα τον ξεπερνούσε κάποτε σε φήμη.

Το αυτόγραφο του Φερέιρα κόσμησε για χρόνια τη βιτρίνα του ωρολογοποιείου της οικογένειας Λαμπρούνα, η σχέση του νεαρού άσου όμως με τον αστέρα της Ρίβερ δεν περιορίστηκε εκεί. Μετά τα 16 του χρόνια, όταν είχε αρχίσει να ξεχωρίζει στις «μικρές» ομάδες, δανειζόταν συχνά τα παπούτσια του και πετύχαινε πολλά γκολ με αυτά, αν και παραδεχόταν ότι δεν κατάφερνε να σουτάρει τόσο δυνατά όσο ο πραγματικός κάτοχός τους.

Δύο Κόπα Αμέρικα με την Εθνική Αργεντινής

Στην Εθνική Αργεντινής ο Λαμπρούνα έπαιξε για πρώτη φορά στις 25 Αυγούστου 1942, όταν μπήκε ως αλλαγή στα τελευταία λεπτά του αγώνα με την Ουρουγουάη (1-1) για το Κύπελλο Λίπτον, μια διοργάνωση που διεξαγόταν από το 1916 μεταξύ των δύο κορυφαίων ισπανόφωνων χωρών της ηπείρου. Για να παίξει σε Κόπα Αμέρικα, όμως, περίμενε πολύ περισσότερο.

Ο Γκιγέρμο Στάμπιλε, ο πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ του 1930 ο οποίος ήταν τότε προπονητής της «αλμπισελέστε», δεν είχε βρει τρόπο να τον χωρέσει στην ομάδα που είχε κατακτήσει το τρόπαιο το 1945. Επέλεξε ως βασικό μέσα αριστερά τον Ρινάλντο Μαρτίνο και τα αποτελέσματα των δικαίωσαν, αφού τον είδε να πετυχαίνει τέσσερα γκολ – ανάμεσά τους κι αυτό που έκρινε τον ουσιαστικό τελικό με την Ουρουγουάη.

Το 1946, όμως, ο Λαμπρούνα βρισκόταν στο απόγειο της φόρμας του και το επιβεβαίωσε και στο Κόπα Αμέρικα, σημειώνοντας πέντε τέρματα στους τέσσερις αγώνες που έπαιζε. Λιγότερα από τον Νορμπέρτο Μέντες, ο οποίος ήταν ο μοναδικός σκόρερ του επεισοδιακού τελικού με τη Βραζιλία (2-0), αλλά αρκετά για να τον κάνουν να ξεχωρίσει μαζί με τους συνοδοιπόρους του στη Ρίβερ Πλέιτ, Πεδερνέρα και Λουστό.

Ο Λαμπρούνα πρώτος από αριστερά, μαζί με τρεις συμπαίκτες του στην επίθεση της Εθνικής Αργεντινής. Τον Βισέντε Ντε Λα Μάτα, τον Ρινάλντο Μαρτίνο και τον Νορμπέρτο Μέντες (πηγή: Wikimedia Commons).

Το 1947 ο «Άσχημος» αντιμετώπισε ένα πρόβλημα με τη χολή του, παρέμεινε κλινήρης για καιρό και έχασε το πρωτάθλημα της Νότιας Αμερικής το οποίο κατέκτησε για τρίτη σερί φορά η Αργεντινή. Η ατυχία του συνεχίστηκε τα χρόνια που ακολούθησαν, μια και οι τεταμένες σχέσεις της χώρας του με τη Βραζιλία (εξαιτίας και του τελικού του 1946) την κράτησαν έξω από το Κόπα Αμέρικα και το Παγκόσμιο Κύπελλο που διεξήχθησαν εκεί, το 1949 και το 1950. Το ίδιο συνέβη λόγω εσωτερικών οργανωτικών προβλημάτων και στις αντίστοιχες διοργανώσεις του 1953 και του 1954.

Ο Λαμπρούνα ήταν 36 ετών όταν η εθνική του ομάδα έκανε την επανεμφάνισή της στο Κόπα Αμέρικα του 1955, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να είναι πρωταγωνιστής στην κατάκτησή του. Σημείωσε, μάλιστα, χατ τρικ στη σημαντική νίκη με 6-1 επί της Ουρουγουάης και ήταν ο δεύτερος σκόρερ της ομάδας του πίσω από τον Ροδόλφο Μιτσέλι.

