Σαν Σήμερα - Λεοπόλδο Λούκε: Σκόραρε στο Μουντιάλ χωρίς να γνωρίζει ότι ο αδελφός του είχε πεθάνει
Στις 6 Ιουνίου 1978 ο Λεοπόλδο Λούκε πέτυχε το νικητήριο γκολ της Αργεντινής κόντρα στη Γαλλία (2-1) στον δεύτερο αγώνα της για το Μουντιάλ και το πανηγύρισε χωρίς να γνωρίζει το ισχυρό χτύπημα που είχε δώσει η μοίρα στην οικογένειά του.
Ο αγώνας της Αργεντινής με τη Γαλλία στις 6 Ιουνίου 1978 είχε φτάσει στο 73ο λεπτό. Το σκορ ήταν 1-1 και οι 72.000 θεατές που είχαν κατακλύσει το στάδιο «Μονουμεντάλ» του Μπουένος Άιρες παρακολουθούσαν την αναμέτρηση με κομμένη την ανάσα.
Η Αργεντινή είχε ανοίξει το σκορ στο 45′ με πέναλτι του Ντανιέλ Πασαρέλα, οι παίκτες της όμως τα είχαν βρει σκούρα μετά την περιπετειώδη ισοφάριση από τον Μισέλ Πλατινί στο 60′. Λίγο αργότερα μάλιστα (68′) ο Ντιντιέ Σιξ βρέθηκε σε θέση τετ α τετ αλλά πλάσαρε άστοχα.
Τη στιγμή εκείνη, όμως, ο Μάριο Κέμπες άρχισε μια αντεπίθεση. Προώθησε την μπάλα προς τα δεξιά, όπου βρισκόταν ο Οσβάλντο Αρντίλες κι αυτός χωρίς να χάσει χρόνο την έδωσε στον σέντερ φορ της ομάδας, τον Λεοπόλδο Λούκε, ο οποίος βρισκόταν αρκετά μέτρα έξω απ’ την περιοχή και είχε την πλάτη στραμμένη στο τέρμα.
Οι αμυντικοί της Γαλλίας περίμεναν να δώσει πάσα κι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε και ο μακρυμάλλης σέντερ φορ. Βλέποντας, όμως, ότι δεν είχε ελεύθερο συμπαίκτη κι ότι κανένας αντίπαλος δεν τον είχε πλησιάσει, ύψωσε την μπάλα με το κοντρόλ του, «όπλισε» το δεξί του πόδι κι έπιασε ένα «γεμάτο» βολέ με το οποίο έστειλε την μπάλα στη δεξιά γωνία του – ανήμπορου να αποκρούσει – Ντομινίκ Μπαρατελί.
Ο Λούκε πανηγύρισε έξαλλα, μια και είχε γίνει ήρωας της Αργεντινής για δεύτερο διαδοχικό αγώνα. Στον πρώτο, με αντίπαλο την Ουγγαρία, είχε πετύχει το γκολ της ισοφάρισης στο πρώτο ημίχρονο, προτού ο Ντανιέλ Μπερτόνι διαμορφώσει το 2-1 στο 83ο λεπτό. Στο δεύτερο ήταν αυτός ο σκόρερ του νικητήριου τέρματος που χάρισε την πρόκριση στους «8». Παρά το γεγονός, μάλιστα, ότι λίγο αργότερα υπέστη εξάρθρωση στον αγκώνα του, ύστερα από μια σύγκρουση με τον Κριστιάν Λόπεζ, έσφιξε τα δόντια και τελείωσε το ματς για να μην αφήσει την ομάδα του με παίκτη λιγότερο – μια και ο Σέζαρ Λουίς Μενότι είχε κάνει ήδη και τις δύο αλλαγές που δικαιούταν.
Ο δυναμικός σέντερ φορ με το παχύ μουστάκι, στον οποίο ο συμπαίκτης του Αμέρικο Γκαζέγκο είχε κολλήσει το παρατσούκλι «Το Χταπόδι» («El Pulpo», λόγω των τεράστιων χεριών και ποδιών του) είχε κι άλλο λόγο για να είναι περήφανος. Ο μικρός αδελφός του, ο Όσκαρ, τον οποίο φώναζε χαϊδευτικά «Κάτσο», του είχε πει ότι θα έκανε το ταξίδι από τη Σάντα Φε μέχρι την πρωτεύουσα για να τον παρακολουθήσει από κοντά. Ο Λούκε τον είχε φανταστεί να πανηγυρίζει στην κερκίδα το υπέροχο γκολ που είχε σημειώσει, χωρίς να υποψιάζεται τι είχε συμβεί.
