Σαν Σήμερα - Λουίς Μόντι: Ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έχει παίξει σε δύο τελικούς Μουντιάλ με διαφορετικές ομάδες
Στις 10 Ιουνίου 1934 ο Λουίς Μόντι σημείωσε ένα ρεκόρ που θα ισοφαριστεί μόνο αν αλλάξουν (ξανά) οι διεθνείς κανονισμοί. Στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ιταλία, ενώ είχε αγωνιστεί και στον τελικό του Μουντιάλ του 1930, με τη φανέλα της Αργεντινής.
Όπως σας έχουμε συνηθίσει στη σειρά των αφιερωμάτων μας σε μορφές του παγκόσμιου αθλητισμού, το παράξενο μουντιαλικό ρεκόρ που σημείωσε στις 10 Ιουνίου 1934 ο Λουίς Μόντι είναι μόνο η αφορμή για να ρίξουμε περισσότερο φως σε ολόκληρη την καριέρα του.
Οι περισσότεροι φίλαθλοι τον έχουν τουλάχιστον ακουστά μια και είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε σε δύο τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου φορώντας τις φανέλες διαφορετικών εθνικών ομάδων: το 1930 της γενέτειράς του, της Αργεντινής. Και το 1934 της δεύτερης πατρίδας του, της Ιταλίας, με την οποία στέφθηκε – σαν σήμερα – πρωταθλητής.
Εδώ και πολλές δεκαετίες η FIFA δεν επιτρέπει σε παίκτες που αλλάζουν υπηκοότητα να αγωνιστούν με την εθνική ομάδα της νέας χώρας τους, εάν έχουν ήδη αγωνιστεί με το ανδρικό αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της παλιάς. Έτσι, το επίτευγμα του Μόντι θα είναι εφικτό να επαναληφθεί μόνο αν αλλάξει ξανά ο κανονισμός.
Ο τελευταίος ποδοσφαιριστής που είχε τη δυνατότητα να το κάνει ήταν ο Φέρεντς Πούσκας, ο οποίος το 1962 πήρε μέρος στο Μουντιάλ της Χιλής με τα χρώματα της Ισπανίας, οκτώ χρόνια μετά την πίκρα που είχε βιώσει ως παίκτης της μεγάλης Ουγγαρίας, στον τελικό της Βέρνης. Όμως, η «ρόχα» δεν προχώρησε πέρα από τον πρώτο γύρο αφού σκόνταψε στη Βραζιλία του Γκαρίντσα και του Αμαρίλντο και στην Τσεχοσλοβακία του Μάζοπουστ.
O Μόντι εξακολουθεί να μνημονεύεται γι’ αυτό το ιδιαίτερο κατόρθωμα τις παραμονές κάθε Μουντιάλ, αν και στην πραγματικότητα ήταν μόνο ένα μικρό κομμάτι της πλούσιας καριέρας του. Όσοι παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο τη δεκαετία του 1930 τον θεωρούσαν ως τον κορυφαίο σέντερ χαφ στον κόσμο, μια και πέρα από τα δυναμικά και συχνά αντιαθλητικά του μαρκαρίσματα στον χώρο του κέντρου και της άμυνας, ήξερε μπάλα και συμμετείχε στην οργάνωση των επιθέσεων. Η συμβολή του στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 1934 από την Ιταλία ήταν τεράστια, όπως και στους τίτλους που κέρδισε η Γιουβέντους τα οκτώ χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της.
Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί σύγχρονοι μελετητές της ποδοσφαιρικής ιστορίας που υποστηρίζουν ότι ο δυναμικός Αργεντινοϊταλός μέσος όχι μόνο δεν καμάρωνε για τη συμμετοχή του σ’ εκείνους τους δύο τελικούς, αλλά κατά βάθος ήθελε να τους ξεχάσει! Ο λόγος; Οι απειλές που είχε δεχθεί για τη ζωή του πριν από τη διεξαγωγή τους.
Η… φαντασίωση του Μουσολίνι
Το 1932 που ο Μόντι πήρε την ιταλική υπηκοότητα ήταν ήδη 31 ετών (είχε γεννηθεί στις 15 Μαΐου 1901) και είχε μόλις ολοκληρώσει την πρώτη του σεζόν με τη φανέλα της Γιουβέντους. Η μεταγραφή στην «Κυρία» ήταν απότοκο των καλών εμφανίσεών του με την Αργεντινή στο παρθενικό Παγκόσμιο Κύπελλο του 1930 και θα είχε ολοκληρωθεί από τότε αν δεν υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Το ποδόσφαιρο στη γενέτειρά του δεν ήταν ακόμα επίσημα επαγγελματικό.
