Σαν Σήμερα - Βερόνα: Το θαύμα του 1985 δεν ήταν υπόθεση μόνο του Έλκιερ και του Μπρίγκελ

Στις 19 Μαΐου 1985 η Βερόνα πανηγύρισε την κατάκτηση του πρωταθλήματος της Serie A, ολοκληρώνοντας την τελευταία μεγάλη έκπληξη της διοργάνωσης έως και σήμερα. Το σπουδαίο ρόστερ και η κομβική καινοτομία που δυσκόλεψε τους «μεγάλους».

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστό σκηνικό για τον εορτασμό της τελευταίας μεγάλης έκπληξης στην ιστορία της Serie A από το γήπεδο της Βερόνα.

Η πόλη στην οποία εκτυλίχθηκε μία από τις πιο ρομαντικές λογοτεχνικές ιστορίες της εποχής της Αναγέννησης, αυτή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, βίωσε στις 19 Μαΐου 1985 την κορύφωση του απόλυτου ποδοσφαιρικού παραμυθιού – τουλάχιστον για τα ιταλικά δεδομένα. Η Ελλάς Βερόνα, ο παλαιότερος σύλλογός της, πανηγύρισε την κατάκτηση του πρωταθλήματος της Serie A!

Ήταν ένα μικρό θαύμα, η υπόμνηση του οποίου φέρνει ανάμικτα συναισθήματα στους οπαδούς των «τζιαλομπλού» φέτος (2026), που έχει επικυρωθεί από καιρό ο υποβιβασμός στη Serie B. Για τους παλιούς που είχαν ζήσει τη μεγάλη ομάδα Οσβάλντο Μπανιόλι, είναι η έβδομη φορά που πίνουν απ’ αυτό το ποτήρι και η πικρή αίσθηση του είναι πλέον πολύ πιο οικεία στα χείλη τους από τη γλύκα της σαμπάνιας που είχαν ανοίξει οι πρωταθλητές στο στάδιο «Μπεντεγκότι», ύστερα από τη νίκη με 4-2 επί της Αβελίνο σαν σήμερα το 1985.

Πρόκειται και για την τελευταία αναλαμπή της ιταλικής επαρχίας, αφού καμία άλλη ομάδα δεν έχει επαναλάβει το κατόρθωμα εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Ακόμα και η Σαμπντόρια του Βούγιαντιν Μπόσκοφ που στέφθηκε πρωταθλήτρια το 1991, είχε κατακτήσει έναν χρόνο νωρίτερα ευρωπαϊκό τίτλο και, το σημαντικότερο, είχε έδρα σε μία πολύ μεγαλύτερη πόλη, όπως η Γένοβα.

Με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί πλέον στην (ελεύθερη) ποδοσφαιρική αγορά που ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς, η επανάληψη του θαύματος της Βερόνα φαντάζει αδύνατη. Το είδαμε τα τελευταία χρόνια και με την Αταλάντα, για την οποία αποδείχθηκε πιο βατό να κατακτήσει το Europa League, παρά να κοντράρει τα μεγαθήρια της Serie A.

Κι αν απορείτε πώς τα κατάφερε το 1985 η Βερόνα, η απάντηση είναι απλή. Το καθεστώς που ίσχυε στις μεταγραφές των ξένων ποδοσφαιριστών επέτρεπε μεγαλύτερη ισονομία και ευνοούσε τις ομάδες που είχαν έναν κορμό αποτελούμενο από καλούς Ιταλούς παίκτες – έστω κι αν δεν ήταν αυτό που λέμε «πρωτοκλασάτοι». Υπήρξε, όμως, άλλη μία καινοτομία που θέσπισε εκείνη τη σεζόν η ιταλική ομοσπονδία και θεωρείται ότι έπαιξε κομβικό ρόλο ώστε να δημιουργηθούν καλύτερες προϋποθέσεις γι’ αυτό το μικρό θαύμα.