Επέστρεψε για να τιμήσει τη μνήμη του
Ο Όσκαρ Λούκε σκόπευε να ταξιδέψει με φίλους του στο Μπουένος Άιρες για τον αγώνα, αλλά δεν κατάφερε να εξασφαλίσει εισιτήρια για το λεωφορείο. Την ώρα που επέστρεφε σπίτι του, συνάντησε έναν γείτονα ο οποίος είχε ένα φορτηγάκι και προσφέρθηκε να τον πάει στην πρωτεύουσα εκείνη τη νύχτα.
Πράγματι ξεκίνησαν, αλλά γύρω στις 6 το πρωί (λίγο προτού φτάσουν στον προορισμό τους) συνέβη το μοιραίο. Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματος σε μία επικίνδυνη στροφή κι έπεσε σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, με συνέπεια και οι δύο επιβαίνοντες να σκοτωθούν ακαριαία… Τα τραγικά νέα έφτασαν γρήγορα στην οικογένεια Λούκε στη Σάντα Φε, όχι όμως και στο προπονητικό κέντρο της Εθνικής Αργεντινής. Ο πατέρας του σέντερ φορ της «αλμπισελέστε» έκρινε ότι θα ήταν καλύτερα ο μεγάλος γιος του να μη μάθει τίποτε πριν από τον κρίσιμο αγώνα με τη Γαλλία.
Το επόμενο πρωί, στην προπόνηση, ο γυμναστής Ρικάρντο Πισαρότι ενημέρωσε τον Λούκε ότι οι δικοί του είχαν πάει να τον δουν. «Νόμισα ότι είχαν ανησυχήσει για τον τραυματισμό μου», εκμυστηρεύθηκε χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του ο μυστακοφόρος επιθετικός. Μέχρι που είδε τη μητέρα του να κλαίει και κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Ο πατέρας του και ο θείος του τον πλησίασαν και του είπαν την αλήθεια: «Ο Κάτσο είχε ένα ατύχημα και πέθανε».
Ο σκληροτράχηλος επιθετικός λύγισε. Έχασε μεμιάς το ενδιαφέρον του για το ποδόσφαιρο και το Μουντιάλ και ακολούθησε τους δικούς του για να θρηνήσει τον αδελφό του και να κανονίσουν τα διαδικαστικά της κηδείας. Την ημέρα του τελευταίου αγώνα του πρώτου γύρου κόντρα στην Ιταλία, μετέφεραν τη σορό του Κάτσο στη Σάντα Φε όταν άκουσαν στο ραδιόφωνο ότι τηρούνταν σιγή ενός λεπτού πριν τη σέντρα κι ότι οι συμπαίκτες του κρατούσαν ένα πανό που έγραφε: «Λεοπόλδο σε περιμένουμε». Κάτι ανάλογο του είχε πει κι ο Μενότι την ώρα που έφευγε με τους συγγενείς του. «Κάνε αυτό που θεωρείς σωστό, αλλά να ξέρεις ότι σε χρειαζόμαστε».
Αυτός, όμως, που τον έπεισε να επιστρέψει στην ομάδα ήταν ο πατέρας του (ο οποίος ονομαζόταν κι εκείνος Λεοπόλδο). «Πρέπει να γυρίσεις, δεν βλέπεις ότι χάνουν χωρίς εσένα;», του είπε ύστερα από την ήττα από τους Ιταλούς με 1-0. Ο «El Pulpo» συνειδητοποίησε ότι θα τιμούσε τη μνήμη του αδικοχαμένου αδελφού του μόνο αν βοηθούσε την Αργεντινή να στεφθεί παγκόσμια πρωταθλήτρια. Έτσι γύρισε.