Τον Μάιο του 1931 που οι Αργεντινοί έκαναν τη μετάβαση στον επαγγελματισμό, ο Μόντι μπορούσε πλέον να αφήσει την εργασία του ως υπάλληλος στο δημαρχείο του Μπουένος Άιρες, αλλά και την αγαπημένη του Σαν Λορέντζο, με την οποία είχε αναδειχθεί πρωταθλητής το 1923, το 1924 και το 1927 (τη φανέλα της φοράει και στην κεντρική μας φωτογραφία). Αν και το ξεκίνημα στη Γιουβέντους ήταν απογοητευτικό, μια και ήταν ντεφορμέ όταν έφτασε στο Τορίνο, προπονήθηκε συστηματικά, βελτίωσε την απόδοσή του και εξελίχθηκε σε έναν από τους διακριθέντες της ομάδας που κατέκτησε το σκουντέτο της περιόδου 1931-32.
Η μόδα των «οριούντι», δηλαδή της πολιτογράφησης παικτών από τη Λατινική Αμερική που είχαν ιταλικές ρίζες, δεν ήταν καινούρια. Είχε αρχίσει από το 1925 με τον Χούλιο Λιμπονάτι. Από το 1932, όμως, το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι την κατέστησε υποχρεωτική για τους παίκτες που ανήκαν σε συλλόγους του Καμπιονάτο, μια και η Ιταλία είχε αναλάβει τη διοργάνωση του 2ου Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Ο δικτάτορας φαντασιωνόταν ότι η κατάκτηση του τίτλου από την εθνική ομάδα της χώρας του θα ήταν η καλύτερη διαφήμιση για το καθεστώς του και φρόντισε εκτός από τον Μόντι να «ιταλοποιηθούν» κι άλλοι καταξιωμένοι Νοτιοαμερικάνοι ποδοσφαιριστές. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι Αργεντινοί Ραϊμούντο Όρσι, Ενρίκε Γκουάιτα και Ατίλιο Ντεμαρία και ο Βραζιλιάνος Ανφιλοτζίνο Γκουαρίζι, τους οποίους ο ομοσπονδιακός προπονητής Βιτόριο Πότσο συμπεριέλαβε στην ομάδα που κατέβηκε στο Μουντιάλ.
Ο Μόντι έκανε ντεμπούτο με το ιταλικό εθνόσημο τον Νοέμβριο του 1932, σε ένα φιλικό με την Ουγγαρία στο Σαν Σίρο (4-2) κι από τότε καθιερώθηκε ως βασικός σέντερ χαφ της. Αγωνίστηκε και στον μοναδικό προκριματικό αγώνα για το Παγκόσμιο Κύπελλο κόντρα στην Ελλάδα (4-0), στις 25 Μαρτίου 1934, για τον οποίο ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι οι Ιταλοί τον είχαν «δέσει» απ’ όλες τις πλευρές. Κι όταν έφτασε η ώρα της τελικής φάσης, θεωρούταν ένα από τα «αστέρια» που θα οδηγούσαν τη Σκουάντρα Ατζούρα στην κορυφή.
Ο δικτάτορας είχε σπείρει τον φόβο
Ο Μουσολίνι έβλεπε το Μουντιάλ σαν να ήταν πόλεμος. «Δεν ξέρω πώς θα γίνει, αλλά η Ιταλία πρέπει να κερδίσει αυτό το τουρνουά», είχε πει με τρόπο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις στον στρατηγό Τζόρτζιο Βακάρο, ο οποίος ήταν πρόεδρος της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας.
Στην πράξη αποδείχθηκε ότι ο δικτάτορας γνώριζε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει ο ίδιος για να δει τη φαντασίωσή του να υλοποιείται. Από τις κατοπινές μαρτυρίες των παικτών, βέβαια, το μήνυμα «νίκη ή θάνατος» που είχε μεταφέρει στα αποδυτήρια ο Βακάρο, δεν είχε τονώσει το εθνικό τους φρόνημα. Πιο πολύ είχε σπείρει στις τάξεις τους τον φόβο, όπως υποστήριζε η εγγονή του Μόντι, Λορένα, η οποία είχε μιλήσει πολλές φορές για το θέμα.