Ξένοι από το… κάτω ράφι

Το πρώτο πράγμα που θυμάται κανείς από την πρωταθλήτρια Βερόνα είναι οι δύο ξένοι παίκτες της. Ο πολυσύνθετος Δυτικογερμανός μεσοαμυντικός Χανς-Πέτερ Μπρίγκελ και ο χαρισματικός Δανός επιθετικός Πρέμπεν Έλκιερ.

«Πώς να μην πάρει πρωτάθλημα με τέτοιους παικταράδες;», έχουμε ακούσει να λένε πολλοί, τώρα που οι αναμνήσεις έχουν ξεθωριάσει και η μνήμη αδυνατεί να συγκρατήσει όλες τις λεπτομέρειες. Έχοντας πλέον εικόνα από την ολοκληρωμένη καριέρα των δύο συγκεκριμένων ποδοσφαιριστών είναι δύσκολο να τους θεωρήσουμε… δεύτερης διαλογής. Τότε όμως ήταν, όπως θα διαπιστώσετε μόλις διαβάσετε τα ονόματα των αλλοδαπών παικτών που ανήκαν στις υπόλοιπες ιταλικές ομάδες στο ξεκίνημα της περιόδου 1984-85.

Η Ίντερ, για παράδειγμα, απέκτησε τον Δυτικογερμανό επιθετικό Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε από την Μπάγερν και τον βιρτουόζο Ιρλανδό μέσο Λίαμ Μπρέιντι από τη Σαμπντόρια. Η Μίλαν, η οποία προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της ύστερα απ’ όσα πέρασε λόγω του σκανδάλου Totonero, προτίμησε τους Άγγλους διεθνείς Μαρκ Χέιτλι και Ρέι Γουίλκινς. Η Φιορεντίνα προκάλεσε αίσθηση με τη μεταγραφή του Βραζιλιάνου Σόκρατες, ενώ το ίδιο πέτυχε και η Τορίνο που απέκτησε τον Ζούνιορ, συμπαίκτη του στη μεγάλη «σελεσάο» του 1982. Η Σαμπντόρια πήρε από τη Λίβερπουλ τον Γκρέαμ Σούνες, ενώ είχε ήδη στη δύναμή της και τον Τρέβορ Φράνσις.

Ο Πρέμπεν Έλκιερ (αριστερά) και ο Χανς-Πέτερ Μπρίγκελ ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό έχοντας ανάμεσά τους τον «πρωτομάστορα» της επιτυχίας της Βερόνα, Οσβάλντο Μπανιόλι (πηγή: Wikimedia Commons).

H ταπεινή Ουντινέζε είχε εντάξει από το 1983 στη δύναμή της τον ηγέτη της Εθνικής Βραζιλίας Ζίκο. Ακόμα και η Νάπολι, η οποία είχε γλιτώσει στο τσακ τον υποβιβασμό τη σεζόν που είχε προηγηθεί, έκανε την έκπληξη αποκτώντας από την Μπαρτσελόνα το νέο «αστέρι» της Εθνικής Αργεντινής, που πολλοί πίστευαν ότι είχε τα προσόντα να εξελιχθεί στον κορυφαίο ποδοσφαιριστή στον κόσμο. Ο λόγος – φυσικά – για τον Ντιέγκο Μαραντόνα.

Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, γιατί ο Έλκιερ που αγωνιζόταν στη βελγική Λόκερεν δεν συγκρινόταν με κάποιον από τους παραπάνω, παρά τις εντυπωσιακές εμφανίσεις που είχε πραγματοποιήσει με τη Δανία στο Euro ’84 (κι ας αστόχησε στο τελευταίο πέναλτι στον ημιτελικό με την Ισπανία). Το ίδιο ίσχυε και για τον Μπρίγκελ, ο οποίος ήταν αθλητής στίβου μέχρι τα 17 του που αφοσιώθηκε πλήρως στο ποδόσφαιρο. Και παρότι ήταν πολύτιμος για την Καϊζερσλάουτερν και την εθνική της πατρίδας του, δεν θεωρούταν ικανός να κάνει τη διαφορά σε μία μικρομεσαία ομάδα. Άλλο που στην πράξη αποδείχθηκε ακριβώς το αντίθετο.