Σήκωσε το τρόπαιο, αλλά βρισκόταν αλλού
Ο Λούκε έλειψε και από τον πρώτο αγώνα του προημιτελικού ομίλου κόντρα στην Πολωνία, τον οποίο η Αργεντινή κέρδισε 2-0 με δύο γκολ του Κέμπες, που είχε αναλάβει τον ρόλο του στην κορυφή της επίθεσης. Ήταν ξανά διαθέσιμος για το δεύτερο ματς με τη Βραζιλία, αφού στο μεταξύ είχε ξεπεράσει και τον τραυματισμό του στον αγκώνα.
Tο ματς εξελίχθηκε σε κλοτσοπατινάδα, αφού και οι δύο ομάδες φοβήθηκαν την ήττα (που θα ισοδυναμούσε με αποκλεισμό απ’ τον τελικό). Ο δυναμικός σέντερ φορ δεν δίστασε να βαρέσει κι εκείνος στο ψαχνό, κατέληξε όμως να τελειώσει το παιχνίδι με μαυρισμένο το δεξί του μάτι, έπειτα από αγκωνιά που του έριξε ο αμυντικός Όσκαρ (τραγική ειρωνεία η συνωνυμία με τον αδικοχαμένο αδελφό του Αργεντινού ποδοσφαιριστή).
Τη συνέχεια την ξέρουν… και οι πέτρες. Η «αλμπισελέστε» αντιμετώπιζε στην τελευταία αγωνιστική το αδιάφορο Περού, γνωρίζοντας ότι χρειαζόταν νίκη με τέσσερα γκολ διαφορά για προκριθεί στον τελικό λόγω καλύτερης διαφοράς τερμάτων (αφού ο αγώνας της Βραζιλίας με την Πολωνία είχε διεξαχθεί νωρίτερα και είχε λήξει 3-1). Και τελικά το συνέτριψε με 6-0, με τον Λούκε να πετυχαίνει το τέταρτο και το έκτο γκολ. Βέβαια, οι ψίθυροι για την ευκολία με την οποία είχαν καταρρεύσει οι «Ίνκας», που είχαν εντυπωσιάσει στον πρώτο γύρο, έδιναν κι έπαιρναν.
Ο Λούκε έπαιξε φυσικά και στον πολυσυζητημένο τελικό με την Ολλανδία, όπου η Αργεντινή γλίτωσε την ήττα στο 90′ (όταν η προβολή του Ρόμπι Ρένσενμπρινκ βρήκε το δοκάρι) και τελικά επικράτησε με 3-1 στην παράταση. Τελείωσε το ματς μες στα αίματα, επειδή είχε δεχθεί χτύπημα στη μύτη από έναν από τους δίδυμους αδελφούς Φαν Ντε Κέρκοφ, αλλά αυτό ελάχιστα τον ενόχλησε. Είχε εκπληρώσει το τάμα του στον Κάτσο, στον οποίο ήταν κολλημένο το μυαλό του σε όλη τη διάρκεια των πανηγυρισμών. «Υπήρχαν στιγμές που περπατούσα σαν ζόμπι. Οι φίλαθλοι γιόρταζαν και τραγουδούσαν κι εγώ σκεφτόμουν τον αδελφό μου».
Καθεστωτικοί τον απείλησαν με θάνατο
Τα χρόνια που ακολούθησαν, πλήθαιναν οι συζητήσεις για τη συμβολή της Χούντας του Χόρχε Βιδέλα στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 1978. Οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές του Περού έβγαιναν στα ΜΜΕ και έλεγαν ότι γνώριζαν για συμπαίκτες τους που είχαν χρηματιστεί από το καθεστώς για να φτάσει η Αργεντινή στη νίκη με τη διαφορά που χρειαζόταν.
Ο Λούκε θύμωνε κάθε φορά που του άνοιγαν τέτοια συζήτηση: «Όλοι λένε ότι το καθεστώς ήταν κοντά στην ομάδα, αλλά όταν πήγαμε στο νεκροτομείο στο Σαν Ισίδρο μαζί με τους γονείς μου και την κουνιάδα μου για την αναγνώριση, κανείς απ’ αυτούς δεν νοιάστηκε να μας βοηθήσει. Αναγκάστηκα μάλιστα να ζητήσω από τον Πασαρέλα χρήματα από το ταμείο της ομάδας για να πληρώσω το ασθενοφόρο για τη μεταφορά της σορού σορό στη Σάντα Φε. Κανένας από την κυβέρνηση δεν μπήκε στον κόπο έστω να με συλλυπηθεί», είχε πει.
