Σαν Σήμερα - Μίκιο Όντα: Ο πρώτος χρυσός ολυμπιονίκης της Ασίας ήταν κατά των εθνικών συμβόλων στους αγώνες

Ιστορία έγραψε στις 2 Αυγούστου 1928 ο Ιάπωνας Μίκιο Όντα, μια και έγινε ο πρώτος αθλητής από την Ασία που κέρδισε χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο σε ατομικό αγώνισμα (στο τριπλούν). Αν και θεωρείται θρύλος στη χώρα του, δεν είτε ποτέ τις διακρίσεις του πατριωτικά.

Όταν ο Ιάπωνας Μίκιο Όντα κέρδισε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο τριπλούν, στις 2 Αυγούστου 1928 στο Άμστερνταμ, έγραψε ένα ξεχωριστό κομμάτι στην αθλητική ιστορία τη σημασία του οποίου δεν μπορούσε να συλλάβει εκείνη τη στιγμή.

Δεν ήταν απλώς ο πρώτος αθλητής από την Ιαπωνία που έφτασε σ’ αυτήν την ύψιστη αθλητική διάκριση, αλλά και ο πρώτος εκπρόσωπος ολόκληρης της ασιατικής ηπείρου που έπιασε την ολυμπιακή κορυφή σε ατομικό αγώνισμα οποιουδήποτε σπορ (σε ομαδικό το είχε καταφέρει η εθνική χόκεϊ της Ινδίας, τον Μάιο του ίδιου έτους που είχε διεξαχθεί το σχετικό τουρνουά).

Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι ο Όντα δεν νοιάστηκε καθόλου για το αν έκανε περήφανους τους συμπατριώτες του. Ήταν φυσικά χαρούμενος για την επιτυχία, αλλά μονάχα επειδή συνιστούσε δικαίωση των προσπαθειών του και επιβεβαίωση ότι βάδιζε στον σωστό δρόμο ως αθλητής. Δεν ένιωθε ότι όφειλε κάτι στην Ιαπωνία ούτε ότι έπρεπε να μοιραστεί τη χαρά του με τους συμπατριώτες του.

Σε συνέντευξη που έδωσε το 1998 στον Καζούο Τσούτζο της εφημερίδας «Asahi Shimbun» (στην οποία είχε εργαστεί νεότερος κι ο ίδιος) είχε σταθεί απόλυτα ειλικρινής:

«Δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι η αθλητική μου δραστηριότητα είχε σκοπό να δοξάσει την πατρίδα μου. Έκανα αθλητισμό μόνο για τη δική μου ευχαρίστηση. Προσπαθούσα για το καλύτερο στον στίβο προκειμένου να μετρήσω τα δικά μου όρια. Απολάμβανα το τρέξιμο και τα άλματα, αλλά δεν τα έκανα ποτέ για τη χώρα μου. Η συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν η ατομική διακήρυξη του καθημερινού αθλητικού μου προγράμματος». 

Στην ίδια συνέντευξη δεν είχε διστάσει να ταχθεί κατά της έπαρσης των εθνικών συμβόλων και της ανάκρουσης των εθνικών ύμνων στις απονομές των μεταλλίων. Όχι επειδή ήταν υπέρ της… παγκοσμιοποίησης (η οποία ήταν τότε άγνωστη λέξη), αλλά επειδή θεωρούσε ότι τα φώτα έπρεπε να πέφτουν στους αθλητές κι όχι στο ποια χώρα προπορεύεται στον πίνακα των μεταλλίων.

«Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μετά τον πόλεμο, όμως, ο αθλητικός κόσμος παρέκκλινε απ’ τον σωστό δρόμο. Θα ήταν αρκετό να χρησιμοποιούμε τον ολυμπιακό ύμνο και την ολυμπιακή σημαία. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα έπρεπε να προγραμματίζονται για να ωφελήσουν τους αθλητές. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, οι αθλητές αγνοούνται εντελώς».

