Σαν Σήμερα - Μαρκ Σπιτς: Πώς το μουστάκι του έπαιξε ρόλο στα επτά χρυσά μετάλλια που κέρδισε στο Μόναχο

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1972 ο Μαρκ Σπιτς ολοκλήρωσε το έπος της κατάκτησης επτά χρυσών μεταλλίων στην κολύμβηση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου. Το παράδοξο, όμως, είναι ότι είχε αποκτήσει ψυχολογικό πλεονέκτημα χάρη… στο μουστάκι του.

Το πρώτο πράγμα που συγκρατεί κανείς βλέποντας φωτογραφίες του Μαρκ Σπιτς από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου είναι το χαρακτηριστικό μουστάκι του.

Σε μια εποχή που είναι πλέον επιβεβλημένη η άποψη ότι ο κολυμβητής πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερες τρίχες στο σώμα του, ώστε να πλέει πιο γρήγορα προς τον τερματισμό, ο θρυλικός Αμερικανός που ολοκλήρωσε στις 4 Σεπτεμβρίου 1972 το έπος της κατάκτησης επτά χρυσών ολυμπιακών μεταλλίων με ισάριθμα παγκόσμια ρεκόρ, έκανε το ακριβώς αντίθετο.

Για την ακρίβεια αξιοποίησε κιόλας το μουστάκι για να παίξει mind games με τους αντιπάλους του, οι οποίοι απέμειναν να αναρωτιούνται αν όντως τον βοηθούσε να κολυμπάει πιο γρήγορα, όπως τους είχε πει για να διασκεδάσει μαζί τους.

Δεν ήταν κάτι που συνέβη σκόπιμα. Όπως έχει δηλώσει ο Σπιτς σε συνέντευξή του στην επίσημη ιστοσελίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, είχε αφήσει να αναπτυχθεί η τριχοφυΐα του άνω χείλους του στις αρχές εκείνου του καλοκαιριού απλά… για την πλάκα του. Είχε αποφασίσει, μάλιστα, να ξυριστεί την παραμονή της έναρξης των «τράιαλς» των ΗΠΑ στο Σικάγο, όταν συνειδητοποίησε ότι πολλοί συναθλητές του στην πισίνα το είχαν αναγάγει σε μείζον θέμα συζήτησης!

«Μου φάνηκε κάπως παράλογο κι έτσι το κράτησα. Δεν ένιωσα να με εμποδίζει καθόλου στο κολύμπι και, κατά κάποιον τρόπο, ο ντόρος που προκάλεσε ήταν αρκετός για να αποσπάσει την προσοχή των ανταγωνιστών μου και να μου δώσει πλεονέκτημα», ήταν τα λόγια του.

Το τρολάρισμα στους Σοβιετικούς

Ο Σπιτς είχε αποφασίσει και πάλι να ξυρίσει το μουστάκι την παραμονή της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Άλλαξε, όμως, και πάλι γνώμη όταν διαπίστωσε πόσο μεγάλη εντύπωση είχε προκαλέσει στα μέλη της αποστολής της Σοβιετικής Ένωσης.

Σε μια προσπάθειά του να προσαρμοστεί στον φωτισμό που θα επικρατούσε στο κλειστό κολυμβητήριο κατά τις απογευματινές ώρες που θα διεξάγονταν οι τελικοί, ο 22χρονος τότε Αμερικανός πήγε στην πισίνα όπου προπονούνταν οι Σοβιετικοί και ζήτησε ευγενικά να του παραχωρήσουν έναν διάδρομο για δέκα λεπτά. Εκείνοι δέχθηκαν, μια και το θεώρησαν ως μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να τον «κατασκοπεύσουν».

Ο Σπιτς κατάλαβε ότι οι Σοβιετικοί προπονητές είχαν εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια της εξάσκησής του στο ύπτιο. Λίγο αργότερα παρατήρησε ότι τον παρακολουθούσαν και τον φωτογράφιζαν κιόλας από τα υποβρύχια φινιστρίνια στα πλαϊνά τμήματα της πισίνας, γι’ αυτό και προσπάθησε να τους παραπλανήσει με μία εσκεμμένα αδέξια περιστροφή, την οποία αργότερα παρουσίασε ως αληθινό κομμάτι της αγωνιστικής του ρουτίνας.