Με Ιταλούς που… περίσσευαν στους «μεγάλους»

Το εκπληκτικό είναι ότι ο Μπανιόλι κατάφερε να φτιάξει μια ομάδα που δεν έπεσε από την κορυφή από την αρχή έως το τέλος του πρωταθλήματος, παρά το γεγονός ότι πολλοί έλεγαν υποτιμητικά ότι το ρόστερ του απάρτιζαν Ιταλοί παίκτες που απλά… περίσσευαν στους «μεγάλους».

Δεν είχαν και πολύ άδικο. Ο Αντόνιο Ντι Τζενάρο, ένα μοντέρνο για την εποχή του δεκάρι, είχε ζήσει τα προηγούμενα χρόνια στη σκιά του Τζιανκάρλο Αντονιόνι στη Φιορεντίνα. Ο ασκεπής εξτρέμ Πιερίνο Φάνα ήταν ρολίστας στη Γιουβέντους και ο τερματοφύλακας Κλαούντιο Γκαρέλα είχε παίξει βασικός μόνο στη Serie B με τη Σαμπντόρια.

Ο λίμπερο Ρομπέρτο Τριτσέλα είχε αποκτηθεί από το 1979 ως αποτυχημένος από την Ίντερ, ομάδα απ’ την οποία είχε περάσει και ο στόπερ Σιλβάνο Φοντολάν, ο οποίος είχε αποκτηθεί το 1983 από την Κόμο. Στην επίθεση, τέλος, παρτενέρ του Έλκιερ ήταν ο βραχύσωμος Τζουζέπε Γκαλντερίζι, ο οποίος είχε θεωρηθεί «λίγος» όσο φορούσε τη φανέλα Γιουβέντους.

Μόνο ο αριστερός μπακ Λουτσιάνο Μαρανγκόν είχε ευπρόσωπη παρουσία στη Βιτσέντζα, τη Νάπολι και τη Ρόμα, όπως και ο χαφ, Ντομένικο Βολπάτι, που είχε δύο γεμάτες σεζόν με την κραταιά Τορίνο των αρχών της δεκαετίας του ’80. Για όλους τους παίκτες, όμως, υπήρχε το ίδιο κίνητρο. Να αποδείξουν την αξία τους στο νέο, ευνοϊκό γι’ αυτούς περιβάλλον.

Με πολλούς από τους παραπάνω παίκτες στη σύνθεσή της και τον Μπανιόλι πάντοτε στον πάγκο, η Βερόνα τερμάτισε τέταρτη στο πρωτάθλημα του 1982-83, την πρώτη σεζόν μετά την επάνοδό της από τη Serie B. Την ίδια χρόνιά έφτασε και στον τελικό του Κυπέλλου, όπου έχασε το τρόπαιο από τη Γιουβέντους με γκολ στο προτελευταίο λεπτό της παράτασης.

Στις λεπτομέρειες έχασε το δεύτερο σε αξία τρόπαιο και το 1983-84 (από τη Ρόμα), οπότε και κατέλαβε την έκτη θέση στη Serie A. Παράλληλα, έκανε το ντεμπούτο και στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ αποκλείοντας με δύο νίκες τον Ερυθρό Αστέρα, προτού της βάλει «φρένο» στον 2ο γύρο η Στουρμ Γκρατς.

Κλήρωση αντί για ορισμός των διαιτητών

Πρόεδρος της Βερόνα ήταν ο Τίνο Γκουιντότι, ένας επιχειρηματίας μεσαίας δυναμικής που διαχειριζόταν την αντιπροσωπεία της αυτοκινητοβιομηχανίας Innocenti στη Μάντοβα. Η διοίκησή του πρόσφερε οικονομική σταθερότητα σε μία εποχή που ο πήχυς των απαιτήσεων δεν ήταν τοποθετημένος τόσο ψηλά όσο στις μέρες μας.