Απ’ το πουθενά στους Ολυμπιακούς του 1924

Παρά το γεγονός ότι πρέσβευε αυτές τις απόψεις, ο Όντα συνέβαλε όσο κανένας άλλος στην ανάπτυξη του αθλητισμού στην Ιαπωνία, αλλά και στην Ασία γενικότερα. Με τις επιτυχίες του στα άλματα (δεν ήταν καλός μόνο στο τριπλούν), με τη δουλειά του ως προπονητής της εθνικής ομάδας στίβου, αλλά και με τις ρηξικέλευθες ιδέες που είχε ως παράγοντας, ώθησε πολλά παιδιά να πάνε στα στάδια, να ανακαλύψουν το ταλέντο τους και να σημειώσουν διακρίσεις.

Δεν τα έκανε όλα αυτά μόνο από αγάπη προς τη χώρα του (διότι δεν μπορεί να μην την αγαπούσε κατά βάθος), αλλά για να βοηθήσει τα νέα παιδιά με τα οποία συναναστρεφόταν καθημερινά. Απέδειξε, άλλωστε, ότι δεν είχε κολλήματα που σχετίζονταν με την εθνική ταυτότητα όταν ανέλαβε να προετοιμάσει τους Αμερικανούς άλτες του τριπλούν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968, παρότι ήταν ακόμα νωπές οι αναμνήσεις από τις ατομικές βόμβες που είχαν αφανίσει τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945.

Λίγα χιλιόμετρα μακριά απ’ τη Χιροσίμα είχε γεννηθεί κι ίδιος ο Όντα – συγκεκριμένα στην κωμόπολη Κάιτα στις 23 Μαρτίου 1905. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του και ήταν τόσο σεμνός που σκεφτόταν να παρατήσει το σχολείο μετά το δημοτικό, για να μην επιβαρύνει οικονομικά τους γονείς του. Ήταν, όμως, καλός μαθητής κι ένας δάσκαλός του έπεισε τον πατέρα του να τον στείλει στο γυμνάσιο, όπου έμελλε να ανακαλύψει το ταλέντο στο άλμα εις μήκος.

Ο Όντα φόρεσε τη φανέλα με τη σημαία της Ιαπωνίας, όμως δεν ένιωσε ποτέ ευθύνη απέναντί της όταν συμμετείχε σε αγώνες. Δοκίμαζε μόνο τα δικά του όρια (πηγή: Wikimedia Commons).

Ο γυμναστής του τον σύστησε στον Γκενζαμπούλο Νογκούτσι, τον δεκαθλητή που είχε εκπροσωπήσει την Ιαπωνία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920 στην Αμβέρσα και εργαζόταν παράλληλα ως προπονητής. Στο γυμναστήριό του ο Όντα έμαθε ότι υπήρχαν κι άλλα αγωνίσματα, βρήκε όμως πιο ενδιαφέροντα τα άλματα, κάθετα κι οριζόντια. Εγκατέλειψε το ποδόσφαιρο, το οποίο επίσης του άρεσε όταν ήταν μικρότερος και αφοσιώθηκε στον στίβο.

Παρόλο που ήταν μικρόσωμος (1.67 μ.), είχε εντυπωσιακή ελαστικότητα και «φτερωτά» πόδια και με τη μεθοδική προπόνηση βελτίωσε γρήγορα τις επιδόσεις του. Το 1923 επιλέχθηκε στην εθνική ομάδα της Ιαπωνίας για τους Αγώνες της Άπω Ανατολής στην Οσάκα και κέρδισε δύο χρυσά μετάλλια στο μήκος (6.90 μ.) και στο τριπλούν (14.27 μ.) κι ένα χάλκινο στο ύψος (1.70 μ.). Έναν χρόνο αργότερα συμπεριλήφθηκε στην αποστολή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, όπου δοκίμασε την τύχη του και στα τρία αγαπημένα του αγωνίσματα.

Παρά την απειρία του και την πλημμελή προετοιμασία που έκανε κατά τη διάρκεια του τεσσαρακονθήμερου ταξιδιού με το πλοίο, ο Όντα κατέλαβε τη εντέκατη θέση στο μήκος (6.83 μ.), την δέκατη στο ύψος (1.80 μ.) και την έκτη στο τριπλούν, παρότι τραυματίστηκε στην πρώτη του προσπάθεια (όπου σημείωσε ατομικό ρεκόρ με 14.35 μ.). Διόλου άσχημα για ένα 19χρονο παιδί που δεν είχε αγωνιστεί ποτέ ξανά κόντρα στους κορυφαίους αθλητές του κόσμου.