Έδωσε το «παρών» και στο τουρνουά του 1956, όπου η Αργεντινή έμεινε δεύτερη πίσω από την «σελέστε», ενώ το 1957 ήταν αναπληρωματικός της ομάδας που κατέκτησε ξανά το τρόπαιο. Τη σκυτάλη είχαν πλέον παραλάβει νεότεροι ταλαντούχοι άσοι, από τους οποίους ξεχώριζαν ο Ομάρ Σίβορι, ο Ουμπέρτο Μάσκιο, o Αντόνιο Αντζελίλο κι ο Ορέστε Κορμπάτα.

Γεύτηκε και τη συμμετοχή σε Μουντιάλ

Η επιλογή του Στάμπιλε να πάρει τον 39χρονο Λαμπρούνα στην αποστολή της «αλμπισελέστε» για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 δεν ήταν τόσο μεγάλη έκπληξη, απ’ τη στιγμή που τρεις από τους πρωταγωνιστές του θριάμβου του 1957 (Σίβορι, Μάσκιο, Αντζελίλο), είχαν μεταγραφεί στην Ιταλία και δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής.

Έστω και σε προχωρημένη ηλικία, λοιπόν, ο «Άσχημος» έγινε ο μοναδικός εκπρόσωπος της αυθεντικής «Máquina» που γεύτηκε τη συμμετοχή στην κορυφαία διεθνή διοργάνωση, αν και θα ήταν πολύ καλύτερα να είχε συμβεί αυτό το 1954 ή το 1950 (για να μην πούμε το 1946, που η διοργάνωση ματαιώθηκε). Ο Λαμπρούνα αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια, τη νίκη επί της Βορείου Ιρλανδίας με 3-1 και τη συντριβή από την Τσεχοσλοβακία με 6-1, που σήμανε τον πρόωρο αποκλεισμό – στην πρεμιέρα η «αλμπισελέστε» είχε ηττηθεί με 3-1 από τη Δυτική Γερμανία.

Ο Άνχελ Λαμπρούνα με τη φανέλα της Ρίβερ Πλέιτ το 1955 (πηγή: Wikimedia Commons).

Αυτό το καταστροφικό ματς στο Χέλσινγκμποργκ αποδείχθηκε και το τελευταίο του με την εθνική ομάδα, με την οποία μέτρησε συνολικά 37 συμμετοχές και 17 γκολ. Στη Ρίβερ Πλέιτ συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι το τέλος του 1959 και κρέμασε τα παπούτσια του έχοντας πετύχει 317 τέρματα σε όλες τις επίσημες διοργανώσεις. Είναι φυσικά πρώτος σκόρερ της ιστορίας της και δύσκολα θα απειληθεί στο μέλλον. Σκεφτείτε ότι δεύτερος με 219 είναι ο Όσκαρ Μας, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός παίκτης που απείλησε το ρεκόρ του στα Superclásico (έφτασε τα 12 γκολ).

Πέρα από τα τέσσερα πρωταθλήματα Αργεντινής της εποχής της «Μηχανής», ο Λαμπρούνα κατέκτησε άλλα πέντε το 1952, το 1953, το 1955, το 1956 και το 1957, καθώς και άλλους τοπικούς τίτλους που είχαν τότε κύρος, όπως το Κόπα Αλντάο και το Κόπα Ιμπαργουρέν. Με τα 292 γκολ που έχει σημειώσει μόνο στο πρωτάθλημα, είναι δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών πίσω από τον Αρσένιο Ερίκο της Ιντεπεντιέντε, ο οποίος έχει 293.

Καλός προπονητής παρά το πάθος με τον ιππόδρομο

Μετά το τέλος της καριέρας του ως παίκτης, ο Λαμπρούνα ασχολήθηκε με την προπονητική, αρχικά ως βοηθός έμπειρων τεχνικών σε ομάδες της Primera. Διέθετε ποδοσφαιρικό μάτι και εξυπνάδα που τον βοήθησαν να κερδίσει τίτλους και από το νέο του μετερίζι, αλλά κάποια πάθη του ενδεχομένως να τον εμπόδισαν να κάνει ακόμα καλύτερη καριέρα.

