Σαν Σήμερα - Γκζέγκοζ Λάτο: Ο πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ του 1974 είχε ξεπεταχθεί από το πουθενά
Μία από τις χαρακτηριστικές μορφές στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων είναι ο Πολωνός Γκζέγκοζ Λάτο, ο οποίος με το γκολ που πέτυχε στις 6 Ιουλίου 1974 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης που φιλοξενήθηκε στη Δυτική Γερμανία.
Βλέπετε τι συνωστισμός «αστέρων» υπάρχει μέχρι στιγμής στον πίνακα των σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026, με τον Λιονέλ Μέσι, τον Κιλιάν Εμπαπέ και τον Έρλινγκ Χάαλαντ να νιώθουν «καυτή» την ανάσα του Χάρι Κέιν.
Το ακριβώς αντίθετο ίσχυε στις 6 Ιουλίου 1974, όταν διεξήχθη ο μικρός τελικός της διοργάνωσης που φιλοξενούνταν στη Δυτική Γερμανία. Τότε τον τίτλο του κορυφαίου γκολτζή εξασφάλισε ένας ποδοσφαιριστής που ήταν άγνωστος στο ευρύ κοινό μέχρι και μερικές ημέρες νωρίτερα. Ήταν ο Πολωνός Γκζέγκοζ Λάτο, ο οποίος έφτασε τα επτά τέρματα με αυτό που σημείωσε σαν σήμερα κόντρα στην απερχόμενη παγκόσμια πρωταθλήτρια Βραζιλία!
Έκπληξη ήταν, άλλωστε, η ίδια η παρουσία της Εθνικής Πολωνίας σ’ εκείνο το Μουντιάλ. Από την εποχή του Ερνστ Βιλιμόφσκι, το 1938, είχε να δώσει το «παρών» στην κορυφαία διοργάνωση και κανείς δεν περίμενε ότι θα έφτανε στην τρίτη θέση και μια ανάσα από τον τελικό. Κι ας είχε προϊδεάσει τον κόσμο από τα προκριματικά, όπου απέκλεισε την ισχυρότατη Αγγλία, αλλά και από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972 στο Μόναχο, όπου στηριζόμενη στον ίδιο κορμό παικτών κέρδισε το χρυσό μετάλλιο.
Ηγέτης εκείνης της εξαιρετικής ομάδας ήταν ο Κάζιμιρ Ντέινα, ένα κλασικό δεκάρι με άριστη τεχνική κατάρτιση και τον ακολουθούσαν σε φήμη ο τερματοφύλακας Γιαν Τομασέφσκι, ο οποίος είχε κατεβάσει τα ρολά στο καθοριστικό 1-1 με τους Άγγλους στο «Γουέμπλεϊ» τον Οκτώβριο του 1973 και ο αριστερός εξτρέμ Ρόμπερτ Γκάντοχα, ο οποίος έναν χρόνο μετά το Μουντιάλ θα γινόταν ο πρώτος Πολωνός ποδοσφαιριστής που θα έπαιρνε μεταγραφή στο εξωτερικό (στη Ναντ).
Όσο για τον Λάτο; Ήταν ο βασικός δεξιός εξτρέμ της εθνικής ομάδας στον προαναφερθέντα αγώνα με την Αγγλία, όμως στους Ολυμπιακούς του Μονάχου είχε παίξει μόλις ένα ματς ως αλλαγή. Ήταν ακόμα αρκετά νέος παρότι μεγαλόδειχνε (γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1950) και ήταν διάσημος μόνο στην Πολωνία, όπου την περίοδο 1972-73 είχε οδηγήσει τη «μικρομεσαία» Σταλ Μίελετς στην κατάκτηση του πρώτου πρωταθλήματος της ιστορίας της. Ο ίδιος μάλιστα είχε αναδειχθεί κορυφαίος σκόρερ της Ekstraklasa με 13 γκολ.
Πόσες φορές, όμως, έχουμε δει «αστέρες» να ανατέλλουν στη διάρκεια ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου; Η διαφορά του Λάτο με άλλους, όπως για παράδειγμα τον Σαλβατόρε Σκιλάτσι, ήταν ότι κεφαλαιοποίησε την επιτυχία του 1974 και πραγματοποίησε μία καριέρα που ήταν αξιοζήλευτη, αν λάβουμε υπόψη τους περιορισμούς που υπήρχαν τότε στις διεθνείς μεταγραφές (πολύ περισσότερο για εκείνον που προερχόταν από κομμουνιστική χώρα).