Μόλις έναν χρόνο αργότερα, βίωσε για στο πετσί του τι σήμαινε χούντα. Λίγο καιρό αφότου είχε συμμετάσχει σε μία πορεία διαμαρτυρίας των Μητέρων της Πλατείας του Μαΐου και είχε ζητήσει πληροφορίες για τους εξαφανισμένους συγγενείς τους, άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας του Βιδέλα τον απήγαγαν αμέσως μετά από έναν αγώνα της Ρίβερ Πλέιτ (στον οποίο δεν είχε συμμετάσχει), τον λήστεψαν και απείλησαν τη ζωή του. Το γεγονός ότι ήταν ένας από τους ήρωες της κατάκτησης του Μουντιάλ, δεν είχε καμία σημασία!
Ακόμα και πολλά χρόνια ύστερα από την πτώση της Χούντας, ο Λούκε φοβόταν να αναφερθεί με λεπτομέρειες στο περιστατικό. «Σκεφτόμουν, ποιος ξέρει, μπορεί αυτοί οι τρελοί να με θυμηθούν και να μου τη στήσουν πουθενά», είχε πει.
Έμαθε ποδόσφαιρο… από ιερείς
Ο Λεοπόλδο Χασίντο Λούκε (όπως ήταν το πλήρες όνομά του) γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1949 στη Σάντε Φε και η πρώτη ενασχόλησή του με τον αθλητισμό ήταν μέσω… της ποδηλασίας. Τον είχε στρέψει προς τα εκεί ο πατέρας του, ο οποίος ήταν ενεργός ποδηλάτης μέχρι τα 45 του.
Με το ποδόσφαιρο ασχολήθηκε ύστερα από ένα τυχαίο γεγονός. Μια μέρα που επέστρεφε από την προπόνησή του στο ποδήλατο, πέτυχε κάποιους ιερείς (!) να παίζουν μπάλα. Όταν τον είδαν να τους παρακολουθεί, τον προσκάλεσαν στο παιχνίδι κι ο ψηλόλιγνος νεαρός είχε αρκετά καλή απόδοση. Έτσι, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στο ποδόσφαιρο, κρυφά απ’ τον πατέρα του στην αρχή, αγωνιζόμενος σε μια ομάδα γειτονιάς, τη Γουαδαλούπε Τζούνιορ.
Ήταν πολύ αδύνατος και οι φίλοι του τον φώναζαν «Flaco» (κοκαλιάρης) και δεν τον άφηναν ποτέ να παίξει τερματοφύλακας επειδή φοβούνταν μήπως κάποιο δυνατό σουτ του έκανε ζημιά. Οξεία αντίθεση με το προφίλ του «σκληρού» που υιοθέτησε στα χρόνια της δόξας του…

Ο Λούκε ποζάρει ως αντίπαλος με τον παρτενέρ του στην επίθεση της εθνικής ομάδας, Μάριο Κέμπες, στο περιθώριο ενός φιλικού αγώνα της Ρίβερ Πλέιτ με αντίπαλο τη Βαλένθια (πηγή: El Grafico).
Στη συνέχεια εντάχθηκε στα τσικό της Ουνιόν Σάντα Φε και παράλληλα έκανε δουλειές του ποδαριού. Από βοηθός σε μανάβικο (φόρτωνε φρούτα και λαχανικά στα τελάρα) μέχρι και σε εργοστάσιο παπουτσιών. Στα 18 του, όμως, εισέπραξε την πρώτη του απογοήτευση. Ο προπονητής τού είπε ότι υπήρχαν πολλοί παίκτες που ήταν καλύτεροι από αυτόν κι ότι δεν είχε νόημα να σπαταλάει τον χρόνο του στο ποδόσφαιρο!