Η Ιταλία, πάντως, διέθετε και ταλέντο εκτός από εύνοια. Οι επιθετικοί Τζουζέπε Μεάτσα, Τζιοβάνι Φεράρι και Άντζελο Σκιάβιο, οι μέσοι Λουίτζι Μπερτολίνι και Ατίλιο Φεράρις, οι αμυντικοί Εράλντο Μοντζέλιο και Λουίτζι Αλεμάντι και ο τερματοφύλακας Τζιαμπιέρο Κόμπι, συγκροτούσαν μια πολύ ισχυρή ομάδα μαζί με τους «οριούντι». Ο Μόντι, όμως, ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της ανασταλτικής λειτουργίας και το σημείο εκκίνησης των περισσότερων επιθέσεων.

Ο Βιτόριο Πότσο δίνει οδηγίες στους Μοντζέλιο και Μπερτολίνι λίγο πριν την έναρξη της παράτασης του τελικού του Μουντιάλ του 1934. Ο Μόντι μόλις που διακρίνεται δεξιά, δίπλα στον τερματοφύλακα Κόμπι και πίσω από τον βοηθό προπονητή Καρκάνο, που του μιλάει με την πλάτη γυρισμένη στον φακό (πηγή: Wikimedia Commons).
Δεν χρειάστηκε να κάνει πολλά στον αγώνα του πρώτου γύρου κόντρα στην αδύναμη ομάδα των ΗΠΑ (7-1), τα έκανε όμως όλα στον προημιτελικό απέναντι στην ισχυρή Ισπανία. Το πρώτο ματς στις 31 Μαΐου 1934 έληξε ισόπαλο 1-1 και στον επαναληπτικό που διεξήχθη την επόμενη μέρα (!) οι «ατζούρι» νίκησαν 1-0 μια και είχαν λιγότερες απώλειες. Μάλιστα, πριν από το γκολ του Μεάτσα είχε γίνει φάουλ πάνω στον Ισπανό τερματοφύλακα Χουάν Χοσέ Νογκές, τον αντικαταστάτη του θρυλικού Ρικάρντο Ζαμόρα, ο οποίος ήταν ένας απ’ τους επτά τραυματίες της «ρόχα».
«Δόξα τω Θεώ κερδίσαμε εκείνον το ματς. Ή, μάλλον, ο Μόντι το κέρδισε. Είχε χτυπήσει τους πάντες, νομίζω μέχρι και τον Ισπανό προπονητή», είχε δηλώσει με γλαφυρότητα ο Όρσι σε συνέντευξη που έδωσε χρόνια αργότερα και στην οποία δεν κρύφτηκε πίσω απ’ το δάχτυλό του για τη διαιτησία του Ελβετού Ρενέ Μερσέ. «Ήταν καταφανές φάουλ και οι Ισπανοί ήθελαν να σκοτώσουν τον διαιτητή, αυτός όμως πήρε τη σωστή απόφαση. Αν το είχε ακυρώσει, θα τον σκότωναν οι Ιταλοί». Και προφανώς δεν εννοούσε τους Ιταλούς ποδοσφαιριστές…
Το μήνυμα πριν τον τελικό
Η ομάδα-θαύμα (Wunderteam) της Αυστρίας με ηγέτη τον αέρινο Ματίας Ζίντελαρ έβαλε δύσκολα στην Ιταλία στον ημιτελικό. Όμως, το γκολ του Γκουάιτα στο 19′ αποδείχθηκε αρκετό για να χαρίσει τη νίκη στους «ατζούρι» με 1-0, αφού στο δεύτερο ημίχρονο ο Κόμπι πραγματοποίησε αρκετές σωτήριες αποκρούσεις. Ο Μόντι ήταν και πάλι πολύτιμος.
Το μήνυμα του «Ντούτσε» πριν από τον τελικό με την Τσεχοσλοβακία του τοπ σκόρερ Όλντριχ Νέγεντλι ήταν σαφές. «Κύριοι, αν οι Τσεχοσλοβάκοι παίξουν δίκαια, θα παίξουμε δίκαια κι εμείς. Αν όμως προσπαθήσουν να νικήσουν ύπουλα, οι Ιταλοί θα πρέπει να χτυπήσουν κι οι αντίπαλοι να πέσουν». Το «νίκη ή θάνατος» δεν το είπε, όμως οι παίκτες το ήξεραν από πριν.