Σκεφτείτε μόνο ότι παραμένει έως και σήμερα ο πρώτος σκόρερ της Πολωνίας σε τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου με 10 τέρματα (ο «πολύς» Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι τον βλέπει… με το κιάλι) και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μουντιαλικές φυσιογνωμίες που θυμούνται με μεγάλη νοσταλγία οι φίλαθλοι που πλησιάζουν ή έχουν περάσει τα πρώτα «ήντα».
Στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή
Αν παρακολουθήσετε το βίντεο της FIFA που έχει συγκεντρωμένα και τα επτά γκολ του Λάτο στο Μουντιάλ του 1974, μπορεί να τον μπερδέψετε… με τον Γκερντ Μίλερ. Διότι ο Πολωνός άσος αν και ήταν εξτρέμ, είχε καταφέρει στις περισσότερες περιπτώσεις να σκοράρει με μία επαφή μέσα απ’ την περιοχή, εκμεταλλευόμενος καίρια λάθη των αντιπάλων.
Στο πρώτο ματς με την Αργεντινή (3-2) και τα δύο γκολ ήταν δώρα του τερματοφύλακα Ντανιέλ Καρνεβάλι, όμως στο δεύτερο έκανε έξυπνη κίνηση στον χώρο, έκλεψε την μπάλα και εκτέλεσε υποδειγματικά. Στο δεύτερο κόντρα στην Αϊτή (7-0) ενήργησε δύο φορές σαν σέντερ φορ, αξιοποιώντας έξυπνες πάσες των συμπαικτών του και χτυπητές αδυναμίες της άμυνας. Παρόμοιο γκολ με το δεύτερο κόντρα στην αδύναμη ομάδα από την Κεντρική Αμερική ήταν κι αυτό που πέτυχε στο πρώτο παιχνίδι του ημιτελικού γύρου εναντίον της Σουηδίας (1-0).
Με δική του ωραία κεφαλιά χάρισε στην Πολωνία και τη νίκη επί της Γιουγκοσλαβίας (2-1), που την έφερε να διεκδικεί την πρόκριση στον τελικό στο τελευταίο ματς με τη γηπεδούχο Δυτική Γερμανία. Δεν ήταν γραφτό να γίνει και αυτή η υπέρβαση, μια και τα «πάντσερ» νίκησαν 1-0 με γκολ του Μίλερ σε έναν αγώνα που άργησε να αρχίσει λόγω έντονης βροχόπτωσης. Στον μικρό τελικό, όμως, ο Λάτο πέτυχε το έβδομο και καλύτερο γκολ του. Ύστερα από μια πάσα του Ζίγκμουντ Μάστσικ, άρχισε μία κούρσα πίσω από τη γραμμή της σέντρας κι όταν μπήκε στην περιοχή πλάσαρε ιδανικά τον Έμερσον Λεάο, χαρίζοντας στην ομάδα του τη νίκη με 1-0 και την τρίτη θέση.
Ο γνωστός μας Κάζιμιρ Γκόρσκι, ο οποίος ήταν τότε προπονητής της Εθνικής Πολωνίας με συνεργάτες τους (επίσης γνωστούς μας) Άντζεϊ Στρεϊλάου και Γιάτσεκ Γκμοχ, είχε δηλώσει για τις επιδόσεις του Λάτο το 1974: «Ήταν ασταμάτητος σ’ εκείνο το τουρνουά. Μια μηχανή των γκολ. Εμείς γνωρίζαμε για τι πράγματα ήταν ικανός, όμως οι αντίπαλοί μας δεν είχαν ιδέα τι είχαν να αντιμετωπίσουν. Η ταχύτητά του, τούς προκαλούσε φόβο».