Η βροχή που αποδείχθηκε ευεργετική

Ο Όντα δεν ξεχώριζε τους αγώνες σε σημαντικούς και ασήμαντους. Προσπαθούσε πάντοτε να δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Συνέχισε τις διακρίσεις στους Αγώνες της Άπω Ανατολής (το 1927 στη Σανγκάη κέρδισε το χρυσό και στο δέκαθλο) και το 1928 ήταν έτοιμος για τους δεύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες της καριέρας του, στο Άμστερνταμ.

Ήταν πλέον φοιτητής της Εμπορικής Σχολής του Πανεπιστημίου Waseda, όπως και οι υπόλοιποι αθλητές της Ιαπωνίας που ταξίδεψαν με τον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο έως τη Μόσχα. Το ταξίδι διήρκεσε μόνο δύο εβδομάδες, όμως η προπόνηση στα βαγόνια ήταν αδύνατη και τα πιάτα της ρωσικής κουζίνας δεν άρεσαν στον 23χρονο άλτη. Οι αγώνες στο Λονδίνο κόντρα στο φημισμένο Achilles Club (των πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ) αποτέλεσαν εξαιρετική πρόβα για το μεγάλο ραντεβού στην ολλανδική πρωτεύουσα.

Για άλλη μία φορά ο Όντα δεν πέτυχε κάτι σπουδαίο στο μήκος (δέκατος με 7.11 μ.) και στο ύψος (έβδομος με 1.88 μ.), όμως στο τριπλούν υλοποίησε τον στόχο του. Έχοντας τελειοποιήσει την τεχνική του, είχε πηδήσει κοντά στο παγκόσμιο ρεκόρ (15.52 μ.) σε ανεπίσημο αγώνα το 1927 και πίστευε ότι ήταν ικανός τουλάχιστον για το χάλκινο μετάλλιο. Η λεπτομέρεια που άλλαξε τα πράγματα υπέρ του, όμως, ήταν η βροχή που έπεσε στο Άμστερνταμ το πρωί του αγώνα.

Όταν οι αθλητές συγκεντρώθηκαν στο στάδιο το απόγευμα της 2ας Αυγούστου 1928, ο καιρός ήταν πλέον καλός. Όμως, ο χωμάτινος στίβος ήταν ακόμα μαλακός απ’ τη βροχόπτωση κι αυτό άγχωσε τα δύο μεγάλα φαβορί, τον Αυστραλό χρυσό ολυμπιονίκη του 1924, Νικ Γουίντερ και τον Φινλανδό νικητή του 1920, Βίλχο Τούλος. Αμφότεροι έκαναν άκυρα άλματα στην πρώτη προσπάθεια, σε αντίθεση με τον Όντα που πήδησε στα 15.02 μ. και πήρε αμέσως προβάδισμα.

Ο Ιάπωνας άλτης έκανε 15.13 μ. στο δεύτερο άλμα και 15.21 μ. στο τρίτο και μπήκε πρώτος στην τελική εξάδα των αθλητών που αποκτούσαν δικαίωμα για άλλες τρεις προσπάθειες. Ο Γουίντερ καταποντίστηκε (12ος) και ο Τούλος βελτιώθηκε στον «τελικό», όμως το καλύτερο άλμα του ήταν στα 15.11 μ. και τον έφτασε μέχρι την τρίτη θέση. Πιο απειλητικός φάνηκε ο Αμερικανός Λιβάι Κέισι, όμως κι αυτός δεν πήδησε πιο μακριά απ’ τα 15.17 μ. κι έμεινε δεύτερος, ενώ ο έτερος Ιάπωνας, ο Τσουχέι Νάμπου, κατετάγη τέταρτος με 15.01 μ.

Ο Όντα ήταν ο χρυσός ολυμπιονίκης και είδε τους φωτορεπόρτερ να τον περικυκλώνουν για να τον φωτογραφίσουν. Συνειδητοποίησε, όμως, ότι είχε νικήσει μόνο όταν άκουσε τους συναθλητές του στην κερκίδα να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο της Ιαπωνίας. Λίγο αργότερα ακολούθησε και η ανάκρουση του εθνικού ύμνου από τους διοργανωτές, μια και δεν είχε καθιερωθεί ακόμα η απονομή των μεταλλίων στο βάθρο (αυτό συνέβη από το 1932).