Ο Αμερικανός, όμως, πήγε το τρολάρισμα σε άλλο επίπεδο όταν οι Σοβιετικοί τον ρώτησαν αν το μουστάκι τον εμπόδιζε στην κολύμβηση κι αν σκόπευε να το ξυρίσει. «Όχι δεν πρόκειται να το ξυρίσω», απάντησε μόλις συνειδητοποίησε πόσο «έπαιζε» στο μυαλό των αντιπάλων του η ιδέα. Και χωρίς πολλή σκέψη πρόσθεσε: «Το μουστάκι απομακρύνει το νερό μακριά από το στόμα μου και μου επιτρέπει να εκτελώ πιο ομαλά τις χεριές μου. Χάρη σ’ αυτό κολυμπάω πιο γρήγορα και κατάφερα να καταρρίψω μερικά παγκόσμια ρεκόρ τον προηγούμενο μήνα».

Δεν ήταν αλήθεια φυσικά όλα αυτά, όμως το κόλπο δούλεψε. Ο Σπιτς έκανε την αρχή στις 28 Αυγούστου 1972 κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στα 200 μέτρα πεταλούδα και κάθε μέρα που ακολουθούσε πρόσθετε κι άλλες νίκες στη συλλογή του. Έφτασε τελικά στον μυθικό αριθμό των επτά χρυσών στις 4 Σεπτεμβρίου 1972, στη σκυταλοδρομία 4×100 μικτής, όταν κολύμπησε το σκέλος της πεταλούδας και βοήθησε την ομάδα των ΗΠΑ να νικήσει άνετα με 3:48.16.

Προσποιούνταν τον τραυματία

Η αλήθεια είναι ότι οι Σοβιετικοί που «ψάρωσαν» με το παραμύθι για το μουστάκι δεν ήταν οι πιο σοβαροί αντίπαλοι του Σπιτς στη διοργάνωση του Μονάχου. Με εξαίρεση τον Βλαντίμιρ Μπούρε που τερμάτισε τρίτος στα 100 μέτρα ελεύθερο και ηγήθηκε και της ομάδας 4×100 ελεύθερο που κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο, οι υπόλοιποι δεν βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο. Μόνο οι συμπατριώτες ήταν θεωρητικά ικανοί να τον κοντράρουν.

Η όλη ιστορία, όμως, δημιούργησε τέτοιο μύθο ώστε μερικούς μήνες μετά τους Ολυμπιακούς, αρκετοί Σοβιετικοί κολυμβητές εμφανίστηκαν σε αγώνες με μουστάκια και άργησαν πολύ να μάθουν ότι ο Σπιτς τους είχε κοροϊδέψει! Κι αυτό δεν ήταν το μοναδικό mind game που είχε επιστρατεύσει εκείνες τις μέρες ο Αμερικανός κολυμβητής για να μπει στο μυαλό των αντιπάλων του. Στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των αγώνων προσποιούνταν ότι ένιωθε πόνους στην ωμοπλάτη, δίνοντας φρούδες ελπίδες στους ανταγωνιστές του, που συνειδητοποιούσαν ότι είχαν πέσει θύματα πλάνης αφού τον είχαν δει να τους αφήνει πολλές χεριές πίσω του στην πισίνα.

Ο Σοβιετικός Βλαντίμιρ Μπούρε (αριστερά) πανηγυρίζει την τρίτη θέση στον τελικό των 100 μέτρων ελεύθερο, ενώ ο Σπιτς δείχνει ατάραχος και μάλλον… απορημένος με τον χρόνο που σημείωσε (πηγή: Wikimedia Commons).

Κόλπο ήταν και η φήμη που είχε αφήσει να αιωρείται πριν από τη διεξαγωγή των προκριματικών στα 100 μέτρα ελεύθερο, στις 2 Σεπτεμβρίου, ότι δήθεν σκεφτόταν να μην κατέβει να αγωνιστεί για να μη χάσει το απόλυτο στα χρυσά. Κάτι που φυσικά δεν μπορούσε να έχει βάση, μια και η έκτη νίκη ήταν αυτή που χρειαζόταν για να βελτιώσει το ρεκόρ που κατείχαν (με πέντε χρυσά έκαστος) ο Φινλανδός δρομέας Πάαβο Νούρμι από το 1924 κι ο Ιταλός ξιφομάχος Νέντο Νάντι από το 1920.