Ο Γκόρσκι θαύμαζε τον Λάτο για την ικανότητά του να κλέβει την μπάλα και να δημιουργεί ευκαιρίες από το πουθενά (όπως στο δεύτερο γκολ εναντίον της Αργεντινής), αλλά και τις καλές τοποθετήσεις του στην αντίπαλη περιοχή όταν η Πολωνία εκτελούσε κόρνερ ή φάουλ. Δεν ήταν πολύ ψηλός κι αυτό τον ευνοούσε, μια και οι αντίπαλοι μάρκαραν στενότερα τον σέντερ φορ Άντζεϊ Σάρμαχ, αφήνοντάς του ελεύθερο πεδίο δράσης.
Το καθεστώς του χάρισε σπίτι κι αυτοκίνητο
Ο Λάτο εντάχθηκε στα «τσικό» της Σταλ Μίελετς το 1962 και δεν θα είχε πετύχει τίποτα απ’ όσα περιγράψαμε πιο πάνω αν δεν είχε τύχει της φροντίδας ενός γιατρού απ’ την πόλη Μπιέλσκο, ονόματι Καζιμιέροβιτς, όταν υπέστη έναν σοβαρό τραυματισμό σε ηλικία 17 ετών.
Προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα της Σταλ στα 19 του και αμέσως ξεχώρισε, αφού με έξι γκολ σε 23 συμμετοχές τη βοήθησε να κερδίσει την άνοδο στην κορυφαία κατηγορία το 1970. Σκόραρε δύο φορές στο ντεμπούτο του στην Ekstraklasa (στην εντός έδρας νίκη με 5-2 επί της Βίσλα Κρακοβίας) και μαζί με τον διεθνή μέσο Χένρικ Κάσπερτσακ, ήταν οι ηγετικές φυσιογνωμίες της ομάδας που στέφθηκε πρωταθλήτρια την περίοδο 1972-73.

Ο Λάτο σκοράρει με κεφαλιά στο 1-0 επί της Σουηδίας για τον ημιτελικό γύρο του Μουντιάλ του 1974 (πηγή: Wikimedia Commons).
Από το 1971 που κλήθηκε για πρώτη φορά στην Εθνική Πολωνίας, πήρε ως δώρο ένα σπίτι κι ένα αυτοκίνητο από τη Σταλ, κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις σε μερίδα της κοινωνίας που είχε διδαχθεί τα καλά της κοινοκτημοσύνης. Οι σύλλογοί, όμως, υπάγονταν στην κομμουνιστική κυβέρνηση η οποία φρόντιζε να παρέχει προνόμια στους διεθνείς ποδοσφαιριστές κι η καλή παρουσία του Λάτο στα γήπεδα «σκέπασε» τις αντίθετες φωνές.
Τη σεζόν 1974-75 αναδείχθηκε ξανά πρώτος σκόρερ με 19 γκολ, παρότι η Σταλ έμεινε δεύτερη πίσω από τη Ρουχ Χορζόφ. Το 1975-76 όμως την οδήγησε ξανά στην κορυφή, επιτυχία που δεν έμελλε να επαναλάβει ποτέ έως και σήμερα. Ο Κάζιμιρ Κμίετσικ, ο οποίος ήταν αναπληρωματικός στην εθνική ομάδα του 1974 και θα διέπρεπε αρκετά χρόνια αργότερα με τη φανέλα της ΑΕΛ, του πήρε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ, όμως αυτό είχε μικρή σημασία για τον Λάτο που όσο έχανε μαλλιά απ’ το κεφάλι του, τόσο πιο ομαδικός γινόταν στο παιχνίδι του.
Πολύτιμος και στο Μουντιάλ του 1982
Στο Μουντιάλ του 1978 ο Λάτο πέτυχε δύο γκολ, όμως δεν έπιασε τα υψηλά στάνταρ απόδοσης του 1974 κι αυτό είχε αντίκτυπο στη συνολική εικόνα της Πολωνίας, που δεν μπόρεσε να κοντράρει τη Βραζιλία και την Αργεντινή στον ημιτελικό όμιλο. Το 1982, αντίθετα, παρουσιάστηκε πολύ πιο ώριμος και με την τεράστια συνεισφορά του στον δημιουργικό τομέα βοήθησε την ομάδα του να καταλάβει ξανά την τρίτη θέση.