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ αν ο Μουσολίνι κυριολεκτούσε και αν θα έκανε πράξη την απειλή σε περίπτωση ήττας. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο, επίσης, ότι τα λογύδρια του δικτάτορα είχαν τρομάξει τον Μόντι. Τρόμο προκαλούσε σίγουρα ο ίδιος στους αντιπάλους του με το δυναμικό παιχνίδι του, γι’ αυτό και ένα από τα παρατσούκλια του ήταν το «El Terror». Όπως και να ‘χει, αυτήν τη φορά ήταν με τους «ισχυρούς», όπως αποδείχθηκε και με την ανοχή που έδειξε ο Σουηδός διαιτητής Ιβάν Έκλιντ σε πολλά σκληρά μαρκαρίσματα του ίδιου και των συμπαικτών του.
Η Τσεχοσλοβακία προηγήθηκε στο 71′ με τον Άντονιν Πουτς, όμως η Ιταλία ισοφάρισε στο 86′ με τον Όρσι και στο πέμπτο λεπτό της παράτασης πέτυχε και δεύτερο γκολ με τον Σκιάβιο. Η φαντασίωση του Μουσολίνι έγινε πραγματικότητα όταν είδε τους παίκτες της Σκουάντρα Ατζούρα να σηκώνουν το ολόχρυσο τρόπαιο της FIFA (που δεν έφερε ακόμα το όνομα του προέδρου της, Ζιλ Ριμέ), αλλά και ένα ακόμα τεράστιο και αμφιλεγόμενης αισθητικής που είχε φιλοτεχνηθεί ύστερα από παραγγελία του και ονομάστηκε «κύπελλο του Ντούτσε».
Ο Μόντι από την πλευρά του ένιωθε ανακουφισμένος και δικαιωμένος, διότι τέσσερα χρόνια νωρίτερα ο πρώτος του τελικός σε Μουντιάλ είχε εξελιχθεί σε πραγματικό εφιάλτη.
Απειλές θανάτου από τους Ουρουγουανούς
Το κύριο παρατσούκλι του Μόντι ήταν «Doble Ancho», που σημαίνει επί λέξει «διπλό πλάτος». Αν και δεν ήταν ψηλός (1,70 μ.) ήταν γεροδεμένος και οι φαρδιές πλάτες του προκαλούσαν δέος στους φιλάθλους, που είχαν αλλιώς στο μυαλό τους το πρότυπο του καλού ποδοσφαιριστή.
Προτού πάει στην Ιταλία, μάλιστα, το παιχνίδι του ήταν ακόμα πιο σκληρό και τον καθιστούσε πολύτιμο στην Εθνική Αργεντινής. Ήταν βασικό της στέλεχος στην πορεία μέχρι την κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα του 1927, αλλά και στην αντίστοιχη μέχρι τον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων του Άμστερνταμ, έναν χρόνο αργότερα. Έχασε το χρυσό μετάλλιο από την Ουρουγουάη του Χοσέ Νασάτζι, του Έκτορ Σκαρόνε και του Χοσέ Λεάντρο Αντράντε, η οποία ήταν το μεγάλο φαβορί για την κατάκτηση του 1ου Παγκοσμίου Κυπέλλου που θα διεξαγόταν στα εδάφη της.
Ο Μόντι είχε κομβικό ρόλο στην πορεία της «αλμπισελέστε» μέχρι τον τελικό. Στον αγώνα του ομίλου κόντρα στη Γαλλία έσπασε από τα πρώτα λεπτά το πόδι του Λισιέν Λοράν, ο οποίος συνέχισε το ματς κουτσαίνοντας (δεν επιτρέπονταν οι αλλαγές) και πέτυχε ο ίδιος το γκολ της νίκης με πονηρά εκτελεσμένο φάουλ. Στον ημιτελικό με τις ΗΠΑ (6-1) πέτυχε άλλο ένα τέρμα και σίγουρα είχε μερίδιο ευθύνης για τους σοβαρούς τραυματισμούς αρκετών αντιπάλων (όχι πάντως του Ράφαελ Τρέισι, το πόδι του οποίου έσπασε τεκμηριωμένα ο Αλεχάνδρο Σκοπέλι).

Οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Αργεντινής ποζάρουν φορώντας σακάκια (οι αριθμοί που βλέπετε τοποθετήθηκαν αργότερα με το χέρι πάνω στη φωτογραφία) πριν από την έναρξη αγώνα τους για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1930. Ο Λουίς Μόντι διακρίνεται έκτος από αριστερά (πηγή: Wikimedia Commons).