O τελικός του συγκεκριμένου αγωνίσματος αποδείχθηκε ο πιο δύσκολος για τον Σπιτς, ο οποίος νίκησε τον συμπατριώτη του Τζέρι Χαϊντενράιχ με μικρή σχετικά διαφορά (51:22 έναντι 51.65, ενώ ο Μπούρε έκανε 51.77). Αντίθετα, στις νίκες στην πεταλούδα (στιλ στο οποίο ήταν ασυναγώνιστος), οι διαφορές υπερέβαιναν το ένα δευτερόλεπτο: στα 100 μέτρα ο χρόνος του ήταν 54.27 έναντι 55.56 του Καναδού Μπρους Ρόμπερτσον και στα 200 μέτρα 2:00.70 έναντι 2:02.86 του συμπατριώτη του και συγκάτοικού του στο Ολυμπιακό Χωριό, Γκάρι Χολ. Ακόμα πιο εύκολα ήρθε το χρυσό στα 4×200 ελεύθερο (με 7:35.78 έναντι 7:41.69 της Δυτικής Γερμανίας).

Η συμπεριφορά προς τον Τζέντερ

Ο Σπιτς επιζητούσε τη νίκη με κάθε τρόπο και αδιαφορούσε για τυχόν αρνητικά σχόλια του κόσμου για τον χαρακτήρα του. Ενδεικτικό είναι αυτό που συνέβη όταν ο συμπατριώτης του, Στιβ Τζέντερ, ο βασικός ανταγωνιστής του στα 200 ελεύθερο, αντιμετώπισε ένα πνευμονολογικό πρόβλημα μία εβδομάδα πριν από τη διεξαγωγή του αγωνίσματος στο Μόναχο.

Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το πώς αισθανόταν για την περιπέτεια του συναθλητή του, ο μυστακοφόρος κολυμβητής φέρεται να έδωσε μια εξόχως κυνική απάντηση. «Μπορεί να ακουστεί φρικτό, όμως τώρα δεν χρειάζεται να ανησυχώ γι’ αυτόν»! Ο Τζέντερ, ωστόσο, κατάφερε να αναρρώσει γρήγορα και όχι μόνο πήρε μέρος στο αγώνισμα, αλλά ανησύχησε στ’ αλήθεια τον Σπιτς. Μέχρι τα μισά του τελικού είχε το προβάδισμα, αλλά στη συνέχεια δεν άντεξε τον σκληρό ανταγωνισμό και αρκέστηκε στο ασημένιο μετάλλιο (με 1:53.73 έναντι 1:52.78).

Ο Τζέντερ είχε εκφράσει τον θυμό του για τον μεγάλο αντίπαλό του με το που βγήκε από το νοσοκομείο, όμως μετά τον τελικό ήταν έξαλλος: «Τίποτε δεν θα με ευχαριστούσε περισσότερο απ’ το να τον νικήσω, όμως τώρα ήταν απλά πάνω απ’ τις δυνάμεις μου». Στην απονομή, πάντως, εμφανίστηκε χαμογελαστός για να παραλάβει το μετάλλιό του.

O Τζέντερ και ο Σπιτς χαιρετούν χαμογελαστοί τους φιλάθλους ύστερα από την απονομή των μεταλλίων στα 200 μέτρα ελεύθερο (πηγή: Wikimedia Commons).

Η έπαρση που έβγαζε με τις δηλώσεις και τις πράξεις του δεν ήταν αποτέλεσμα των επιτυχιών του στο Μόναχο. Και το 1968, όταν ήταν μόλις 18 ετών (γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1950 στο Μοντέστο της Καλιφόρνια) και πήγε στην Πόλη του Μεξικού είχε δηλώσει βέβαιος ότι θα σαρώσει τις νίκες. Ήταν ήδη κάτοχος δέκα παγκόσμιων ρεκόρ και προερχόταν από την κατάκτηση πέντε χρυσών μεταλλίων στους Παναμερικανικούς Αγώνες του 1967 και πίστευε ότι θα κατάφερνε το ίδιο και στην παρθενική συμμετοχή του σε Ολυμπιακούς. Όμως, δεν πέτυχε τον στόχο του στα ατομικά αγωνίσματα (ασημένιος στα 100 πεταλούδα και χάλκινος στα 100 ελεύθερο) και κέρδισε χρυσά μόνο στις δύο σκυταλοδρομίες (4×100 και 4×200 ελεύθερο).