Πρώτο «βιολί» στο σκοράρισμα ήταν πλέον ο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, στον οποίο ο Λάτο έδωσε δύο ασίστ στο ματς με το Βέλγιο. Πέτυχε, όμως, ένα κι ο ίδιος (στο 5-1 επί του Περού στον πρώτο γύρο), φτάνοντας έτσι τα δέκα σε τελικές φάσεις Μουντιάλ (ο δεύτερος Πολωνός στην κατάταξη είναι ο Σάρμαχ με επτά). Αποσύρθηκε από την εθνική ομάδα μετά το τέλος του Μουντιάλ κι έκανε μια τελευταία τιμητική εμφάνιση το 1984 σ’ ένα φιλικό με το Βέλγιο (0-1). Ο τελικός απολογισμός του ήταν 100 συμμετοχές και 45 γκολ.
Ειδική μνεία αξίζει και η συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1976 στο Μόντρεαλ. Η Πολωνία κατέβαζε την κανονική της εθνική ομάδα, μια και οι παίκτες της (όπως κι εκείνοι των υπόλοιπων χωρών του Ανατολικού Μπλοκ) ήταν τυπικά ερασιτέχνες. Πάντα υπό την καθοδήγηση του Γκόρσκι, ο οποίος λίγους μήνες αργότερα θα αναλάμβανε τον Παναθηναϊκό, ο 26χρονος Λάτο είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πορεία της μέχρι τον τελικό, όπου γνώρισε την ήττα με 3-1 από την Ανατολική Γερμανία. Πέτυχε μάλιστα το μοναδικό γκολ της ομάδας του στον τελικό και άλλα δύο στον θρίαμβο με 5-0 επί της Βόρειας Κορέας στον προημιτελικό.
Μέσα σε οκτώ χρόνια, δηλαδή, ο Λάτο γεύτηκε με την Εθνική Πολωνίας την κατάκτηση ενός χρυσού κι ενός ασημένιου ολυμπιακού μεταλλίου και δύο τρίτες θέσεις σε Παγκόσμια Κύπελλα (όπου είχε άλλη μία πρόκριση στους «8»). Από πλευράς ατομικών διακρίσεων, ψηφίστηκε δύο φορές κορυφαίος αθλητής της χρονιάς στην πατρίδα του (1974, 1977), ενώ το 1974 κατέλαβε την έκτη θέση στη ψηφοφορία για τη «Χρυσή Μπάλα».
Το πέρασμα απ’ την Καβάλα και την πολιτική
Ο Λάτο έφυγε από τη Σταλ Μίελετς αφού είχε κλείσει τα 30, το 1980 και πήρε μεταγραφή στη Λόκερεν, όπου συγκρότησε ένα αχτύπητο δίδυμο στα άκρα της επιθετικής γραμμής με τον Δανό Πρέμπεν Έλκιερ. Η ομάδα, βέβαια, ήταν στη σκιά των μεγάλων του βελγικού πρωταθλήματος και η κορυφαία διάκριση που γεύτηκε ήταν η παρουσία στον τελικό του Κυπέλλου του 1981, όπου γνώρισε τη συντριβή με 4-0 από την πρωταθλήτρια Σταντάρ Λιέγης.
Την ίδια σεζόν η Λόκερεν είχε φτάσει και στα προημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, όπου την απέκλεισε η μετέπειτα φιναλίστ Αλκμαάρ. Ο Λάτο πέτυχε το γκολ της πρόκρισης επί της Ρεάλ Σοσιεδάδ και είχε ακόμα καλύτερη παρουσία την περίοδο 1981-82, όταν η ομάδα του κληρώθηκε να αντιμετωπίσει στον γύρο των «32» τον Άρη. Ύστερα από το 1-1 στο πρώτο ματς στη Θεσσαλονίκη, η Λόκερεν θριάμβευσε με 4-0 στη ρεβάνς με τον έμπειρο Πολωνό επιθετικό να πετυχαίνει το δεύτερο γκολ και να δημιουργεί το τέταρτο. Στον επόμενο γύρο πέτυχε και το γκολ της νίκης επί της Καϊζερσλάουτερν, η οποία όμως ανέτρεψε το σκορ στη ρεβάνς.