Η Ουνιόν τον έδωσε δανεικό στη Χιμνάσια Χουχούι, όπου έπαιξε δύο σεζόν (1967-69) με επιτυχία. Τα δύο χρόνια που ακολούθησαν και συνέπεσαν με την περίοδο που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, αγωνίστηκε στη Σεντράλ Νότρε της Σάλτα και το 1971 που επέστρεψε στην Ουνιόν, έμαθε ότι τον είχαν αποδεσμεύσει. Έτσι μεταγράφηκε σε μία μικρότερη ομάδα, την Ατένας Ντε Σάντο Τομέ, όπου οι καλές του εμφανίσεις έφεραν τη μεταγραφή στη Ροζάριο Σεντράλ στα τέλη του 1972. Πρόλαβε να παίξει μόλις τέσσερα παιχνίδια στην Primera όμως σημείωσε τρία γκολ και η Ουνιόν πείστηκε να του δώσει την ευκαιρία που άξιζε στις αρχές του 1973.
Η εξαιρετική του απόδοση στην σεζόν ανόδου του συλλόγου που τον ανέδειξε στην Primera, το 1974, τον έκανε περιζήτητο στους «μεγάλους» της Αργεντινής, αλλά και να ξυρίσει το μουστάκι του, το σήμα κατατεθέν του από τότε που ήταν μικρός. Ήταν ένα στοίχημα που είχε βάλει με συμπαίκτες του σε περίπτωση προβιβασμού.
Θαύμαζε από την τηλεόραση τον Κρόιφ
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Λούκε σε σέντερ φορ διεθνούς κλάσης έπαιξαν δύο προπονητές. Ο Χουάν Κάρλος Λορένσο, ο οποίος τον είχε στην Ουνιόν το 1975 και ο Άνχελ Λαμπρούνα, ο θρύλος της Maquina των ’40s που τον πήρε αμέσως μετά στη Ρίβερ Πλέιτ. «Θέλω τον Λούκε ο κόσμος να χαλάσει», φέρεται να είχε πει ο Λαμπρούνα στους διοικούντες, οι οποίοι απορούσαν με την επιμονή του να αποκτήσει έναν επιθετικό που ήταν ήδη 26 χρόνων.
Όνειρα για μεγάλη καριέρα, όμως, είχε αρχίσει να κάνει ο Λούκε από το καλοκαίρι του 1974, όταν παρακολουθούσε από την τηλεόραση το Παγκόσμιο Κύπελλο της Δυτικής Γερμανίας και θαύμαζε τον Γιόχαν Κρόιφ (που είχε πρωταγωνιστήσει στο 4-0 επί της Αργεντινής). «Έκανα τους υπολογισμούς μου και αναρωτήθηκα αν είχα ελπίδα να είμαι παρών το 1978», είχε πει σε συνέντευξή του στο περιοδικό El Grafico. «Για δες πώς τα φέρνει η ζωή… Όχι μόνο συμπεριλήφθηκα στην αποστολή της εθνικής, αλλά με την αλφαβητική σειρά που δόθηκαν τα νούμερα, πήρα το “14”, αυτό που φορούσε ο Κρόιφ!».
Στη θέση του βασικού σέντερ φορ της Εθνικής Αργεντινής είχε βρεθεί από το καλοκαίρι του 1975, στο Κόπα Αμέρικα που φιλοξενήθηκε στο Περού. Μάλιστα αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με τέσσερα γκολ, απ’ τα οποία τα τρία τα πέτυχε στη νίκη με 5-1 επί της Βενεζουέλας, όπου έκανε και το ντεμπούτο του με το εθνόσημο. Η ομάδα, πάντως, δεν κατάφερε να φτάσει στα ημιτελικά αφού ηττήθηκε στον κρίσιμο αγώνα από τη Βραζιλία.
Ως παίκτης της Ρίβερ ο Λούκε κέρδισε τίτλους σε συλλογικό επίπεδο. Τρία πρωταθλήματα Metropolitano (1977, 1979, 1980) και δύο Nacional (1975, 1979), ενώ έφτασε μαζί της και στους τελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες του 1976, όπου έχασε το τρόπαιο από την Κρουζέιρο. Στα πέντε χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της πέτυχε 75 γκολ μόνο σε αγώνες για την Primera.