Τη φιλοσοφία για τη νίκη με κάθε τρόπο του την είχε εμφυσήσει ο πατέρας του, Άρνολντ Σπιτς, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και είχε περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια με την κακοποιητική μητέρα του. Η μετακόμιση της οικογένειας στη Χονολουλού το 1952 έπαιξε τον ρόλο της ώστε ο Μαρκ να αγαπήσει το υγρό στοιχείο, η μετατροπή του όμως σε κολυμβητή παγκόσμιας κλάσης άρχισε στην ηλικία των εννιά ετών, όταν πλέον ζούσε στο Σακραμέντο και εντάχθηκε στον κολυμβητικό σύλλογο Arden Hills, επικεφαλής προπονητής του οποίου ήταν ο περίφημος Σερμ Τσάβουρ.

Σταμάτησε μετά το Μόναχο

Η νίκη με την ομάδα σκυταλοδρομίας 4×100 μικτής σαν σήμερα το 1972 ήταν και η τελευταία εμφάνιση του Σπιτς στις πισίνες. Έφυγε από το Μόναχο φυγαδευμένος από τη γερμανική αστυνομία στις 5 Σεπτεμβρίου όταν οι Παλαιστίνιοι τρομοκράτες εισέβαλαν στα δωμάτια των Ισραηλινών αθλητών (ο Αμερικανός κολυμβητής ήταν κι αυτός εβραϊκής καταγωγής) και μόλις επέστρεψε στην πατρίδα του αποφάσισε να εγκαταλείψει τον αθλητισμό.

Ήταν μόλις 22 χρόνων, όμως δεν είχε τίποτε άλλο να αποδείξει. Το σημαντικότερο, ωστόσο, ήταν ότι έπρεπε να βγάζει μόνος του τα προς το ζην. Η κολύμβηση ήταν τότε αυστηρά ερασιτεχνική και ο επτάκις χρυσός ολυμπιονίκης ήξερε ότι αν ήθελε να αξιοποιήσει εμπορικά τη φήμη του θα έπρεπε να σταματήσει τον αθλητισμό. Αυτό έκανε καταφέρνοντας να βγάλει εκατομμύρια δολάρια μέσω της συμμετοχής του σε διαφημίσεις, τα οποία αργότερα επένδυσε ιδρύοντας δική του εταιρεία real estate με έδρα το Μπέβερλι Χιλς.

Ο Μαρκ Σπιτς με τη Γιάννα Δασκαλάκη-Αγγελόπουλου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας (πηγή: EUROKINISSI)

Το 1991, όταν είχαν πλέον πάψει να ισχύουν οι περιορισμοί για τους επαγγελματίες, ο Σπιτς έκανε μια απόπειρα να επανέλθει σε ανταγωνιστικό επίπεδο στα 100 μέτρα πεταλούδα και να διεκδικήσει την πρόκριση στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης. Είχε μάλιστα χρηματικό κίνητρο, μια και ο κινηματογραφικός παραγωγός Μπαντ Γκρινσπαν που θα κατέγραφε την προσπάθειά του με σκοπό να την κυκλοφορήσει σε ντοκιμαντέρ, του είχε τάξει πριμ ενός εκατομμυρίου δολαρίων αν τα κατάφερνε. Το γεγονός ότι στα 41 του κατέγραψε χρόνους μόνο δύο δευτερόλεπτα πιο αργούς από αυτούς που έδωσαν τελικά την πρόκριση (ο ίδιος δεν έφτασε μέχρι τα «τράιαλς»), συνιστά μάλλον κομπλιμέντο για έναν από τους μεγαλύτερους κολυμβητές όλων των εποχών.