Η ειρωνεία ήταν ότι ο Όντα που δεν είχε νοιαστεί καθόλου για τη δόξα της πατρίδας του παρά μόνο για την ατομική του διάκριση, είδε αναρτημένη στον ψηλότερο ιστό μια ιαπωνική σημαία που ήταν τετραπλάσια σε μέγεθος απ’ την αμερικάνικη και τη φινλανδική! Λόγω ασυνεννοησίας είχε δημιουργηθεί αυτή η παράταιρη εικόνα, η οποία όμως έκρυβε έναν συμβολισμό. Χάρη στον αθλητή που της χάρισε το πρώτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της ιστορίας της, η Ιαπωνία δεν θα αργούσε να εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη στο διεθνές αθλητικό στερέωμα.

Η απονομή του χρυσού μεταλλίου έγινε πολύ αργότερα (δεν προβλεπόταν ακόμα η διαδικασία με το βάθρο, που καθιερώθηκε από το 1932) και μάλιστα όχι στον ίδιο τον νικητή, που είχε μεταβεί στη Γαλλία για να μετάσχει στην Πανεπιστημιάδα. Η βασίλισσα της Ολλανδίας Βιλιελμίνα το παρέδωσε την τελευταία ημέρα της διοργάνωσης στον κολυμβητή, Γιοσιγιούκι Τσουρούτα, ο οποίος κέρδισε άλλο ένα χρυσό για την Ιαπωνία στα 200 μέτρα πρόσθιο.

Δημοσιογράφος με… παγκόσμιο ρεκόρ

Η ιστορική νίκη του Όντα πέρασε… στο ντούκου στην Ιαπωνία. Κάποιες εφημερίδες έβγαλαν δεύτερη έκδοση με την είδηση, όμως δεν του επιφυλάχθηκε καμία υποδοχή ούτε κατά την επιστροφή του στο Τόκιο ούτε καν στο πανεπιστήμιό του. Μόνο όταν βρέθηκε στην Κάιτα στήθηκε μια μικρή γιορτή απ’ τους συγγενείς του και τους πιο στενούς του φίλους.

Δεν ήταν θέμα χρόνου της ψυχρής ιαπωνικής κουλτούρας. Απλώς, η αίγλη των Ολυμπιακών Αγώνων δεν ήταν ακόμα μεγάλη στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Κι ο ίδιος ο χρυσός νικητής του τριπλούν δεν πετούσε στα σύννεφα κι ας ένιωθε ότι είχε πετύχει κάτι συνταρακτικό. Όπως έγραψε και στο ημερολόγιο του, στη σελίδα της 2ας Αυγούστου 1928: «Θα συνεχίσω να προσπαθώ μέχρι να καταρρίψω το παγκόσμιο ρεκόρ».

Ο Όντα σε ένα από τα άλματά του στον ιστορικό αγώνα του Άμστερνταμ όπου κέρδισε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο τριπλούν (πηγή: Wikimedia Commons).

Tα κατάφερε στις 27 Οκτωβρίου 1931, όταν με άλμα στα 15.58 μ. έστειλε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας το παλιό ρεκόρ του Γουίντερ. Είχε ήδη αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και είχε πιάσει δουλειά ως δημοσιογράφος στην «Asahi Shimbun», την πιο ιστορική εφημερίδα της χώρας και σκεφτόταν το επόμενο βήμα στη ζωή του, απ’ τη στιγμή που είχε υλοποιήσει τους βασικούς στόχους του. Ήθελε, όμως, να κυνηγήσει ένα ακόμα ολυμπιακό μετάλλιο, το 1932 στο Λος Άντζελες.

Δεν ξέρουμε αν ένιωσε υπερηφάνεια, αλλά ήταν ο σημαιοφόρος της ιαπωνικής αποστολής στην Τελετή Έναρξης. Ταυτόχρονα ήταν αρχηγός της ομάδας στίβου, ενώ είχε αρχίσει να βοηθά τους συναθλητές του και ως προπονητής. Συμμετείχε μόνο στο τριπλούν, όμως δεν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα λόγω τραυματισμού και κατετάγη δωδέκατος με 13.97 μ., μόλις μία θέση ψηλότερα από τον Έλληνα Νίκο Παπανικολάου (13.92 μ.).