Αγωνιστικά και διοικητικά, λοιπόν, οι βάσεις για το θαύμα υπήρχαν. Χρειαζόταν όμως κάτι ακόμα για να γίνει εφικτό. Η ισονομία. Η καχυποψία για την ευνοϊκή μεταχείριση των μεγάλων συλλόγων από τη διαιτησία δεν είχε κοπάσει, αφού ήταν ακόμα νωπές οι αναμνήσεις από το σκάνδαλο των στημένων αγώνων του 1980, που είχε στοιχίσει τον υποβιβασμό της Μίλαν και της Λάτσιο και τον πολύμηνο αποκλεισμό πολλών πρωτοκλασάτων ποδοσφαιριστών, όπως ο Πάολο Ρόσι.

Η επιτυχία της εθνικής ομάδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 δεν είχε αποκαταστήσει τη φήμη του εγχώριου πρωταθλήματος κι έτσι η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία προχώρησε σε μία καινοτομία για να κατευνάσει τις φωνές διαμαρτυρίας. Αποφάσισε, συγκεκριμένα, οι διαιτητές κάθε αγώνα να προκύπτουν από κλήρωση, αντί να ορίζονται από μία επιτροπή ειδικών (η ακεραιότητα της οποίας είχε αμφισβητηθεί πολλές φορές).

Η Βερόνα δεν ευνοήθηκε από τη διαιτησία στο πρωτάθλημα του 1984-85. Το μέτρο της κλήρωσης, ωστόσο, βοήθησε τους διαιτητές να σφυρίζουν με λιγότερο άγχος, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να υποπίπτουν σε λιγότερα λάθη. Όπως έχουν παρατηρήσει Ιταλοί και ουδέτεροι μελετητές, οι φάσεις στις οποίες ευνοήθηκαν οι «μεγάλοι» εκείνη τη σεζόν ήταν σημαντικά λιγότερες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η επιτυχία των «τζιαλομπλού» προκάλεσε τριγμούς στο κατεστημένο του ιταλικού πρωταθλήματος, το οποίο επιδίωξε και πέτυχε την επαναφορά του ορισμού των διαιτητών από την επόμενη κιόλας διοργάνωση.

Όταν ο Έλκιερ σκόραρε χωρίς παπούτσι

Η δίκαιη αντιμετώπιση από τους διαιτητές αποδείχθηκε πολύτιμη για την ομάδα του Μπανιόλι, η τακτική της οποίας έδινε έμφαση στην ανασταλτική λειτουργία και το παιχνίδι με αντεπιθέσεις, που στηριζόταν στις επινοήσεις του Ντι Τζενάρο και του Φάνα και την ταχύτητα του Έλκιερ και του Γκαλντερίζι.

Το «κλειδί» της επιτυχίας, όμως, ήταν ο ρόλος του «δεκαθλητή» Μπρίγκελ στη μεσαία γραμμή. Πέρα απ’ την επιτήρηση του οργανωτή του αντιπάλου, ο Δυτικογερμανός άσος προωθούταν συχνά στην επίθεση και αξιοποιώντας την αλτικότητα και τη δύναμή του σημείωσε 11 γκολ στο πρωτάθλημα, μόλις δύο λιγότερα από τους δύο βασικούς επιθετικούς (Έλκιερ και Γκαλντερίζι). Χαρακτηριστικό είναι το ματς της πρεμιέρας με τη Νάπολι στο «Μπεντεγκότι» (3-1), όπου άνοιξε το σκορ και περιόρισε αποτελεσματικά τη δράση του Μαραντόνα.

Από την αρχή όλα πήγαιναν καλά για τη Βερόνα, η οποία με το διπλό στο Άσκολι (3-1) και το 0-0 κόντρα στην Ίντερ στο «Μεάτσα» έδειξε ότι είχε τα φόντα να κατακτήσει το «σκουντέτο». Η εντός έδρας νίκη με 2-0 επί της πρωταθλήτριας Γιουβέντους στις 14 Οκτωβρίου 1984 ανέδειξε στο έπακρο και τις δυνατότητες του «θωρηκτού» Έλκιερ, ο οποίος σημείωσε το δεύτερο γκολ σουτάροντας με το δεξί πόδι απ’ το οποίο είχε φύγει στο μεταξύ το παπούτσι του!