Το 2004 ήταν ένας από τους πολλούς επίσημους προσκεκλημένων των Ολυμπιακών της Αθήνας, όπου Μάικλ Φελπς έκανε την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα να καταρρίψει το ρεκόρ του (κέρδισε τελικά έξι χρυσά και δύο χάλκινα μετάλλια). Απουσίαζε όμως από τους αγώνες του 2008 στο Πεκίνο, όταν ο συμπατριώτης του εκπλήρωσε τον στόχο κατακτώντας οκτώ χρυσά. Ο Σπιτς δήλωσε χαρούμενος για τον Φελπς – όπως κι ότι θα ήθελε να του είχε απονείμει εκείνος το όγδοο μετάλλιο – όμως οι διοργανωτές και η ΔΟΕ είχαν παραλείψει να τον προσκαλέσουν.

Πηγές: www.olympics.com («Snapped: Mark Spitz on his remarkable seven-in-seven at Munich 1972»), www.theguardian.com («50 stunning Olympic moments No37: Mark Spitz wins seven swimming golds»), www.nbcsports.com («Mark Spitz puts Michael Phelps’ career in perspective»), www.markspitzusa.com («Mark Spitz»), en.wikipedia.org («Swimming at the 1972 Summer Olympics», «Mark Spitz»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 5 Σεπτεμβρίου

2022: Η Ευαγγελία Φράγκου και η Χριστίνα Μπούρμπου με χρόνο 7:36.99 κατακτούν το χρυσό μετάλλιο στο διπλό σκιφ στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κωπηλασίας Κ23 που διεξάγεται στο Χαζεβίνγκελ του Βελγίου. Χρυσό μετάλλιο κερδίζει και ο Πέτρος Γκαϊδατζής στο σκιφ ελαφρών βαρών των ανδρών, ενώ η Ευαγγελία Αναστασιάδου τερματίζει δεύτερη με 7:59.68 στην ίδια κατηγορία των γυναικών πίσω από την Τουρκάλα, Ελις Οζμπάι.

2022: Ο Βασίλης Σοφικίτης κατακτά το χάλκινο μετάλλιο στα 400 μέτρα μικτής ατομικής, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων-Νεανίδων στο Περού με νέο ατομικό ρεκόρ (4:19.60).

2020: Πεθαίνει σε ηλικία 73 ετών ο Ξανθιώτης βετεράνος ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ, Μπάμπης Τσιλιγγιρίδης.

2018: Η Άννα Κορακάκη κατακτά το χρυσό μετάλλιο στο αεροβόλο πιστόλι 10 μ. στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα σκοποβολής που διεξάγεται στην Τσανγκγουόν της Νοτίου Κορέας.

2012: Η εθνική ομάδα BC3 του μπότσια, αποτελούμενη από τους Γρηγόρη Πολυχρονίδη, Νίκο Πανανό και Ελένη Κορδαλή, χαρίζει στην Ελλάδα το πρώτο της χρυσό μετάλλιο στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, χάρη στη νίκη της επί της Πορτογαλίας στον τελικό (4-1). Την ίδια μέρα κατακτούν ασημένιο μετάλλιο ο Πασχάλης Σταθελάκος (στη δισκοβολία F40) και το χάλκινο ο Παύλος Μάμαλος (στα 90 κ. της άρσης βαρών σε πάγκο).

2010: Ο Δημήτρης Διαμαντίδης ανακοινώνει την απόσυρσή του από την Εθνική Ελλάδας, ύστερα από την ήττα με 80-72 από την Ισπανία που κοστίζει τον αποκλεισμό απ’ τη συνέχεια του Μουντομπάσκετ της Τουρκίας. Ο τελικός απολογισμός του είναι 126 συμμετοχές και 766 πόντοι.

2008: Ο Πανιώνιος ανακοινώσει την απόκτηση του διεθνή Ουρουγουανού μεσοεπιθετικού, Άλβαρο Ρεκόμπα, ο οποίος συμφωνεί για διετές συμβόλαιο με αποδοχές που φτάνουν το 1,2 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

2006: Πεθαίνει σε ηλικία 64 ετών ο παλαίμαχος Ιταλός αριστερός μπακ, Τζιατσίντο Φακέτι, βασικό στέλεχος της μεγάλης Ίντερ του Ελένιο Ερέρα και αρχηγός της Εθνικής Ιταλίας.