Μετά το Μουντιάλ του 1982 ο Λάτο έφυγε για το Μεξικό όπου έπαιξε για δύο χρόνια στην Ατλάντε μέχρι που κρέμασε τα παπούτσια του σε ηλικία 34 ετών. Εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο Τορόντο του Καναδά και μάλιστα το 1988 έπιασε εκεί την πρώτη του δουλειά ως προπονητής, στους Νορθ Γιορκ Ρόκετς. Το 1991, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην πατρίδα του, ανέλαβε και τη Σταλ Μίελετς και για μερικά χρόνια συνέχισε μία καριέρα η οποία όμως δεν ήταν αντάξια της φήμης που είχε ως ποδοσφαιριστής. Το καταλάβαμε από πρώτο χέρι το 1997, όταν ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Καβάλας και απολύθηκε με το πέρας της τρίτης αγωνιστικής.

Ο Λάτο ως προπονητής της Καβάλας στον εκτός έδρας αγώνα με τον Εθνικό, τον Σεπτέμβριο του 1997. Δεν έπεισε για την αξία του και αποχώρησε ύστερα από μόλις τρεις αγώνες στο πρωτάθλημα (πηγή: EUROKINISSI).
Στράφηκε στην πολιτική και το 2001 εξελέγη γερουσιαστής στην περιφέρεια του Ζέσουφ με το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστερής Συμμαχίας, θέση που διατήρησε για μία τετραετία. Έθεσε υποψηφιότητα (χωρίς επιτυχία) για την Ευρωβουλή (2004) και το πολωνικό κοινοβούλιο (2005, 2007), ενώ παράλληλα ήταν μέλος του συμβουλίου της Σταλ Μίελετς.
Η σημαντικότερη εξωαγωνιστική θητεία του ήταν στη θέση του προέδρου της πολωνικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, από τον Οκτώβριο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2012. Επί των ημερών του η χώρα διοργάνωσε με επιτυχία το… μισό Euro 2012 (το άλλο μισό διοργάνωσαν οι Ουκρανοί), αν και η εθνική ομάδα απέτυχε να προκριθεί από τη φάση των ομίλων και ο Λάτο δέχθηκε την κριτική που του αναλογούσε. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους δεν επιδίωξε την επανεκλογή του και αντικαταστάθηκε από τον Μπόνιεκ.
Τα τελευταία χρόνια ζει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και το όνομά του μνημονεύεται συχνά όταν έχουμε Παγκόσμιο Κύπελλο και κάποιος παίκτης φτάνει σε διψήφιο αριθμό τερμάτων, όπως είχε καταφέρει εκείνος. Παρότι φέτος τον προσπέρασαν ήδη ο Κριστιάνο Ρονάλντο κι ο Χάρι Κέιν, παραμένει στη δωδέκατη θέση της σχετικής κατάταξης μαζί με άλλους θρύλους του παρελθόντος όπως ο Γκάρι Λίνεκερ, ο Γκαμπριέλ Μπατιστούτα και ο Τόμας Μίλερ.
Πηγές: www.fifa.com («Lato and Poland grab gold and bronze»), pl.wikipedia.org («Grzegorz Lato»), en.wikipedia.org («1974 FIFA World Cup», «Poland at the FIFA World Cup»), «Italia ’90: Η Εγκυκλοπαίδεια του Μουντιάλ» (συλλογικό έργο, ειδική έκδοση του περιοδικού «Εικόνες» με το τεύχος 291 της 30ης Μαϊου 1990), eu-football.info.
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 6 Ιουλίου
2018: Το Βέλγιο νικά με 2-1 τη Βραζιλία και προκρίνεται στους «4» του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας. Οι «κόκκινοι διάβολοι» ανοίγουν το σκορ στο 13′ με αυτογκόλ του Φερναντίνιο και στο 31′ πετυχαίνουν και δεύτερο τέρμα με τον Ντε Μπρόινε. Η «Σελεσάο» μειώνει στο 76′ με τον Ρενάτο Αουγκούστο. Αντίπαλος του Βελγίου στον ημιτελικό θα είναι η Γαλλία, η οποία είχε νικήσει νωρίτερα την Ουρουγουάη με 2-0 (40′ Βαράν, 61′ Γκριεζμάν).
2014: Ο Νόβακ Τζόκοβιτς νικά στον τελικό του Γουίμπλεντον τον Ρότζερ Φέντερερ με 3-2 σετ (6-7, 6-4, 7-6, 5-7, 6-4) και κατακτά το τρόπαιο για δεύτερη φορά.