Παραμονές του τελικού με την Ουρουγουάη, όμως, κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο δυναμικός σέντερ χαφ της Αργεντινής ήταν τραυματίας και δεν μπορούσε να αγωνιστεί. Νοκ άουτ λόγω τραυματισμού, όμως, είχε τεθεί και ο μοναδικός παίκτης που θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει επάξια, ο Αδόλφο Σουμελσού και απέμενε μόνο ο νεαρός και άπειρος Αλμπέρτο Τσιβιντίνι. Ο Μόντι αποφάσισε τελικά να παίξει λίγες ώρες πριν την έναρξη του τελικού, όμως ήταν σκιά του εαυτού του και η «αλμπισελέστε» γνώρισε την ήττα με 4-2.
Αργότερα έγινε γνωστό ότι αιτία της κακής του απόδοσης δεν ήταν ο υποτιθέμενος τραυματισμός, αλλά ο φόβος. Όπως αποκάλυψε χρόνια αργότερα ο ίδιος, είχε λάβει μία επιστολή από έναν άγνωστο ο οποίος απειλούσε με θάνατο τον ίδιο και τη μητέρα του σε περίπτωση νίκης της Αργεντινής στον τελικό. «Είχα τρομοκρατηθεί τόσο πολύ που δεν είχα μυαλό για ποδόσφαιρο. Δυστυχώς, απογοήτευσα τους συμπαίκτες μου», είχε εκμυστηρευθεί ο Μόντι, ο οποίος έπαιξε σαν δαμασμένο λιοντάρι στον τελικό – όπως σημειώνει εύστοχα ο Τζόναθαν Γουίλσον στο βιβλίο του «Angels with Dirty Faces».
Και προπονητής στην Ιταλία
Όπως ήδη αναφέραμε, ο Μόντι τελειοποίησε το παιχνίδι του μετά την εγκατάστασή του στην Ιταλία και ίσως να του έδωσε κίνητρο το γεγονός ότι ήταν πλέον επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Η Γιουβέντους του έδινε μηνιαίο μισθό που αντιστοιχούσε σε 100.000 σημερινά ευρώ, ενώ του είχε κάνει δώρο σπίτι και (σύμφωνα με μερικές πηγές) αυτοκίνητο.
Υπό τις οδηγίες του εμβληματικού προπονητή, Κάρλο Καρκάνο (ο οποίος ήταν βοηθός του Πότσο στην Εθνική στο Μουντιάλ του 1934) και με συμπαίκτες τους Όρσι, Φεράρις και τους παρτενέρ του Μόντι στην αμυντική διάταξη, Βιρτζίνιο Ροζέτα και Ουμπέρτο Καλιγκάρις, η «Κυρία» κατέκτησε τέσσερα σερί πρωταθλήματα (1932, 1933, 1934, 1935). Ο «Doble Ancho» αποτέλεσε σύνδεσμο και με την επόμενη φουρνιά που κατέκτησε το Κύπελλο Ιταλίας το 1938 με προπονητή τον Ροζέτα. Τότε αγωνίζονταν στην άμυνα ο Αλφρέντο Φόνι (ο οποίος αργότερα, ως προπονητής της Ίντερ, θα γοητευόταν από τον Νίκο Πεντζαρόπουλο) και ο Πιέτρο Ράβα.

Με τη φανέλα της Γιουβέντους, με την οποία κατέκτησε τέσσερα διαδοχικά πρωταθλήματα Ιταλίας (πηγή: Wikimedia Commons).
Ο Μόντι κρέμασε τα παπούτσια του το 1939, είχε σταματήσει όμως να παίζει στην Εθνική Ιταλίας από το 1936. Η ειρωνεία, μάλιστα, είναι ότι αρχή του τέλους αποτέλεσε ένας τραυματισμός στον αγώνα με την Αγγλία στις 14 Νοεμβρίου 1934. Ο παίκτης που ήταν φόβος και τρόμος των αντιπάλων έσπασε το πόδι του μόλις στο δεύτερο λεπτό, σε μία διεκδίκηση της μπάλας με τον Τεντ Ντρέικ. Προσπάθησε να συνεχίσει για μερικά λεπτά, μέχρι που κατάλαβε ότι αυτό ήταν αδύνατο. Η απουσία του στοίχισε στους «ατζούρι» την ήττα με 3-2 σ’ ένα ματς που έχει μείνει στην ιστορία ως «Η Μάχη του Χάιμπουρι», λόγω της υπέρμετρης σκληρότητας και των δύο ομάδων.