2004: Πεθαίνει στο Μέμφις χτυπημένος από λευχαιμία ο 32χρονος μπασκετμπολίστας Αλφόνσο Φορντ. Το 1996 είχε πρωτοέρθει στην Ελλάδα για λογαριασμό του Παπάγου, αργότερα πέρασε από τον Σπόρτινγκ και κατόπιν διέπρεψε και στην Ευρωλίγκα με τις φανέλες του Περιστερίου και του Ολυμπιακού. Η Euroleague έχει τιμήσει τη μνήμη του δίνοντας το όνομά του στο έπαθλο για τον πρώτο σκόρερ κάθε σεζόν.

2004: Στον πρώτο της επίσημο αγώνα μετά την κατάκτηση του Euro 2004, η Εθνική Ελλάδας γνωρίζει ήττα-σοκ από την Αλβανία στα Τίρανα (2-1), για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006.

2002: Η Αργεντινή με τους Τζινόμπιλι, Σκόλα και Σκονοκίνι νικά τις ΗΠΑ 87-80 στον τελευταίο αγώνα της Β’ φάσης του Μουντομπάσκετ που διεξάγεται στην Ιντιανάπολις. Πρόκειται για την πρώτη ήττα που γνωρίζουν οι Αμερικανοί από το 1992 που στελεχώνουν την ομάδα τους με επαγγελματίες του ΝΒΑ (είχαν 58 σερί νίκες).

1998: Ο Λάρι Πέιτζ και ο Σεγκέι Μπριν, μεταπτυχιακοί φοιτητές στο πανεπιστήμιο του Stanford στην Καλιφόρνια, ιδρύουν την Google δανειζόμενοι το όνομα από τη λέξη «googol», τον αριθμό ένα ακολουθούμενο από εκατό μηδενικά.

1994: Η 16χρονη Κινέζα Φου Μινγκσιά κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στις καταδύσεις από βατήρα 10 μ. στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Υγρού Στίβου της Ρώμης και γίνεται η πρώτη γυναίκα που υπερασπίζεται τον τίτλο της στο αγώνισμα.

1992: Στον 115ο και τελευταίο αγώνα του για το US Open, ο 40χρονος Τζίμι Κόνορς ηττάται στον δεύτερο γύρο από τον Ιβάν Λεντλ με 3-1 σετ (3-6, 6-3, 6-2, 6-0).

1990: Ο Στιβ Μπρους της Mάντεστερ Γιουνάιτεντ γίνεται ο πρώτος παίκτης της Α’ Κατηγορίας Αγγλίας που αποβάλλεται με βάση το νέο κανονισμό του «επαγγελματικού φάουλ», στον αγώνα εναντίον της Λούτον.

1987: Ο Ανατολικογερμανός Τορστεν Φος κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο δέκαθλο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ρώμης και δίνει τέλος στο σερί νικών του Βρετανού Ντέιλι Τόμσον, ο οποίος μένει στην ένατη θέση. Στο μήκος των γυναικών το χρυσό κατακτά η Αμερικανίδα νικήτρια του επτάθλου, Τζάκι Τζόινερ-Κέρσι, η οποία με 7.36 μ. αφήνει δεύτερη τη Σοβιετική Γελένα Μπελέφσκαγια (7.14 μ.) και τρίτη την Ανατολικογερμανίδα Χάικε Ντρέκσλερ (7.13 μ.).

1985: Ο Σοβιετικός Ίγκορ Πακλίν σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος στο Κόμπε της Ιαπωνίας με 2.41 μ. (2.40 μ. το παλιό του συμπατριώτη του, Ρούντολφ Ποβαρνίτσιν).

1974: Ο Παναθηναϊκός έρχεται σε συμφωνία με τον Στέπαν Μπόμπεκ, προπονητή του στο αήττητο πρωτάθλημα του 1964, για την αντικατάσταση του Φέρεντς Πούσκας με τον οποίο έχει μόλις λύσει τη συνεργασία του ύστερα από τέσσερα χρόνια.

1974: Ο Κύπριος πρωταθλητής των 400 μέτρων με εμπόδια, Σταύρος Τζιωρτζής, καταλαμβάνει την τέταρτη θέση με 49.71 στον τελικό του αγωνίσματος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Ρώμης, που διεξάγεται λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή των Τούρκων στο νησί του. Πρώτος τερματίζει ο Βρετανός Άλαν Πάσκοου (48.82), δεύτερος ο Γάλλος Ζαν-Κλοντ Ναλέ (48.94) και τρίτος ο Σοβιετικός Γεβγκένι Γκαβριλένκο (49.32).