Η παρηγοριά του ήταν ότι ο συμπατριώτης του Τσουχέι Νάμπου, κέρδισε το χρυσό μετάλλιο. Δεν τον ενόχλησε το γεγονός ότι του πήρε το παγκόσμιο ρεκόρ (15.72 μ.) μια και ήταν φίλος του – άλλωστε είχε αποφασίσει να κρεμάσει τα αθλητικά του παπούτσια και ήξερε ότι το ρεκόρ δεν θα άντεχε για πάντα. Ως προπονητής είχε στόχο, μάλιστα, να οδηγήσει τους Ιάπωνες αθλητές σε νίκες επί των Αμερικανών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1940 στο Τόκιο – όχι φυσικά από εθνικιστικό μένος, αλλά επειδή θεωρούσε ότι ήταν οι πιο ισχυροί αθλητικοί τους αντίπαλοι.

Ο ιστός προς τιμήν της επίδοσής του

Το ξέσπασμα του πολέμου με την Κίνα ανάγκασε τους Ιάπωνες να επιστρέψουν το χρίσμα των Ολυμπιακών του 1940 (που τελικά ματαιώθηκαν), όμως η πρόοδος του ιαπωνικού αθλητισμού συνεχίστηκε στους αγώνες του 1936 στο Βερολίνο. Η καταστροφική είσοδος της χώρας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άφησε στη μέση την προσπάθεια και δεν είναι παράξενο που ο Όντα στις συνεντεύξεις του δεν είπε το παραμικρό για εκείνα τα «σκοτεινά» χρόνια. Παρέμεινε σιωπηλός ακόμα και για την ατομική βόμβα των Αμερικανών που κατέστρεψε τη Χιροσίμα.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο πρώτος χρυσός ολυμπιονίκης της Ασίας προσπάθησε να ανασυγκροτήσει την εθνική ομάδα στίβου. Το 1948 έγινε μέλος της Ιαπωνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και το 1951, όταν η χώρα έγινε ξανά δεκτή στους κόλπους της ΔΟΕ, ανέλαβε τη θέση του εθνικού προπονητή και καθοδήγησε τους αθλητές της χώρας το 1952 στο Ελσίνκι. Χάρη και στα άρθρα που δημοσίευε στην «Asahi Shimbun» προπολεμικά, είχε συστήσει τα αγωνίσματα του στίβου και τα μυστικά τους στη νέα γενιά και θεωρούνταν ήδη μια σεβάσμια προσωπικότητα του ιαπωνικού αθλητισμού.

Ο Όντα είχε ενεργό ρόλο και στην προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων που φιλοξένησε τελικά το Τόκιο το 1964. Οι συμπατριώτες του, μάλιστα, του επιφύλαξαν μια ξεχωριστή τιμή. Δεν τον επέλεξαν ως τελευταίο λαμπαδηδρόμο (προτίμησαν τον άσημο αθλητή Γιοσινόρι Σακάι επειδή είχε γεννηθεί στη Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου 1945, δηλαδή τη μέρα που έπεσε η ατομική βόμβα), αλλά ανάρτησαν την ολυμπιακή σημαία σε έναν ιστό που είχε ύψος 15.21 μέτρα. Όσο και το άλμα με το οποίο είχε κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στο Άμστερνταμ, στις 2 Αυγούστου 1928!

Μετά τη σύντομη συνεργασία του με τους τριπλουνίστες των ΗΠΑ, εντάχθηκε το 1968 στην τεχνική επιτροπή της IAAF, όπου παρέμεινε μέχρι το 1989. Το 1979 η ΔΟΕ του απένειμε το Ασημένιο Ολυμπιακό Τάγμα, την ύψιστη τιμή για εξέχουσες προσωπικότητες που θέσπισε το 1975 και μέχρι τότε είχε απονείμει μόνο σε έναν αθλητή του στίβου. Τον Τζέσι Όουενς.