2010: Η Ολλανδία προκρίνεται στον τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου της Νοτίου Αφρικής, χάρη στη νίκη της με 3-2 επί της Ουρουγουάης στον συναρπαστικό πρώτο ημιτελικό στο Κέιπ Τάουν (18′ Φαν Μπρόνκχορστ, 70′ Σνάιντερ, 73′ Ρόμπεν/41′ Φορλάν, 90′+2 Περέιρα).
2008: Ο Ράφαελ Ναδάλ κερδίζει τον παρθενικό του τίτλο στο Γουίμπλεντον νικώντας τον Ρότζερ Φέντερερ με 3-2 σετ (6–4, 6–4, 6–7, 6–7, 9–7). Ο τελικός διαρκεί 4 ώρες και 48 λεπτά και είναι ο μεγαλύτερος σε διάρκεια στην ιστορία του τουρνουά (ρεκόρ που θα σπάσει το 2019). Ο Ναδάλ γίνεται ο πρώτος τενίστας που κατακτά την ίδια χρονιά το Ρολάν Γκαρός και το Γουίμπλεντον ύστερα από τον Μπιορν Μποργκ το 1980, αλλά και ο πρώτος Ισπανός που κερδίζει το λονδρέζικο γκραν σλαμ μετά τον Μανουέλ Σαντάνα το 1966.
2007: Οι Ολυμπιακοί Αγώνες Νέων (14-18 ετών) γίνονται πραγματικότητα. Κατά την διάρκεια της 119ης Συνόδου στην πόλη της Γουατεμάλας, τα μέλη της ΔΟΕ εγκρίνουν τη διοργάνωση των Θερινών Αγώνων το 2010 και των Χειμερινών το 2012.
2003: Ο 21χρονος Ρότζερ Φέντερερ, κατακτά το Γουίμπλεντον νικώντας με 3-0 σετ τον έμπειρο Ελληνοαυστραλό, Μαρκ Φιλιππούση (7-6, 6-2, 7-6). Πρόκειται για τον παρθενικό γκραν σλαμ τίτλο του Ελβετού τενίστα, από τους 20 συνολικά που θα κερδίσει στην πλούσια καριέρα του.
1999: Ο Άγιαξ αποκτά τον Νίκο Μαχλά από τη Φίτεσε δαπανώντας 5,2 δισ. δρχ., ποσό-ρεκόρ για μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή.
1991: Στην πρεμιέρα του Κόπα Αμέρικα που φιλοξενείται στα γήπεδα της Χιλής, η γηπεδούχος εθνική ομάδα νικά με 2-0 την αντίστοιχη της Βενεζουέλας με γκολ του Ρούμπιο (22′) και του Ζαμοράνο (34′).
1988: Ο διεθνής Ούγγρος μεσοεπιθετικός Λάγιος Ντέταρι απαντά καταφατικά στην πρόταση του Γιώργου Κοσκωτά και μεταγράφεται στον Ολυμπιακό με παγκόσμιο ρεκόρ κόστους μεταγραφής (1,4 δισ. δρχ.).
1986: Ο 18χρονος Μπόρις Μπέκερ κατακτά το Γουίμπλεντον για δεύτερη σερί χρονιά, νικώντας στον τελικό τον Ιβάν Λεντλ με 3-0 σετ (6-4, 6-3, 7-5).
1985: Η Μαρτίνα Ναβρατίλοβα κατακτά τον τέταρτο συνεχόμενο τίτλο της στο Γουίμπλεντον, όταν νικά στον τελικό την Κρις Έβερτ-Λόιντ με 2-1 σετ (4-6, 6-3, 6-2).
1973: H Μπίλι Τζιν Κινγκ νικά την Κρις Έβερτ-Λόιντ με 2-0 σετ (6-0, 7-5) στον πρώτο τελικό μεταξύ Aμερικανίδων στο Γουίμπλεντον.
1969: Ο Παναθηναϊκός νικά με 1-0 τον Πανιώνιο με γκολ του Δομάζου στο 18′ και προκρίνεται στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας. Ο σκόρερ του «τριφυλλιού» αποβάλλεται στο 45′ μαζί με τον Χάιτα για διαπληκτισμό, ωστόσο δεν θα τιμωρηθεί ενόψει του τελικού στον οποίο θα βρει αντίπαλο τον Ολυμπιακό (ο οποίος νικά 4-3 τον Εθνικό στην παράταση).