Η κορύφωση της καριέρας του ήρθε φυσικά στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, όπου συναναστράφηκε για πρώτη φορά με τον 17χρονο τότε Ντιέγκο Μαραντόνα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. Ήταν ένας από τους πρώτους, μάλιστα, που έσπευσαν να τον παρηγορήσουν όταν ο Μενότι τον έκοψε από την 22άδα. «Είσαι ακόμα παιδί κι έχεις δύο με τρία Μουντιάλ μπροστά σου. Θα τα καταφέρεις και θα γίνεις και παγκόσμιος πρωταθλητής», του είχε πει. Κάτι είχε δει…
Πέθανε την εποχή της πανδημίας
Η καριέρα του Λούκε άργησε να πάρει μπρος κι έτσι τα χρόνια που έμεινε στον αφρό δεν ήταν πολλά. Το 1980 αποχώρησε από τη Ρίβερ Πλέιτ και επέστρεψε στην Ουνιόν, ενώ το 1981 μεταπήδησε στην Ταμπίκο Μαδέρο του Μεξικού. Έχασε τη θέση του στην εθνική ομάδα (με την οποία κατέγραψε 44 συμμετοχές και 22 γκολ) και δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή για το Μουντιάλ του 1982. Μέχρι το 1985 που αποφάσισε να δώσει τέλος της καριέρας του, έπαιξε στη Ρασίνγκ, τη βραζιλιάνικη Σάντος, την Τσακαρίτα και τέλος την Μπόκα Ουνίδο.
Δεν εγκατέλειψε, πάντως, το ποδόσφαιρο. Έπιασε δουλειά ως προπονητής στις ρεζέρβες της Ουνιόν Σάντα Φε και για ένα φεγγάρι πέρασε ως υπηρεσιακός και από την πρώτη ομάδα. Αργότερα πέρασε και από πολλούς μικρούς επαρχιακούς συλλόγους. Αργότερα η Ρίβερ Πλέιτ τον εμπιστεύθηκε ως ανιχνευτή ταλέντων, ενώ εργάστηκε και ως υπάλληλος στη Γραμματεία Αθλητισμού της περιφέρειας της Μεντόσα, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα ύστερα από δύο αποτυχημένους γάμους – απ’ τους οποίους πάντως απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά, που του χάρισαν και εγγόνια.
Το 2007 υπέστη καρδιακή προσβολή και οι γιατροί τον υπέβαλαν σε τριπλό bypass για να τον κρατήσουν στη ζωή. Παρά την περιπέτεια της υγείας του και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, συνέχισε να απασχολείται ως προπονητής σε παιδικές ακαδημίες μέχρι και σε προχωρημένη ηλικία. Προσβλήθηκε από COVID-19 την εποχή του δεύτερου κύματος της πανδημίας και νοσηλευόταν σε βαριά κατάσταση μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2021, οπότε πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Ήταν 71 ετών.
Πηγές: www.clarin.com («Murió Leopoldo Jacinto Luque, el goleador implacable de River y la Selección argentina campeona del mundo», «Murió Leopoldo Jacinto Luque: el día que reveló que fue secuestrado por la dictadura»), www.elgrafico.com.ar («Leopoldo Luque, 100×100: “Estuve cerca de irme pero Dios me dio una nueva oportunidad”»), www.tycsports.com (««El drama de Leopoldo Jacinto Luque en pleno Mundial 1978: se mató su hermano, no le contaron y fue héroe»»), www.infobae.com («Murió Leopoldo Jacinto Luque, uno de los héroes campeones del Mundial 1978»), en.wikipedia.org («Leopoldo Luque», «1978 FIFA World Cup», «1975 Copa America»).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 6 Ιουνίου
2020: Επαναρχίζει το πρωτάθλημα της Super League 1 ύστερα από παύση τριών και πλέον μηνών, λόγω της πανδημίας του Covid-19, με τους αγώνες Πανιώνιος-Βόλος 1-0 για τα πλέι άουτ και Άρης-ΟΦΗ 3-1 για τα πλέι οφ. Η διακοπή των 97 ημερών είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία του εθνικού μας πρωταθλήματος.
2017: Η ομάδα χάντμπολ του Ολυμπιακού, η οποία μετέχει για πρώτη φορά στην Α1 ύστερα από τη συγχώνευσή με τον Α.Σ. Σχολών Ξυνή το καλοκαίρι του 2016, κατακτά τον τίτλο νικώντας 24-23 την ΑΕΚ στον πέμπτο τελικό των πλέι οφ. Κάνει έτσι το νταμπλ μια και είχε κερδίσει ήδη και το Κύπελλο.