Ως μέλος της Ιαπωνικής Ολυμπιακής Επιτροπής αντιτάχθηκε στο μποϊκοτάζ των αγώνων του 1980 στη Μόσχα, ενώ πρωτοστάτησε στη θέσπιση αγώνων βετεράνων, αλλά και την προώθηση του μαζικού αθλητισμού στην πατρίδα του. Δεν του άρεσε η βιομηχανοποίηση του στίβου και η αθρόα είσοδος χορηγών που έκαναν αυτοσκοπό το κυνήγι των ρεκόρ και των μεταλλίων. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε: «Αθλητισμός χωρίς απόλαυση δεν είναι αθλητισμός».

To 1989 του απονεμήθηκε ο τίτλος του επίτιμου πρόεδρου της ιαπωνικής ομοσπονδίας στίβου, την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατό του, στις 2 Δεκεμβρίου 1998 σε ηλικία 93 ετών. Το 2000, μια επιτροπή ειδικών του αθλητισμού τον ψήφισε ως τον κορυφαίο Ασιάτη αθλητή στίβου του 20ού αιώνα. Δικαίως, μια και ακόμα κι αν εμφανίστηκαν άλλοι, πιο ταλαντούχοι, ήταν εκείνος που έριξε τον σπόρο για να ανθίσει ο αθλητισμός σε ολόκληρη την αχανή ήπειρο.

Aπό το 1967 διεξάγεται μίτινγκ στα τέλη κάθε Απριλίου στη Χιροσίμα ένα διεθνές μίτινγκ στίβου στη μνήμη του (Oda Memorial). Τα πολύτιμα μετάλλιά του (ανάμεσά τους και το ολυμπιακό χρυσό του 1928) και όλα τα υπόλοιπα προσωπικά αντικείμενα του μεγάλου αθλητή, εκτίθενται στο Μουσείο Μίκιο Όντα, το οποίο άνοιξε τις πύλες του το 2019 στην Κάιτα.

Οι Ιάπωνες φρόντισαν να διασώσουν και τον ιστό που χρησιμοποιήθηκε στους Ολυμπιακούς του 1964. Από το 2014 που το παλιό ολυμπιακό στάδιο γκρεμίστηκε, τον έχουν τοποθετήσει στο εθνικό προπονητικό κέντρο Ajinamoto. Υπάρχει, όμως, μνημείο για τον Όντα και στο καινούριο εθνικό στάδιο που χτίστηκε στο Τόκιο για τους αγώνες του 2020. Στο πλακόστρωτο στον περιβάλλοντα χώρο έχει χαραχτεί το όνομά του μαζί με την ιστορική επίδοση (15.21 μ.).

Πηγές: www.town.kaita.lg.jp («織田幹雄さん»), worldathletics.org («Interview with Mikio Oda, first Japanese Olympic gold medallist»), olympedia.org («Mikio Oda»), en.wikipedia.org («Mikio Oda», «Athletics at 1924 Summer Olympics», «Athletics at 1928 Summer Olympics»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 2 Αυγούστου

2021: Με άλμα στα 8.41 μ. στην τελευταία του προσπάθεια, ο Μίλτος Τεντόγλου κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο μήκος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, . Την ίδια μέρα, ο Λευτέρης Πετρούνιας κατατάσσεται τρίτος στον τελικό των κρίκων με 15.200 βαθμούς και γίνεται ο δεύτερος Έλληνας αθλητής της ενόργανης γυμναστικής με δύο ολυμπιακά μετάλλια, μετά τον Δημοσθένη Ταμπάκο.

2013: Ο επί 25 χρόνια μεγαλομέτοχος της ΠΑΕ Καλλιθέα, Νίκος Σαλευρής, εντοπίζεται νεκρός στην παραλία του Αλίμου, ενώ αγνοούνταν επί δύο ημέρες. Ο θάνατός του 66χρονου επιχειρηματία οφείλεται σε καρδιακό επεισόδιο που είχε υποστεί ενώ κολυμπούσε.