H εκτός έδρας νίκη με 2-1 επί της Τορίνο στο ντέρμπι κορυφής της 25ης Νοεμβρίου έφερε τη Βερόνα στο +3 (απ’ την Τορίνο και τη Σαμπντόρια) με το πέρας της 10ης αγωνιστικής και όλοι πλέον πίστευαν στο ακατόρθωτο. Η πρώτη ήττα από την Αβελίνο πέντε εβδομάδες αργότερα δεν πτόησε τους παίκτες του Μπανιόλι, οι οποίοι διατήρησαν το προβάδισμα και με ορισμένες σημαντικές νίκες (όπως το 1-0 επί της Ρόμα και το εκτός έδρας 3-1 επί της Φιορεντίνα τον Μάρτιο) κράτησαν μια διαφορά ασφαλείας μέχρι το τέλος. Ούτε η εντός έδρας ήττα απ’ την Τορίνο (1-2) δημιούργησε πρόβλημα, μια και μείωσε απλώς τη διαφορά από το +6 στο +4.

Ο τίτλος εξασφαλίστηκε μαθηματικά την προτελευταία αγωνιστική, με το εκτός έδρας 1-1 κόντρα στην Αταλάντα και ο τελευταίος αγώνας με την Αβελίνο είχε χαρακτήρα φιέστας. Περισσότεροι από 45.000 θεατές βρέθηκαν στην κερκίδα του «Μπεντεγκότι» στις 19 Μαΐου 1985 για να γιορτάσουν το πρώτο «σκουντέτο» του συλλόγου, ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1903 και δεν τους είχε επιτρέψει να ονειρευτούν ποτέ μέχρι τότε τέτοια μεγαλεία.

Aπότομη προσγείωση στην πραγματικότητα

Η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν σκληρή για τη Βερόνα. Η επαναφορά του συστήματος του ορισμού των διαιτητών αποκατέστησε την καθεστηκυία τάξη στη Serie A και επανέφερε την καχυποψία στις τάξεις των «αδύναμων».

Το μεγάλο χτύπημα, όμως, ήρθε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Αφού απέκλεισε στον 1ο γύρο τον ΠΑΟΚ με δύο νίκες (3-1 και 2-1 με τον Έλκιερ να σημειώνει τέσσερα γκολ συνολικά), η ομάδα του Μπανιόλι κληρώθηκε να αντιμετωπίσει την κάτοχο του τίτλου, που δεν ήταν άλλη από τη Γιουβέντους. Οι «τζιαλομπλού» απέτυχαν να κερδίσουν το πρώτο ματς στην έδρα τους (0-0) και υποτάχθηκαν στη ρεβάνς του Κομουνάλε με 2-0, έχοντας όμως πολλά παράπονα από τη διαιτησία του Γάλλου Ρομπέρ Βουρτζ.

Οι αλλαγές στα ρόστερ των ομάδων δεν ήταν πολλές, μια και η ιταλική ομοσπονδία είχε απαγορεύσει τις μεταγραφές ξένων για μία τριετία (γι’ αυτό όλοι είχαν σπεύσει να πάρουν μεγάλα ονόματα το καλοκαίρι του 1984). Η Βερόνα, όμως, δεν μπόρεσε να έχει καλή παρουσία στο πρωτάθλημα του 1985-86, όπου τερμάτισε δέκατη και παρότι συνήλθε τη σεζόν που ακολούθησε, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση που της έδωσε ευρωπαϊκό εισιτήριο, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την παρακμή. Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε και η σταδιακή αποχώρηση των βασικών στελεχών έφεραν τον υποβιβασμό το 1990.