Με το που σταμάτησε το ποδόσφαιρο ο Μόντι έγινε προπονητής στην Τριεστίνα. Πέρασε και από την τεχνική ηγεσία της Γιουβέντους (1942) και στη συνέχεια καθοδήγησε τις Βαρέζε, Αταλάντα και Βιτζεβάνο. Το 1947 επέστρεψε στην Αργεντινή και ανέλαβε την Ουρακάν, την πρώτη ομάδα στην οποία αγωνίστηκε και με την οποία είχε στεφθεί πρωταθλητής το 1921. Όμως, αποχώρησε έναν χρόνο αργότερα ύστερα από μία διαφωνία με μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Εγκατέλειψε οριστικά την προπονητική το 1950 ύστερα από μια θητεία στην Πίζα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο πατρικό του σπίτι στην πόλη Εσκομπάρ Παρτίδο, όπου και πέθανε από ανακοπή καρδιάς στις 9 Σεπτεμβρίου 1983. Θα μνημονεύεται, ωστόσο, στα βάθη των αιώνων τόσο για το δυναμικό και συχνά σκληρό παιχνίδι του όσο και για το μοναδικό κατόρθωμα της συμμετοχής σε δύο τελικούς Μουντιάλ με δύο διαφορετικά εθνόσημα.
Πηγές: Jonathan Wilson: «Angels With Dirty Faces: The Footballing History of Argentina» (Orion 2016 – Kindle edition), www.fifamuseum.com («The Legendary Luis Monti»), www.elgrafico.com («Luis Monti, el León Azul»), thesefootballtimes.co (The story of Luis Monti, the only man to have played in World Cup finals for two different nations»), www.theguardian.com («Luis Monti: the man who played in two World Cup finals for two countries»), en.wikipedia.org («Luis Monti», «1930 FIFA World Cup», «1934 FIFA World Cup», «1927 South American Championship»), transfermarkt.com («Luis Monti»).
Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 10 Ιουνίου
2023: Η Μάντσεστερ Σίτι κατακτά το Champions League για πρώτη φορά στην ιστορία της. Με γκολ του Ρόδρι στο 68′ νικά 1-0 στον τελικό την Ίντερ και ολοκληρώνει το treble, μια και είχε ήδη κατακτήσει και το πρωτάθλημα και το Κύπελλο Αγγλίας.
2018: Πεθαίνει σε ηλικία 88 ετών ο Παύλος Γιαννακόπουλος, ιδρυτής, πρόεδρος της ΒΙΑΝΕΞ, πρόεδρος επί μία δεκαετία του ερασιτέχνη Παναθηναϊκού και διοικητικός ηγέτης της ομάδας μπάσκετ του συλλόγου. Επί της προεδρίας του ο Παναθηναϊκός αναδείχθηκε έξι φορές πρωταθλητής Ευρώπης, 13 φορές πρωταθλητής Ελλάδας και 9 φορές Κυπελλούχος Ελλάδας.
2010: Πεθαίνει σε ηλικία 79 ετών ο παλαίμαχος μπασκετμπολίστας, Γιάννης Σπανουδάκης. Μαζί με τον αδερφό του Αλέκο είχαν πρωτοστατήσει στην δημιουργία της ομάδας μπάσκετ του Ολυμπιακού και πρωταγωνίστησαν στα δύο πρώτα πρωταθλήματα που κατέκτησε ο σύλλογος το 1949 και το 1960. Είχε 39 συμμετοχές με την Εθνική Ελλάδας.
2009: Πεθαίνει σε ηλικία 71 ετών ο Στέλιος Σκευοφύλαξ, βασικό στέλεχος της μεσαίας γραμμής της ΑΕΚ από το 1961 μέχρι και το 1972, με συμβολή στην κατάκτηση τριών πρωταθλημάτων Α’ Εθνικής (1963, 1968, 1971). Ήταν 11 φορές διεθνής, ενώ αγωνίστηκε και στον Ατρόμητο Αθηνών.
2008: Ο Νταβίδ Βίγια γίνεται ο πρώτος Ισπανός ποδοσφαιριστής που σημειώνει χατ-τρικ σε αγώνα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, στη νίκη της ομάδας του επί της Ρωσίας με 4-1. Το χατ τρικ του Βίγια είναι μόλις το όγδοο στην ιστορία του Euro.