2016: Πεθαίνει σε 85 του ο Ρωσοελβετός γκραν μάστερ του σκακιού, Βίκτορ Κορτσνόι.
2015: Η Μπαρτσελόνα νικά με 3-1 τη Γιουβέντους στον τελικό του Champions League που διεξάγεται στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου και ολοκληρώνει το τρεμπλ, μια και είχε ήδη αναδειχθεί πρωταθλήτρια και κυπελλούχος Ισπανίας.
2013: Πεθαίνει σε ηλικία 91 ετών η πρώην πρωταθλήτρια της κολύμβησης και ηθοποιός, Έστερ Γουίλιαμς.
2010: Πεθαίνει σε ηλικία 70 ετών ο Γιώργος Καραγεωργίου, ο σημαντικότερος σκηνοθέτης αθλητικών γεγονότων στη σουηδική τηλεόραση.
2004: Ο Αργεντινός Γκαστόν Γκαούντιο κατακτά το Ρολάν Γκαρός, τον μοναδικό μεγάλο τίτλο της καριέρας του, νικώντας στον τελικό με 3-2 σετ (0-6, 3-6, 6-4, 6-1, 8-6) τον συμπατριώτη του, Γκιγέρμο Κορία.
2001: Η Εθνική Ελλάδας ηττάται με 2-0 από την Αγγλία στο ΟΑΚΑ (63′ Σκόουλς, 86′ Μπέκαμ) για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002. Ο αγώνας αυτός θα αποδειχθεί ο τελευταίος για τον προπονητή, Βασίλη Δανιήλ, στη θέση του οποίου θα προσληφθεί αργότερα εκείνο το καλοκαίρι ο Ότο Ρεχάγκελ.
1999: Ο Αμερικανός Αντρέ Άγκασι κατακτά το Ρολάν Γκαρός για πρώτη φορά στην καριέρα του, νικώντας στον τελικό τον Ουκρανό Αντρέι Μεντβέντεφ με 3-2 σετ (1-6, 2-6, 6-4, 6-3, 6-4). Ο Άγκασι γίνεται έτσι μόλις ο δεύτερος τενίστας της σύγχρονης εποχής που συμπληρώνει το γκραν σλαμ μετά τον Ροντ Λέιβερ, μια και είχε κατακτήσει τον τίτλο και στο Γουίμπλεντον (1992), το Αυστραλιανό Όπεν (1995) και το US Open (1994).
1996: Επικυρώνεται η πρόσληψη του Ντούσαν Μπάγεβιτς στην τεχνική ηγεσία του Ολυμπιακού, ύστερα από συνάντηση δυόμισι ωρών με τον πρόεδρο της πειραϊκής ΠΑΕ, Σωκράτη Κόκκαλη.
1993: Η ΑΕΚ νικά με 3-1 τον αδιάφορο Ολυμπιακό στη Νέα Φιλαδέλφεια και στέφεται πρωταθλήτρια Ελλάδας για δέκατη φορά στην ιστορία της. Ο αγώνας προκαλεί συζητήσεις μια και το σκορ είναι 2-0 υπέρ της Ένωσης μόλις στο 5′.
1992: Σε έναν από τους πιο συναρπαστικούς τελικούς του Ρολάν Γκαρός στην ιστορία, η Μόνικα Σέλες νικά με 2-1 σετ τη Στέφι Γκραφ (6-2, 3-6, 10-8) και υπερασπίζεται τον τίτλο που είχε κερδίσει και τις δύο προηγούμενες χρονιές.
1987: Η 17χρονη Στέφι Γκραφ κατακτά τον πρώτο της τίτλο σε τουρνουά γκραν σλαμ, το Ρολάν Γκαρός, όταν επικρατεί στον τελικό της Μαρτίνα Ναβρατίλοβα με 2-1 σετ (6-4, 4-6, 8-6).
1986: Ο Χουάν Ραμόν Ρότσα παίρνει την ελληνική ιθαγένεια χωρίς να αλλάξει το ονοματεπώνυμό του, αφού έχει συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια συνεχούς παραμονής στη χώρα μας. Αργότερα μες στο ίδιο έτος θα παρουσιαστεί για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία.