Ο ιππόδρομος ήταν μία από τις ένοχες απολαύσεις του. Είναι μάλιστα επιβεβαιωμένο ότι το 1962 που εργαζόταν ως «κατάσκοπος» για τη Ρίβερ Πλέιτ, πολλές φορές δεν πήγαινε να παρακολουθήσει τα παιχνίδια των αντιπάλων για να ποντάρει στις ιπποδρομίες και ενημέρωνε τον προπονητή, Νέστορ Ρόσι, με βάση όσα διάβαζε την επομένη στις εφημερίδες! Το χούι κράτησε ακόμα κι όταν ανέλαβε πρώτος προπονητής στους «Εκατομμυριούχους» – λέγεται μάλιστα ότι κάποτε καθυστέρησε την έξοδο της ομάδας στον αγωνιστικό χώρο μέχρι να μάθει τι είχε κάνει ένα άλογο στο οποίο είχε επενδύσει ένα σεβαστό ποσό!

Παρ’ όλα αυτά, ανέδειξε το 1975 τη Ρίβερ Πλέιτ πρωταθλήτρια Αργεντινής για πρώτη φορά ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια, υλοποιώντας την υπόσχεση που είχε δώσει όταν ανέλαβε τις τύχες της. «Επέστρεψα για να κερδίσω τίτλους». Μέχρι το 1980 κατέκτησε άλλα πέντε πρωταθλήματα (Metropolitano και Nacional) με την αγαπημένη του ομάδα, ενώ είχε γευτεί για πρώτη φορά την επιτυχία το 1971 ως προπονητής της Ροζάριο Σεντράλ.

Ο Λαμπρούνα ως προπονητής της Ρίβερ Πλέιτ με τον τερματοφύλακα Ουμπάλδο Φιγιόλ, στα χέρια του οποίου έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή (πηγή: Wikimedia Commons).

Ο Λαμπρούνα συνέβαλε στην ανάδειξη μεγάλων παικτών όπως ο λίμπερο Ντανιέλ Πασαρέλα, ο τερματοφύλακας Ουμπάλδο Φιγιόλ και ο μεσοεπιθετικός Νορμπέρτο Αλόνσο, οι οποίοι κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 με την Αργεντινή. Δικό του «παιδί» ήταν και ο επιθετικός Ραμόν Ντίας, ο οποίος έκανε καριέρα και στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’80 και αργότερα εργάστηκε και ως προπονητής στη Ρίβερ Πλέιτ.

Ο θρυλικός «Άσχημος» του αργεντίνικου ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου 1983, σε ηλικία 64 ετών. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στη χοληδόχο κύστη και παρέμενε στο νοσοκομείο – μάλιστα έπαθε ανακοπή καρδιάς την ώρα που τον είχε επισκεφτεί ο Φιγιόλ, στα χέρια του οποίου ξεψύχησε. Άφησε πίσω του τον γιος του, Ομάρ, ο οποίος έκανε επίσης καριέρα ως ποδοσφαιριστής και προπονητής (και στη Ρίβερ Πλέιτ) και κληροδότησε τα γονίδια και στους δύο δικούς του γιους, τους εγγονούς του αξέχαστου άσου, οι οποίοι παίζουν ποδόσφαιρο σε μικρές ομάδες της Αργεντινής.

Από το 2003, η 28η Σεπτεμβρίου (επέτειος της γέννησής του Λαμπρούνα) γιορτάζεται ως Διεθνής Ημέρα των Οπαδών της Ρίβερ Πλέιτ. Το 2021, εξάλλου, ανεγέρθηκε δίπλα στο μουσείο του συλλόγου ένα χάλκινο άγαλμά του ύψους 6,7 μέτρων, έργο της γλύπτριας Μερσέδες Σαβάλ. Ως υλικό για την κατασκευή του χρησιμοποίησε χιλιάδες κλειδιά και άλλα μπρούντζινα αντικείμενα που πρόσφεραν οπαδοί των «Εκατομμυριούχων», τα οποία έλιωσε σε καλλιτεχνικό χυτήριο!