1972: Ο Βαλέρι Μπορζόφ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στα 200 μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου με χρόνο 20.00 και κάνει το νταμπλ στα σπριντ, μια και είχε κερδίσει και τα 100 μ. Ο Σοβιετικός αθλητής αφήνει δεύτερο τον Αμερικανό Λάρι Μπλακ (20.19) και τρίτο τον Ιταλό Πιέτρο Μενέα (20.30). Αίσθηση προκαλεί η 16χρονη Δυτικογερμανίδα Ούλρικε Μάιφαρτ, η οποία κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο ύψος ισοφαρίζοντας το παγκόσμιο ρεκόρ (1.92 μ.), ενώ ο Κενυάτης Κιπ Κέινο επικρατεί στα 3.000 μ. στιπλ με 8:23.64.

1971: Η Αυστριακή Ιλόνα Γκουζενμπάουερ σημειώνει νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο ύψος με 1.92 μ. και καταρρίπτει το παλιό που κατείχε η Ρουμάνα Γιολάντα Μπάλας με 1.91 μ. από το 1961.

1966: Η Ανατολικογερμανίδα χρυσή ολυμπιονίκης του 1964 στα 80 μ. εμπ., Κάριν Μπάλτσερ, κερδίζει το χρυσό μετάλλιο και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης. Στον συγκλονιστικό τελικό νικά στο φώτο φίνις τη Δυτικογερμανίδα, Κάριν Φις, την Πολωνή Ελζμπιέτα Μπέντναρεκ και την έτερη Δυτικογερμανίδα, Ρενάτε Μπαλκ (όλες σημειώνουν χρόνο 10.7). Στα 800 μ. νικήτρια αναδεικνύεται η Γιουγκοσλάβα Βέρα Νίκολιτς με 2:02.8, ενώ στη σκυταλοδρομία 4×100 η Πολωνία κερδίζει το χρυσό με 44.4 χάρη στο εκπληκτικό τελικό σπριντ της Εύα Κουουμπουκόφσκα.

1957: Ο Ολυμπιακός νικά με 1-0 τον Παναθηναϊκό με γκολ του Θέμη Μουστακλή και προκρίνεται στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας όπου τον περιμένει ο Ηρακλής.

1955: Διεξάγεται ο πρώτος αγώνας του νέου θεσμού της ΟΥΕΦΑ, του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης. Η Σπόρτινγκ Λισαβώνας αναδεικνύεται ισόπαλη 3-3 με την Παρτίζαν Βελιγραδίου και ο Ζοάο Μπαπτίστα Μαρτίνς των γηπεδούχων σημειώνει το παρθενικό γκολ στην ιστορία της διοργάνωσης.

1953: Οι Νιου Γιορκ Γιάνκις γίνονται η πρώτη ομάδα στην ιστορία του επαγγελματικού πρωταθλήματος μπέιζμπολ που κατακτά το πρωτάθλημα για πέμπτη διαδοχική χρονιά.

1949: Ο Πάντσο Γκονζάλες και ο Τεντ Σρέντερ παίζουν 67 γκέιμ σε πέντε σετ στον τελικό του US Championship που διαρκεί πέντε ώρες και δεκαπέντε λεπτά. Νικητής αναδεικνύεται ο Γκονζάλες με 3-2 (16-18, 2–6, 6–1, 6–2, 6–4).

1938: Ο Έλληνας πρωταθλητής του τριπλούν Γιάννης Παλαμιώτης καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στον τελικό του αγωνίσματος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Παρισιού. Με άλμα στα 14.70 μ. βελτιώνει το πανελλήνιο ρεκόρ, χάνει όμως για τρία εκατοστά το χάλκινο μετάλλιο από τον Γερμανό, Καρλ Κότρατσεκ. Στα 200 μ. ο Ολλανδός Τίνους Όσενταρπ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο με 21.2, μία ημέρα μετά τον θρίαμβό του στα 100 μ.

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News