1984: Ο Παναθηναϊκός νικά με 2-0 την ΑΕΛ στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας στο ΟΑΚΑ (18′ Θ. Δημόπουλος, 39′ Αντωνίου) και κατακτά το τρόπαιο χωρίς να έχει δεχθεί γκολ σε έντεκα αγώνες! Παράλληλα κάνει και το νταμπλ για τρίτη φορά στην ιστορία του (μετά το 1969 και το 1977) αφού είχε ήδη στεφθεί πρωταθλητής.
1982: Ο Σουηδός Ματς Βιλάντερ κερδίζει τον πρώτο γκραν σλαμ τίτλο της καριέρας του, όταν νικά στον τελικό του Ρολάν Γκαρός τον Αργεντινό Γκιγέρμο Βίλας με 3-1 σετ (1-6, 7-6, 6-0, 6-4).
1981: Η 19χρονη Τσεχοσλοβάκα Χάνα Μαντλίκοβα κερδίζει τον τίτλο στο μονό γυναικών του Ρολάν Γκαρός νικώντας στον τελικό με 2-0 σετ (6-2, 6-4) τη Δυτικογερμανίδα, Σίλβια Χάνικα.
1973: Με γκολ των Γκάντοχα (7′) και Λουμπάνσκι (47′) η Πολωνία του Κάζιμιρ Γκόρσκι νικά με 2-0 την Αγγλία στο Χορζόφ και κάνει μεγάλο βήμα πρόκρισης στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974.
1970: Η Μάργκαρετ Κορτ νικά τη Χέλγκα Νίσεν με 2-0 σετ (6-2, 6-4) και κατακτά το Ρολάν Γκαρός για τέταρτη φορά στην καριέρα της.
1965: Ο Παναθηναϊκός νικά 1-0 την ΑΕΚ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με γκολ του Τάκη Λουκανίδη που αμφισβητούν οι φιλοξενούμενοι και κάνει μεγάλο βήμα για την κατάκτηση του τίτλου για πέμπτη φορά τα τελευταία έξι χρόνια.
1962: Με δύο γκολ που πετυχαίνει στο 72′ και το 86′ ο Αμαρίλντο, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον τραυματία Πελέ, η Βραζιλία νικά 2-1 την Ισπανία (που είχε προηγηθεί στο 35′ με τον Αδελάρδο) και προκρίνεται στα προημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Χιλής.
1960: Πεθαίνει σε ηλικία 52 ετών ο Χρήστος Μάντικας, ένας από τους κορυφαίους αθλητές στίβου της χώρας μας κατά την περίοοδδο του Μεσοπολέμου. Κορυφαία του διάκριση ήταν το χάλκινο μετάλλιο στα 400 μέτρα με εμπόδια στο 1ο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου στο Τορίνο.
1941: Πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 62 ετών ο Ελβετός οδηγός αγώνων αυτοκινήτου, Λουί Σεβρολέ, ιδρυτής της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας.
1932: Ο Γάλλος Ανρί Κοσέ κερδίζει το Γαλλικό Πρωτάθλημα (μετέπειτα Ρολάν Γκαρός) για τέταετη φορά στην καριέρα του, νικώντας στον τελικό τον Ιταλό Τζιόρτζιο Ντι Στεφάνι με 3-1 σετ (6-0, 6-4, 4-6, 6-3). Στις γυναίκες νικήτρια αναδεικνύεται η Έλεν Γουίλς-Μούντι, η οποία επικρατεί της Σιμόν Ματιέ με 2-0 (6-4, 7-5).
1930: Ο ελληνικής καταγωγής πρωτοπαλαιστής, Τζιμ Λόντος (κατά κόσμον Χρήστος Θεοφίλου), νικά τον Αμερικανό Ντικ Σίκατ στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ και ανακηρύσσεται παγκόσμιος πρωταθλητής στα βαρέα βάρη.
1925: Ο Ρενέ Λακόστ κερδίζει τον πρώτο από τους τρεις τίτλους του στο Ρολάν Γκαρός χάρη στη νίκη του επί του συμπατριώτη του, Ζαν Μποροτρά με 3-0 σετ (7-5, 6-1, 6-4). Στις γυναίκες, τον τίτλο κατακτά η Σουζάν Λανγκλέν, η οποία νικά την Κίτι Μακέιν με 2-0 σετ (6-1, 6-2).