Πηγές: Jonathan Wilson: «Angels With Dirty Faces – A Footballing History of Argentina» (Seven Dials, 2016 – Kindle edition), www.clarin.com («18 anécdotas imperdibles de Ángel Labruna, a 45 años del título que acabó con la noche más oscura de River»), www.elgrafico.com.ar («Memorias de Labruna: relojes, fútbol y Bernabé»), www.afa.com.ar («A 80 años del debut en Primera División de Ángel Labruna»), www.sportingnews.com («Boca Juniors vs. River Plate: Todos los récords y estadísticas de la historia del Superclásico»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 5 Νοεμβρίου

2021: Ο Ανδρέας Βαζαίος κατακτά το χρυσό μετάλλιο στον τελικό των 200 μέτρων μικτής ατομικής του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 25άρας πισίνας στο Καζάν της Ρωσίας με χρόνο 1.51.70 και διατηρεί τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης που είχε κερδίσει το 2019 στη Γλασκώβη.

2016: Πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 63 ετών ο Ανδρέας Βγενόπουλος, πρόεδρος του ομίλου Marfin Investment Group. Ήταν εγγονός του παλαιού παράγοντα του ελληνικού ποδοσφαίρου Ανδρέα Βγενόπουλου, ο οποίος διετέλεσε και πρόεδρος της ΕΠΣ Αθηνών τη δεκαετία του 1950. Υπήρξε πρωταθλητής Ελλάδας στην ξιφασκία, έχοντας στο παλμαρέ και διεθνείς διακρίσεις, ενώ από το 2008 αναμείχθηκε και στα διοικητικά της ΠΑΕ Παναθηναϊκός.

2013: Ο Ολυμπιακός νικά με 1-0 την Μπενφίκα με σκόρερ τον Κώστα Μανωλά (13′) και πολυτιμότερο παίκτη τον τερματοφύλακα Ρομπέρτο και κάνει μεγάλο βήμα για την πρόκριση στους «16» του Champions League.

2006: Με αυτογκόλ του Θανάση Κωστούλα στο 48′, ο Παναθηναϊκός νικά με 1-0 τον Ολυμπιακό στο ντέρμπι πρωταθλήματος στο ΟΑΚΑ.

2003: Ο Ολυμπιακός νικά με 3-0 τη Γαλατασαράι στη Ριζούπολη για τη φάση των ομίλων του Champions League και την παράσταση κλέβει ο Ζιοβάνι, με το φανταστικό τρίτο που σημειώνει με «λόμπα» απέναντι στον Κολομβιανό τερματοφύλακα, Φαρίντ Μοντραγκόν. Την ίδια μέρα η Μονακό συντρίβει με 8-3 τη Λα Κορούνια, με τον Κροάτη επιθετικό Ντάντο Πρσο να σημειώνει τέσσερα γκολ.

1998: Ο Πανιώνιος νικά 1-0 τον Απόλλωνα Λεμεσού στο «Τσίρειο» με γκολ του Αντώνη Σαπουντζή και προκρίνεται πανηγυρικά στους «8» του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Οι «κυανέρυθροι», προπονητής των οποίων είναι ο Ιρλανδός παλαίμαχος άσος της Λίβερπουλ, Ρόνι Γουίλαν, είχαν νικήσει με 3-2 και στο πρώτο ματς στη Νέα Σμύρνη.

1997: Ο Ολυμπιακός αναδεικνύεται ισόπαλος 0-0 με τη Ρεάλ Μαδρίτης στο ΟΑΚΑ, στο πλαίσιο του Champions League. Ο αγώνας σημαδεύεται από τη θερμή υποδοχή των οπαδών του Παναθηναϊκού στον σέντερ φορ της «βασίλισσας», Νταβόρ Σούκερ, λόγω του γκολ που είχε σημειώσει δύο χρόνια νωρίτερα επί των «ερυθρόλευκων» ως παίκτης της Σεβίλλης.

1994: Ο 45χρονος Τζορτζ Φόρμαν σοκάρει τον κόσμο της πυγμαχίας, όταν βγάζει νοκ άουτ τον παγκόσμιο πρωταθλητή, Μάικλ Μούρερ, στον αγώνα τους στο Λας Βέγκας και ανακτά τον τίτλο που είχε χάσει είκοσι χρόνια νωρίτερα από τον Μοχάμεντ Αλί στην Κινσάσα. Γίνεται έτσι ο γηραιότερος πρωταθλητής βαρέων βαρών στην ιστορία του αθλήματος.