1967: Ο Παναθηναϊκός κατακτά το Κύπελλο Ελλάδας νικώντας στον τελικό τον Πανιώνιο με 1-0, χάρη σε γκολ του Χάρη Γραμμού στο 56ο λεπτό. Ιστορική έχει μείνει και η χαμένη ευκαιρία των «κυανέρυθρων» στο 87’, με τον Αχιλλέα Αθανασούλα να σουτάρει άστοχα προ κενής εστίας. Πρόκειται για τη χρονιά κατά την οποία ο Γιουγκοσλάβος προπονητής, Στέπαν Μπόμπεκ, επιχείρησε την περίφημη «ανανέωση», ερχόμενος σε ρήξη με πολλούς βασικούς παίκτες.
1966: Ο Ολυμπιακός ανακοινώνει την απόφασή του να μην κατέβει στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας, αφήνοντας αιχμές για τη στάση της ΕΠΟ που δεν ορίζει στην έδρα της Καβάλας τον δεύτερο ημιτελικό με την ΑΕΚ. Η μακεδονική ομάδα ανακοινώνει κι αυτήν την αποχώρησή της και η Ένωση στέφεται κυπελλούχος χωρίς αγώνα.
1960: Αρχίζει στη Γαλλία η τελική φάση του 1ου Κυπέλλου Εθνών Ευρώπης, του γνωστού μας σήμερα ως Euro, με τη συμμετοχή τεσσάρων ομάδων. Στον πρώτο ημιτελικό που φιλοξενείται στο Παρίσι, η Γιουγκοσλαβία νικά με 5-4 τη γηπεδούχο Γαλλία ανατρέποντας το εις βάρος της 4-2 στο τελευταίο δεκαπεντάλεπτο (11′ Γκάλιτς, 55′ Ζάνετιτς, 75′ Κνεζ, 78′, 79′ Γέρκοβιτς/12′ Βενσάν, 43′, 62′ Ετ, 53′ Βισνιεσκί). Και στον δεύτερο, στη Μασσαλία, η Σοβιετική Ένωση συντρίβει με 3-0 την Τσεχοσλοβακία (34′, 56′ Ιβάνοφ, 66′ Πονεντέλνικ).
1957: Η Άλθια Γκίμπσον γίνεται η πρώτη μαύρη τενίστρια που κατακτά το Γουίμπλεντον. Στον τελικό επικρατεί της Ντάρλεν Χαρτ με 2-0 σετ (6-3, 6-2).
1933: Διεξάγεται στο Σικάγο το πρώτο All-Star Game του μπέιζμπολ, με τη μικτή της American League να νικά εκείνη της National League με 4-2. Ο Μπέιμπ Ρουθ σημειώνει το πρώτο home run.
1924: Ο Φινλανδός Γιόνι Μίρα κατακτά στο Παρίσι το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στον ακοντισμό για δεύτερη διαδοχική διοργάνωση.
1912: Ο Αμερικανός Ντόναλντ Λίπινκοτ αναγνωρίζεται ως πρώτος κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ των 100 μέτρων, όταν καταφέρνει να κάνει τον καλύτερο χρόνο (10.60) στις προκριματικές σειρές του αγωνίσματος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης.
1907: Εγκαινιάζεται το Brooklands, η πρώτη τεχνητή πίστα αυτοκινήτων στον κόσμο, η οποία κατασκευάζεται ύστερα από την απαγόρευση των αγώνων στους δρόμους της Βρετανίας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Βικτώρια Δέλλα: Η συγκινητική ανάρτηση με τον πατέρα της στην αποφοίτησή της και η αναφορά στη μητέρα της
- Ολυμπιακός: Πότε θα γίνει η νέα και κρίσιμη συνάντηση με τον Κώστα Παπανικολάου
- Αντετοκούνμπο: Ανακοινώθηκε από τους Μαϊάμι Χιτ ο «Greak Freak»
- Ολυμπιακός: Έτοιμος για Ολλανδία ο Ζότα Σίλβα
- Άρης: Ανακοίνωσε την επένδυση για το μέλλον με τον Ματάρ Τιάμ