Οι μέρες του 1985 δύσκολα θα αναβιώσουν για τους «τζιαλομπλού», οι οποίοι έχουν τουλάχιστον να υπερηφανεύονται για εκείνο το «σκουντέτο», που μοιάζει με την τελευταία ανάμνηση της ρομαντικής εποχής του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Πηγές: thefalse.com («Serie A’s Last Outsiders Part 1: Hellas Verona, 1984/1985»), thesefootballtimes.co («How Verona defied the odds – and the unwritten rules – to lift the Scudetto in 1985»), nuovacronaca.it («Guidotti, il mantovano che vinse a Verona»), en.wikipedia.org («1984-85 Hellas Verona season», «Hans-Peter Briegel», «Antonio Di Gennaro»).

Άλλα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο στις 19 Μαΐου

2024: Με τη νίκη της επί της Γουέστ Χαμ (3-1) η Μάντσεστερ Σίτι εξασφαλίζει μαθηματικά τον τίτλο της πρωταθλήτριας Αγγλίας. Είναι η πρώτη φορά στα χρονικά της Premier League (από το 1992-93 και μετά) που μία ομάδα στέφεται πρωταθλήτρια για τέταρτη διαδοχική σεζόν.

2012: Η Τσέλσι στέφεται πρωταθλήτρια Ευρώπης για πρώτη φορά στην ιστορία της, μια και νικά με 4-3 στα πέναλτι την Μπάγερν στον τελικό που διεξάγεται στην «Allianz Arena» του Μονάχου. Ο κανονικός αγώνας είχε λήξει 1-1 (83′ Μίλερ/88′ Ντρογκμπά) και στην ψυχοφθόρο διαδικασία οι Όλιτς και Σβαϊνστάιγκερ είναι οι μοιραίοι παίκτες των Βαυαρών. Η Τσέλσι φτάνει στην κορυφαία διάκριση της ιστορίας της με υπηρεσιακό προπονητή τον Ρομπέρτο Ντι Ματέο, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Μάρτιο τον Πορτογάλο Αντρέ Βίλας-Μπόας.

2007: Με γκολ του Ντιντιέ Ντρογκμπά στην παράταση (116′) η Τσέλσι νικά με 1-0 τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και κατακτά το Κύπελλο Αγγλίας για τέταρτη φορά.

2004: Η Βαλένθια κατακτά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ νικώντας με 2-0 τη Μαρσέιγ στον τελικό του Γκέτεμποργκ. Τα γκολ πετυχαίνουν ο Βιθέντε με πέναλτι (45′+3) και ο Μίστα (58′). Οι Μασσαλοί παίζουν το δεύτερο ημίχρονο με παίκτη λιγότερο, λόγω αποβολής του τερματοφύλακα Μπαρτέζ στη φάση του πέναλτι.

2002: Ο Ολυμπιακός νικά με 80-76 τον Παναθηναϊκό στον δεύτερο τελικό των πλέι οφ της Α1 στο ΣΕΦ, σε ένα ματς που στιγματίζεται από σοβαρά επεισόδια μεταξύ των παικτών.

1999: Με γκολ του Χρήστου Μαλαδένη στην εκπνοή, ύστερα από μοιραίο λάθος του τερματοφύλακα Χρήστου Καρκαμάνη, η ΑΕΚ νικά με 3-2 τον Ηρακλή στο Καυτανζόγλειο και τερματίζει στη δεύτερη θέση, που οδηγεί στα προκριματικά του Champions League.

1999: Η Λάτσιο κατακτά το τελευταίο Κύπελλο Κυπελλούχων νικώντας με 2-1 τη Μαγιόρκα στον τελικό του Μπέρμιγχαμ. Από την επόμενη περίοδο η διοργάνωση ενοποιείται με το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ.

1996: Ο Ολυμπιακός συντρίβει με 73-38 τον πρωταθλητή Ευρώπης Παναθηναϊκό στον πέμπτο και τελευταίο τελικό των πλέι οφ της Α1 μπάσκετ και στέφεται πρωταθλητής Ελλάδας για τέταρτη σερί σεζόν.

1991: Η νίκη του Ολυμπιακού επί της ΑΕΚ με 3-1 για την Α’ Εθνική επισκιάζεται από τον τραυματισμό του Ντούσαν Μπάγεβιτς στο κεφάλι, από κομμάτι τσιμέντου που πετά οπαδός των «ερυθρόλευκων».