1992: Πεθαίνει σε ηλικία 89 ετών ο Άρπαντ Έλο, ο Ούγγρος φυσικός που εμπνεύστηκε το σύστημα αξιολόγησης των σκακιστών που φέρει το όνομά του.

1988: Ο ΠΑΟΚ δίνει τέλος στο σερί 80 νικών του Άρη στην κορυφαία κατηγορία του μπάσκετ, με τη νίκη του με 81-78 στο Αλεξάνδρειο. Με τους «κίτρινους» δεν αγωνίζεται ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ο οποίος απέχει λόγω οικονομικών διεκδικήσεων, ενώ MVP του ΠΑΟΚ είναι ο Μάικ Τζόουνς με 30 πόντους.

1989: Ο Τανζανός Τζούμα Ικάνγκα (2 ώρες 08:01) και η Νορβηγίδα Ίνγκριντ Κρίστιανσεν (2 ώρες 25:30) κερδίζουν τον 19ο Μαραθώνιο της Βοστώνης.

1986: Ο Παναθηναϊκός λύνει τη συνεργασία με τον Γιουγκοσλάβο τεχνικό, Τόμισλαβ Ίβιτς, ύστερα από το άσχημο ξεκίνημα στο ελληνικό πρωτάθλημα και τον πρόωρο αποκλεισμό από το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Στη θέση του αναλαμβάνει ο Βασίλης Δανιήλ.

1980: Ο Νίκος Γκάλης πετυχαίνει 56 πόντους και οδηγεί τον Άρη στον εκτός έδρας θρίαμβο επί της Βάσας με 97-90, για τον 2ο γύρο του Κυπέλλου Κόρατς.

1975: Με εντυπωσιακή εμφάνιση στο δεύτερο ημίχρονο η ΑΕΚ νικά με 3-1 την Ίντερ Μπρατισλάβας στη Νέα Φιλαδέλφεια (58′, 60′ Τάσος, 74′ Βάγκνερ/1′ Νοβότνι), χάνει όμως την πρόκριση στους «16» του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ μια και είχε ηττηθεί με 2-0 στον πρώτο αγώνα.

1971: Η Πριγκίππισα Άννα της Αγγλίας ψηφίζεται «Αθλήτρια της Χρονιάς» από τους Βρετανούς αθλητικούς συντάκτες, όταν κερδίζει σε 3ήμερο ευρωπαϊκό τουρνουά ιππασίας στο Μπέργκλεϊ.

1967: Οι Αυστριακοί φίλαθλοι εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο του σταδίου «Πράτερ» στο 85′ του αγώνα Αυστρία-Ελλάδα 1-1 και επιτίθενται στους Έλληνες διεθνείς, με αφορμή την αποβολή του Τάκη Λουκανίδη. Ο διαιτητής διακόπτει τον αγώνα, αλλά η ΟΥΕΦΑ δεν διατάσσει την επανάληψή του ούτε μηδενίζει τους Αυστριακούς.

1967: Η Δυτικογερμανίδα Λίζελ Βέστερμαν καταρρίπτει το παγκόσμιο ρεκόρ στη δισκοβολία με 61.26 μ., το οποίο σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου κυριαρχίας της στο αγώνισμα.

1954: Οι ΗΠΑ κατακτούν το 2ο Μουντομπάσκετ που διοργανώνει η FIBA στο Ρίο ντε Τζανέιρο, νικώντας στον ουσιαστικό τελικό τη Βραζιλία με 62-41. Πολυτιμότερος παίκτης του τουρνουά αναδεικνύεται ο Αμερικανός Κίρμπι Μίντερ.

1932: Ο μάνατζερ της Άρσεναλ, Χέρμπερτ Τσάπμαν, πείθει τους υπεύθυνους των συγκοινωνιών του Λονδίνου να μετονομαστεί από «Gillespie Road» σε «Arsenal» ο καινούριος σταθμός του μετρό κοντά στο «Χάιμπουρι».

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News