2012: Ο Μάικλ Φελπς κερδίζει το 16ο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο της καριέρας του, όταν νικά τον Ράιαν Λόκτι στα 200 μέτρα μικτή ατομική στο Λονδίνο. Με τη νίκη του αυτή γίνεται ο πρώτος άνδρας κολυμβητής που κερδίζει το ίδιο αγώνισμα σε τρεις διαδοχικές διοργανώσεις Ολυμπιακών Αγώνων, ενώ φτάνει τους πέντε τίτλους και στις δύο αποστάσεις της μικτής ατομικής, καταρρίπτοντας το ρεκόρ που μοιραζόταν με τους Τάμας Ντάρνι και η Γιάνα Κλότσκοβα.

1998: Ο Ιταλός Μάρκο Παντάνι κερδίζει τον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας. Η διοργάνωση κινδυνεύει να σταματήσει λόγω δύο απεργιών των αθλητών, έξι αποχωρήσεις ομάδων και την απέλαση της Festina Team από την Γαλλία διότι μέλη της βρέθηκαν ντοπαρισμένοι.

1997: Ο Άγγελος Παυλακάκης σημειώνει πανελλήνιο ρεκόρ στα 100 μ. με 10.11 (το προηγούμενο ήταν δικό του με 10.13 από τις 16 Ιουλίου 1997), κερδίζοντας την προκριματική σειρά του στην οποία μετέχει και ο Καναδός χρυσός ολυμπιονίκης του 1996, Ντόνοβαν Μπέιλι. Ο Ξανθιώτης σπρίντερ θα πάρει την πρόκριση και από τον προημιτελικό που θα διεξαχθεί αργότερα την ίδια ημέρα με χρόνο 10.22, αλλά δεν θα κατορθώσει να περάσει στον τελικό.

1996: Ο Παναγιώτης Γιαννάκης ολοκληρώνει την αθλητική καριέρα του στο μπάσκετ, μετά το τέλος του αγώνα της Εθνικής Ελλάδας με τη Βραζιλία, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα (91-72). Ο 37χρονος άσος λέει στους συμπαίκτες του στα αποδυτήρια: «Πρέπει να αισθάνεστε ότι αυτή η ομάδα είναι η υπερηφάνεια σας, η τιμή σας, ο ίδιος ο εαυτός σας. Να την προσέχετε σαν την ψυχή σας». Μαζί με τον Γιαννάκη, ο οποίος κατέχει ακόμα το ρεκόρ συμμετοχών με την Εθνική Ελλάδας (351), ανακοινώνει το τέλος της καριέρας του και ο σούπερ σταρ της Βραζιλίας, Όσκαρ Σμιντ.

1996: Πεθαίνει σε ηλικία 78 ετών ο Ομπντούλιο Βαρέλα, αρχηγός και ηγέτης της Εθνικής Ουρουγουάης που είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950.

1992: Ο Λευκορώσος αθλητής της ενόργανης γυμναστικής, Βιτάλι Σέρμπο, κερδίζει τους τελικούς στον πλάγιο ίππο, τους κρίκους, στο δίζυγο και στο άλμα και ολοκληρώνει την παρουσία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης με έξι χρυσά μετάλλια (είχε άλλα δύο στο σύνθετο ατομικό και το σύνθετο ομαδικό). Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συγκομιδή χρυσών μεταλλίων από αθλητή της ενόργανης σε μία διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων.

1989: Εντοπίζεται νεκρός στο κελί όπου κρατείται στον Κορυδαλλό ο παλαίμαχος επιθετικός Λάκης Σοφιανός, ένας από τους πρώτους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν τόσο στον Παναθηναϊκό όσο και στον Ολυμπιακό.

1984: Ο Αμερικανός Τζεφ Μπλάτνικ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα +100 κ. της ελληνορωμαϊκής πάλης, παρά το γεγονός ότι έχει προσβληθεί από καρκίνο στο έντερο και στη σπλήνα και υποβάλλεται σε ακτινοθεραπείες. Στην κατηγορία μετέχει και ο Έλληνας πρωταθλητής, Παναγιώτης Ποικιλίδης, ο οποίος καταλαμβάνει την τέταρτη θέση.

1980: Ο Κουβανός πυγμάχος, Τεοφίλο Στίβενσον, κερδίζει το τρίτο του χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στην κατηγορία των +81 κιλών και ισοφαρίζει το επίτευγμα του Ούγγρου, Λάσλο Παπ (χρυσά το 1948, το 1952 και το 1956).