1984: Ο Πανιώνιος νικά με 2-0 τον ΠΑΣ Γιάννινα στην παράταση στο μπαράζ παραμονής στην Α’ Εθνική που διεξάγεται στη Λάρισα. Ο Δημήτρης Σαραβάκος (104′) και ο Χάρης Σοφιανός (116′) είναι οι σκόρερ των «κυανέρυθρων», οι οποίοι καταφέρνουν για δεύτερη διαδοχική σεζόν να σωθούν σε μπαράζ και συνεχίζουν την αδιάκοπη παρουσία τους στην κορυφαία κατηγορία.

1982: Η Γκέτεμποργκ του Σβεν Γκόραν Έρικσον νικά με 3-0 το Αμβούργο στο «Φολκσπαρκστάντιον» και κατακτά πανηγυρικά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, μια και είχε νικήσει με 1-0 και στον πρώτο τελικό στο «Ούλεβι».

1976: Η Λίβερπουλ κατακτά το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ χάρη στην ισοπαλία με 1-1 που αποσπά στην έδρα της Κλαμπ Μπριζ, στον δεύτερο τελικό (είχε νικήσει με 3-2 στο «Άνφιλντ»). Σκόρερ των «κόκκινων» είναι ο Κέβιν Κίγκαν, ο οποίος ισοφαρίζει στο 15′ το προβάδισμα που είχαν πάρει οι Βέλγοι από το 11′ με Ραούλ Λαμπέρτ.

1971: Με γκολ του Θόκο στο 90′, η Ρεάλ Μαδρίτης ισοφαρίζει 1-1 την Τσέλσι στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, που είναι και ο πρώτος που φιλοξενείται επί ελληνικού εδάφους (στο παλιό στάδιο «Γ. Καραϊσκάκης»). Η Τσέλσι είχε προηγηθεί στο 56′ με τον Πίτερ Όσγκουντ και δεν θα καταφέρει να σκοράρει στην παράταση. Θα νικήσει, όμως, με 2-1 στον επαναληπτικό που θα διεξαχθεί δύο ημέρες αργότερα και θα κατακτήσει το τρόπαιο.

1968: Η ΑΕΚ του Γένε Τσάκναντι νικά 3-1 το Αιγάλεω και εξασφαλίζει μαθηματικά τον τίτλο της πρωταθλήτριας στην Α’ Εθνική.

1965: Η Γουέστ Χαμ των Μπόμπι Μουρ, Τζεφ Χαρστ και Μάρτιν Πίτερς κατακτά το Κύπελλο Κυπελλούχων όταν νικά με 2-0 τη Μόναχο 1860 στον τελικό του «Γουέμπλεϊ». Και τα δύο γκολ πετυχαίνει ο Άλαν Σίλι (70′, 72′).

1952: Ο Γιοσίρο Σιράι γίνεται ο πρώτος Ιάπωνας πυγμάχος που αναδεικνύεται παγκόσμιος πρωταθλητής, όταν νικά τον Ντάντο Μαρίνο στο Τόκιο και κατακτά τον τίτλο στην κατηγορία μύγας.

1909: Στον πρώτο αγώνα υπεράσπισης του παγκόσμιου τίτλου του στα βαρέα βάρη, ο Τζακ Τζόνσον νικά τον Τζακ Ο’Μπράιεν.

1896: Αρχίζουν οι Παναχαϊκοί Αγώνες Στίβου που διαρκούν μέχρι και τις 21 Μαΐου, υπό την εποπτεία του Παναχαϊκού ΓΣ. Κατά τη διάρκειά τους, τα στελέχη του Πανελληνίου ΓΣ εξουσιοδοτούνται να αναλάβουν πρωτοβουλία για τη σύσταση αθλητικής ομοσπονδίας (του μετέπειτα γνωστού μας ΣΕΓΑΣ).

Ακολουθείστε τo SPORTDAY.GR στο Google News