2006: Η Βελγίδα Ζιστίν Ενάν-Αρντέν κερδίζει το τρίτο της τίτλο στο Ρολάν Γκαρός νικώντας με 2-0 τη Ρωσίδα Σβετλάνα Κουζνέτσοβα (6-4, 6-4). Παράλληλα, η πρώτη τενίστρια που κερδίζει τον τίτλο χωρίς να χάσει ούτε ένα σετ μετά την Αράντσα Σάντσεθ το 1994 και η πρώτη γυναίκα που κερδίζει διαδοχικούς τίτλους στο Ρολάν Γκαρός μετά τη Στέφι Γκραφ (1995 και 1996).
2004: Στη γενική συνέλευση του Εθνικού Πειραιώς που λαμβάνει χώρα στο ξενοδοχείο Cavo d’oro, εκατοντάδες φίλαθλοι και μέλη του ερασιτέχνη δέχονται παμψηφεί την πρόταση του Νίκου Πηρούνια για συγχώνευση με τον ΑΟ Μάνης, ο οποίος έχει μόλις κερδίσει την άνοδο στη Γ’ Εθνική. Η νέα ΠΑΕ θα ονομάζεται επίσημα Εθνικός Ο.Φ.Π.Φ-ΑΟ Μάνης και θα επιβιώσει μέχρι το 2011. Το ποδοσφαιρικό τμήμα θα επιστρέψει στο μητρικό σωματείο του Εθνικού το 2015.
2000: Η Μέρι Πιρς γίνεται η πρώτη Γαλλίδα που κατακτά το Ρολάν Γκαρός ύστερα από τη Φρανσουάζ Ντιρ το 1967. Στον τελικό νικά με 2-0 (6-2, 7-5) την Ισπανίδα Κοντσίτα Μαρτίνεθ.
1998: H Βραζιλία νικά με 2-1 τη Σκωτία στην πρεμιέρα του 16ου Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Γαλλία, χάρη σε αυτογκόλ του Τομ Μπόιντ στο 74ο λεπτό.
1993: Ο Διονύσης Λιβέρης κερδίζει το ασημένιο μετάλλιο στο Πιστόλι Ακριβείας στους Μεσογειακούς Αγώνες που διεξάγονται στην πόλη Λανγκεντόκ-Ρουσιγιόν της Γαλλίας. Γίνεται έτσι ο μόνος Έλληνας με δύο μεσογειακά μετάλλια στη σκοποβολή, αφού είχε κατακτήσει το χάλκινο στο αεροβόλο πιστόλι το 1991 στην Αθήνα.
1990: Η Δυτική Γερμανία αρχίζει τις υποχρεώσεις της στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας με θρίαμβο 4-1 επί της Γιουγκοσλαβίας. Δύο γκολ πετυχαίνει ο Λόταρ Ματέους κι από ένα οι Γιούργκεν Κλίνσμαν και Ρούντι Φέλερ.
1989: Η Αράντσα Σάντσεθ γίνεται η πρώτη Ισπανίδα που κερδίζει το Ρολάν Γκαρός χάρη στη νίκη της επί της Στέφι Γκραφ με 2-1 (7-6, 3-6, 7-5). Παράλληλα δίνει τέλος και στο σερί νικών της Γκραφ στα τουρνουά γκραν σλαμ που είχε αρχίσει από το US Open του 1987.
1987: Η Εθνική Ελλάδας προκρίνεται στους «4» του Ευρωμπάσκετ, χάρη στη νίκη της με 90-78 επί της Ιταλίας, από την οποία μετρούσε μόνο ήττες μέχρι εκείνη τη μέρα. Πρώτος σκόρερ με 38 πόντους είναι ξανά ο Νίκος Γκάλης, ο οποίος εντυπωσιάζει και με τη δήλωση «είναι η μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας μας, μέχρι την επόμενη».
1984: Ο Τσεχοσλοβάκος Ιβάν Λεντλ κατακτά τον πρώτο του γκραν σλαμ τίτλο, το Ρολάν Γκαρός, νικώντας σε έναν από τους πιο συγκλονιστικούς τελικούς όλων των εποχών τον Αμερικανό, Τζον ΜακΕνρο με 3-2 (3-6, 2-6, 6-4, 7-5, 7-5).