1974: Οι Κύπριοι πρωταθλητές, Σταύρος Τζιωρτζής (400 μ. εμπόδια) και Μαρούλα Λάμπρου (μήκος) κερδίζουν χρυσά μετάλλια για την Ελλάδα στους Βαλκανικούς Αγώνες που διεξάγονται στη Σόφια, λίγες ημέρες μετά την τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο.

1968: Ο Γιώργος Κούδας επιστρέφει στις τάξεις του ΠΑΟΚ ύστερα από δύο χρόνια, μετά το οριστικό «ναυάγιο» της μεταγραφής του στον Ολυμπιακό.

1960: Σκοτώνεται σε τροχαίο δυστύχημα μέσα στο στρατόπεδο του Πέντλετον ο 25χρονος Αμερικανός επικοντιστής, Μπομπ Γκουτόουσκι, ασημένιος ολυμπιονίκης το 1956 στη Μελβούρνη μπροστά από τον χάλκινο, Γιώργο Ρουμπάνη.

1952: Η Ουγγαρία που έχει στη σύνθεσή της τον Φέρεντς Πούσκας, τον Σάντορ Κότσις, τον Γιόζεφ Μπόζικ, τον Γκιούλα Λόραντ κ.ά. κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο ποδοσφαιρικό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων του Ελσίνκι. Στον τελικά νικά με 2-0 τη Γιουγκοσλαβία, με την οποία αγωνίζονται οι Στέπαν Μπόμπεκ και Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι, οι οποίοι θα κάνουν αργότερα μεγάλη καριέρα στην Ελλάδα ως προπονητές.

1952: Ιαπωνική καταγωγή έχουν και οι τρεις κολυμβητές που τερματίζουν στις τρεις πρώτες θέσεις στον τελικό των 1.500 μέτρων ελεύθερο, μόνο ο δεύτερος όμως, ο Σίρο Χασιζούμε, αγωνίζεται με την ιαπωνική σημαία. Νικητής αναδεικνύεται ο Αμερικανός (γεννημένος στη Χαβάη) Φορντ Κόνο, ενώ το χάλκινο μετάλλιο κατακτά ο Τετσούο Οκαμότο, που εκπροσωπεί τη Βραζιλία.

1948: Ο Βέλγος Γκαστόν Ρέιφ νικά τον Τσεχοσλοβάκο Εμίλ Ζάτοπεκ στον τελικό των 5.000 μέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου. Στη δισκοβολία νικητής αναδεικνύεται ο Ιταλός Αντόλφο Κονσολίνι με 52.78 μ. (ολυμπιακό ρεκόρ), ενώ ο Έλληνας πρωταθλητής, Νίκος Σύλλας, καταλαμβάνει την έβδομη θέση με 47.25 μ.

1936: Ο σφαιροβόλος Χανς Βέλκε και η ακοντίστρια Τίλι Φλάισερ χαρίζουν στη Ναζιστική Γερμανία τα πρώτα της χρυσά μετάλλια στον στίβο, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου.

1932: Η Πολωνή Στανισλάβα Βαλασίεβιτς κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα 100 μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες ισοφαρίζοντας το παγκόσμιο ρεκόρ (11.9). Έχει αναγνωριστεί ως η πρώτη intersex ολυμπιονίκης, μια και μετά τον θάνατό της, στις 4 Δεκεμβρίου 1980, διαπιστώνεται ότι διέθετε και γυναικεία και ανδρικά γεννητικά όργανα.

1931: Πεθαίνει από πνευμονία σε ηλικία μόλις 24 ετών η Γιαπωνέζα δρομέας Κινούε Χιτόμι, ακριβώς τρία χρόνια μετά την κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου στα 800 μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ, πίσω από τη Γερμανίδα Λίνα Ράντκε. Διαγωνιζόταν επίσης στα σπριντ, το μήκος, τη δισκοβολία και τον ακοντισμό.

1928: Ο Σουηδός Έρικ Λούντκβιστ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στον ακοντισμό στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ με νέο ολυμπιακό ρεκόρ (66.60 μ.).

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News