1978: Με δύο γκολ του Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ η Πολωνία του Γιάτσεκ Γκμοχ νικά με 3-1 το Μεξικό και τερματίζει πρώτη στον 2ο Όμιλο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, πάνω από την παγκόσμια πρωταθλήτρια Δυτική Γερμανία που μένει στο 0-0 με την Τυνησία. Την ίδια ημέρα η Ιταλία νικά 1-0 τη γηπεδούχο Αργεντινή με γκολ του Ρομπέρτο Μπέτεγκα και τερματίζει πρώτη στον 1ο Όμιλο, ενώ η Γαλλία νικά 3-1 την Ουγγαρία στη Μαρ ντε Πλάτα με τους παίκτες της να αγωνίζονται με δανεικές φανέλες από τον τοπικό σύλλογο Ατλέτικο Κίμπερλεϊ.
1967: Ο Ολυμπιακός του Μάρτον Μπούκοβι εξασφαλίζει μαθηματικά τον τίτλο στην Α’ Εθνική για δεύτερη διαδοχική σεζόν χάρη στο εντός έδρας 1-1 κόντρα στην ΑΕΚ που διατηρεί τη μεταξύ τους διαφορά στους τέσσερις βαθμούς, μία αγωνιστική πριν το τέλος.
1959: Η Δόξα Δράμας προκρίνεται στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας για τρίτη φορά μέσα σε μια εξαετία, νικώντας με 2-1 τον Πανιώνιο στον ημιτελικό που διεξάγεται στο γήπεδό της.
1956: Αρχίζουν στη Στοκχόλμη τα αγωνίσματα της ιππασίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Μελβούρνης, μια και οι Αυστραλοί διοργανωτές φοβούνται την πιθανή μετάδοση ασθενειών από τα άλογα των διαγωνιζομένων. Το υπόλοιπο αγωνιστικό πρόγραμμα θα διεξαχθεί στην πόλη της Αυστραλίας από τις 22 Νοεμβρίου έως και τις 8 Δεκεμβρίου.
1954: Ο Κώστας Μουρούζης κάνει ντεμπούτο με την Εθνική ανδρών, στη νίκη επί της Γιουγκοσλαβίας με 90-76 στην Αθήνα. Μέχρι το τέλος της καριέρας του θα καταγράψει συνολικά 25 συμμετοχές με το εθνόσημο και θα πετύχει 242 πόντους.
1944: Ο Τζο Νάξαλ των Σινσινάτι Ρεντς γίνεται ο νεότερος παίκτης που αγωνίζεται στο επαγγελματικό πρωτάθλημα μπέιζμπολ, σε ηλικία 15 ετών και 316 ημερών.
1907: Αρχίζει ο μακρύτερος σε απόσταση αγώνας αυτοκινήτων στον κόσμο, με εκκίνηση από το Πεκίνο και τερματισμό στο Παρίσι. Νικητής θα αναδειχθεί ο Ιταλός πρίγκιπας Σκιπιόνε Μποργκέζε, ο οποίος θα φτάσει στη γαλλική πρωτεύουσα στις 10 Αυγούστου.
1887: Πεθαίνει σε ηλικία 71 ετών ο Ρίτσαρντ Λίντον. Ήταν κατασκευαστής μποτών και παπουτσιών και προμήθευε την πόλη Ράγκμπι, την γενέτειρα του αθλήματος που πήρε την ονομασία της. Θεωρείται ο εφευρέτης της πρώτης μπάλας ποδοσφαίρου από ελαστική φούσκα, το 1851, που αντικατέστησε την μπάλα από κύστη γουρουνιού.
1829: Στις 19:56 δίνεται στον ποταμό Τάμεση η εκκίνηση του 1ου Κωπηλατικού Αγώνα μεταξύ των πανεπιστημίων του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης, που θα βρει νικήτρια την οκτάκωπο της δεύτερης. Ο αγώνας θα επαναληφθεί το 1836 και από το 1856 διεξάγεται ανελλιπώς κάθε χρόνο, με εξαίρεση τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους και το 2020, λόγω της πανδημίας του Covid-19.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
- Ολυμπιακός Μεταγραφές: Τι ισχύει με τον Καντσελιέρι
- Παναθηναϊκός: Τι γίνεται με τους επιθετικούς και ποιοι θα φύγουν
- ΠΑΟΚ: Πώς έχει η κατάσταση με τον Λουτσέσκου και το μέλλον του
- Αθλητικές μεταδόσεις: Που θα δείτε το Game 4 Παναθηναϊκός AKTOR - Ολυμπιακός και το Ολυμπιακός - Ματαρό
- «Ελευθέριος Βενιζέλος»: Καθυστερήσεις στις πτήσεις σήμερα και αύριο, λόγω προγραμματισμένων ελέγχων από ΥΠΑ
